ΑΠΟΦΑΣΗ 4066 /2026 ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΠΟΦΑΣΗ 4066 /2026 ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΏΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΑΝΑΚΟΠΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ

Αριθμός απόφασης 4066 /2025

(Αριθμός κατάθεσης κλήσης 134696/5244/2025)

(Αριθμός κατάθεσης ανακοπής 127296/4972/2025)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Α............ Κ.........., Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου, και από τη Γραμματέα .............

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα, την ............ 2025, για να δικάσει την υπόθεση:

ΚΑΛΟΥΣΑ-ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΑ: Μ........ συζ. Γ.......... Σ............., το γένος Π.................. Σ............., κάτοικος ......... Νομού ..........., Α,Φ.Μ. ............., η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ναταλίας ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ με ΑΜ Δ.Σ.Α. 35188.

ΚΑΘ' ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ-ΚΑΘΉΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «.......................», που εδρεύει στο .................. και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ...................., η οποία ενεργεί ως διαχειρίστρια απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «.......................», που εδρεύει στο ....................... και εκπροσωπείται νόμιμα, που κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «..........................», που εδρεύει οτην ............... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσςου δικηγόρου της ....................... με ΑΜ Δ.Σ.Α. ..............

Η ανακόπτουσα κατέθεσε ενώπιον της Γραμματείας τούτου του Δικαστηρίου την από 22.05.2025, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ........./........../2025 ανακοπή της. η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 11.12.2035. Ήδη, με την από 26.05.2025, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ........./........../2025 κλήση της η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η καλούσα-ανακόπτουσα επαναφέρει προς συζήτηση την ως άνω ανακοπή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και μετά την εκφώνησή της από το οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ανακόπτουσα, με την υπό κρίση ανακοπή της ζητεί, για τους αναλυτικά αναφερόμενους στο δικόγραφο λόγους, να ακυρωθεί η από 09.05.2025 επιταγή προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό ........./2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και να καταδικασθεί η καθ 'ης στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο η ανακοπή αρμοδίως καθ' ύλην και κατά τόπον (933 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ) εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατά την προκείμενη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (937 παρ. 3, 614 επ ΚΠολΔ). Έχει δε ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 933 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρο 934 παρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους από το ν. 4335/2015, 147 παρ. 2 ΚΠολΔ). Συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικώς δεκτή και να ερευνηθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 933 του ΚΠολΔ).

Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εξ αυτού ακυρότητα της εκτέλεσης (ΑΠ 311/2020, ΑΠ 1447/2018, ΑΠ 261/2017 ΤΝΓΙ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ: «Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματος του. Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα κατ' αρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 311/2020, ΑΠ 828/2018, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 535/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαώματος του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική (ΑΠ 1185/2019, ΑΠ 1352/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του άρθρου 281 ΑΚ, εντάσσεται στις ενστάσεις που υπάγονται κατά το ουσιαστικό δίκαιο στις παρακωλυτικές της άσκησης του δικαιώματος, η οποία δεν αναιρεί μεν το δικαίωμα και την απαίτηση για την οποία γίνεται η εκτέλεση, αποκλείει όμως την ικανοποίησή της. Δεν εμποδίζεται να προταθεί στη δίκη περί την εκτέλεση, πλην όμως πρέπει με ποινή απαραδέκτου να αποδεικνύεται αμέσως, δηλαδή μόνο με έγγραφα ή δικαστική ομολογία, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

ΙΙ. Με τον νόμο 3869/2010 δόθηκε η δυνατότητα σε υπερχρεωμένους πολίτες, που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, να ρυθμίσουν την εξόφλησή τους με ευνοϊκότερους όρους και να απαλλαγούν από αυτά, εφόσον εξυπηρετήσουν, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με βάση το εισόδημά τους, ένα μέρος των χρεών τους. Περαιτέρω, μέσω της ειδικής ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, εισήχθη εξαίρεση στον κανόνα της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, κατά τον οποίο όλα τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη είναι υπέγγυα στους πιστωτές του, με εξαίρεση τα ακατάσχετα (βλ. άρθ. 953 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη αυτή του άρθρου 9 παρ. 2, ο νομοθέτης απέβλεψε στη δημιουργία ενός προστατευτικού πλαισίου για την κύρια κατοικία του οφειλέτη, η οποία (κύρια κατοικία), υπό την έννοια της οικογενειακής στέγης, ως κοινωνικό αγαθό, απολαμβάνει συνταγματικής προστασίας, κατ' άρθρο 21 του Συντάγματος, έναντι όμως ανταλλάγματος, επειδή ακριβώς πρόκειται για ρευστοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο, ώστε να εξισορροπηθεί η απώλεια των πιστωτών του προϊόντος της εκποίησής της. Εξάλλου, από τη συλλογική διαδικασία, που προβλέπει ο πιο πάνω νόμος 3869/2010, είναι πιθανό να έχουν παραληφθεί πιστωτές, οι οποίοι διατηρούν άθικτες τις απαιτήσεις τους, δεν είναι όμως γι' αυτούς δυνατό να ικανοποιηθούν από τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, τα οποία έχουν διατεθεί, κατά άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του v. 3869/2010, για την ικανοποίηση των πιστωτών της εν λόγω συλλογικής διαδικασίας, ούτε δε και κατά της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, για την οποία το δικαστήριο έχει διατάξει τη διάσωση, με αντίτιμο τις καταβολές μέχρι είκοσι έτη, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου. Η απόφαση εξαίρεσης της κύριας κατοικίας είναι δεσμευτική για τους εκτός διαδικασίας πιστωτές, η αποδέσμευσή τους δε είναι δυνατή μόνο μέσω του ένδικου βοηθήματος της τριτανακοπής (άρθρο 773 ΚΠολΔ), μέσω του οποίου ο τρίτος πιστωτής θα μπορέσει να επιτύχει την άρση της απαγόρευσης πλειστηριασμού κατά της κύριας κατοικίας του οφειλέτη. Επιπλέον, προκειμένου περί απαιτήσεων που γεννήθηκαν μετά την κατάθεση της αίτησης υπαγωγής στη διαδικασία του ανωτέρω νόμου, ο πιστωτής, αν δεν ασκήσει κύρια παρέμβαση στη δίκη αυτή, μπορεί να κινηθεί κατά της περιουσίας του οφειλέτη, η οποία δεν καλύπτεται από τη δεσμευτικότητα της απόφασης ρύθμισης των χρεών. Μπορεί, δηλαδή, να κινηθεί κατά της περιουσίας του οφειλέτη, που δεν έχει εξαιρεθεί από την εκποίηση (κύρια κατοικία) και δεν έχει διατεθεί στον εκκαθαριστή για εκμετάλλευση/εκποίηση. Για την περιουσία που έχει διατεθεί στη διαδικασία του ν. 3869/2010, ο πιστωτής δύναται να ασκήσει τριτανακοπή, κατά τα άρθρα 773 επ., 586 επ. ΚΠολΔ, αλλά και την ανακοπή του άρθρου 152 ΚΠολΔ (αναλογικώς εφαρμοζόμενου, κατά το άρθρο 15 ν. 3869/2010). Η απόφαση υπαγωγής και ρύθμισης των χρεών του οφειλέτη δεσμεύει και αυτούς τους πιστωτές, που βρίσκονται εκτός διαδικασίας. Αποδεσμεύονται όμως αυτοί με το ένδικο βοήθημα της τριτανακοπής εκ του άρθρου 773 ΚΠολΔ ή/και με το ένδικο βοήθημα της ανακοπής εκ του αναλογικώς εφαρμοζόμενου άρθρου 152 ΠτΚ. Εννοείται ότι άπαντες οι ανωτέρω πιστωτές μπορούν να κινηθούν κατά της συνολικής περιουσίας του οφειλέτη μετά τη λήξη της 3-5ετούς καταβολής (άρθρο 8 ν. 3869/2010) και, ειδικά για την κύρια κατοικία, μετά την ολοκλήρωση των καταβολών, κατά το άρθρο 9 του ανωτέρω νόμου. Εξάλλου, για να προστατευθεί η περιουσία του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση, αλλά και για να αποδοθεί το ενεργητικό της περιουσίας του προς ικανοποίηση των πιστωτών της διαδικασίας του ανωτέρω νόμου, το άρθρο 6 του νόμου αυτού προβλέπει ασφαλιστικά μέτρα με αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας, Ειδικότερα, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3869/2010: Μετά τη συζήτηση ενώπιον του ειρηνοδίκη κατά την ημέρα επικύρωσης και, εφόσον δεν έχει εκδοθεί προσωρινή διαταγή κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, ο οφειλέτης ή κάθε άλλος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας που έχει ξεκινήσει κατά του οφειλέτη. Η ισχύς της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων δεσμεύει όλους τους πιστωτές που έχουν περιληφθεί στην αίτηση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ηαρόντος νόμου, ανεξαρτήτως εάν αυτοί έχουν εκκινήσει ή όχι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος του οφειλέτη. Η αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας διατάσσεται από το αρμόδιο δικαστήριο, εφόσον αυτό πιθανολογεί: α) την ευδοκίμηση της κύριας αίτησης και β) την πρόκληση ουσιώδους βλάβης στα συμφέροντα του αιτούντος». «2. Πριν από την έναρξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, η οποία δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της. Η ισχύς της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων δεσμεύει όλους τους πιστωτές που έχουν περιληφθεί στην αίτηση του οφειλέτη, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου. Το δικαστήριο διατάσσει τα ασφαλιστικά μέτρα, εφόσον πιθανολογεί ότι: α) η κύρια αίτηση θα ευδοκιμήσει και β) επίκειται μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της, ουσιωδώς επιζήμια για τους πιστωτές». «Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 5 εφαρμόζονται αναλόγως.».

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση ανακοπής κατά τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου του, η ανακόπτουσα ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή, ισχυριζόμενη ότι η επισπευδόμενη σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση είναι ακυρωτέα, λόγω της προηγηθείσας εκ μέρους της κατάθεσης της με αριθμό ......./10.04.2017 αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου ............. (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), για την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010. Ότι η ως άνω αίτηση ασκήθηκε εναντίον, μεταξύ άλλων, και της πιστώτριας τράπεζας με την επωνυμία «................», τη διαχείριση των απαιτήσεων της οποίας ανέλαβε από την ειδική διάδοχό της, αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού, η καθ 'ης επί της οποίας (αίτησης) εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό ............/2020, μη οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η αναστολή της εκδίκασης της πιο πάνω αίτησης, μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της εκδίκασης της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ........../22.01.2013 ανακοπής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ότι μετά την έκδοση της με αριθμό ........./2022 (τελεσίδικης) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία) επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ........./22.01.2013 ανακοπής, η ανακόπτουσα επανέφερε προς συζήτηση την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ......../10.04.2017 αίτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου ............ με την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ....... /15.06.2023 κλήση της επί της οποίας (αίτησης) εκδόθηκε η με αριθμό ......../17.02.2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ............. με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αίτησή της, εξαιρέθηκε η κύρια κατοικία της ανακόπτουσας από την εκποίηση, με την υποχρέωση καταβολής στην καθ ' ης το ποσό των 65.000 ευρώ, σύμφωνα με τις ορισθείσες στην ως άνω απόφαση δόσεις τις οποίες (δόσεις) η ανακόπτουσα καταβάλει ανελλιπώς. Ότι η επίσπευση σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης μετά την έκδοση της ανωτέρω, με αριθμό ......../2025, απόφασης, συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος εκ μέρους της καθ' ης καθόσον η τελευταία κατά παράβαση των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, ενώ είχε ήδη ρυθμιστεί η ένδικη οφειλή με δικαστική απόφαση και η ανακόπτουσα ήταν συνεπής στην εξόφλησή της αλλά επέλεξε τον επαχθέστερο για την ανακόπτουσα τρόπο ικανοποίηση της ένδικης αξίωσή της, με συνέπεια να υποστεί η τελευταία ανεπανόρθωτη βλάβη. Ο παραπάνω λόγος ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις προαναφερθείσες διατάξεις και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της με αριθμό ........../11.10.2002 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό/αλληλόχρεο λογαριασμό και των πρόσθετων πράξεων αυτής που υπεγράφη μεταξύ της πιστώτριας τράπεζας με την επωνυμία «................» του ............... του ........... (μη διάδικος) ως πιστούχου, υπέρ του οποίου εγγυήθηκε η ανακόπτουσα, του χορηγήθηκε πίστωση ποσού 520.000 ευρώ, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της ως άνω σύμβασης. Λόγω δε της υπερημερίας των οφειλετών στην εξόφληση της ένδικης οφειλής η πιστώτρια τράπεζα κατήγγειλε την παραπάνω σύμβαση δανείου με την από 06.04.2012 εξώδικη δήλωση-καταγγελία, την οποία επέδωσε στους οφειλέτες. Κατόπιν αυτού, η ως άνω πιστώτρια τράπεζα πέτυχε την έκδοση της με αριθμό ............./2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία οι ανωτέρω συνοφειλέτες διατάχθηκαν να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 133.798,82 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Ακολούθως, η ανακόπτουσα άσκησε ενώπιον τούτου του Δικαστηρίου (ειδική διαδικασία) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ........./......../2013 ανακοπή της, επί της οποίας (ανακοπής) εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό ........../2017 μη οριστική απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, η οποία διάτασσε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Με την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ......../........./2020 κλήση της ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, η καλούσα- ανακόπτουσα επανέφερε προς συζήτηση την ως άνω ανακοπή της, επί της οποία (ανακοπής) εκδόθηκε η με αριθμό ......../2022 απόφαση, που έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την με αριθμό ......./2012 διαταγή πληρωμής ως προς την ανακόπτουσα, κατά το υπερβάλλον του ποσού των 65.000 ευρώ, ως προς το οποίο έκρινε ότι εκτεινόταν η εγγυητική της ευθύνη. Στο μεταξύ η ανακόπτουσα είχε ήδη ασκήσει την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ......../10.04.2017 αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου ........... (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), για την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, εναντίον, μεταξύ άλλων, και της πιστώτριας τράπεζας με την επωνυμία «..................». Επί της ως άνω αίτησης εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό ...../2020, μη οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η αναστολή της εκδίκασης της πιο πάνω αίτησης, μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της εκδίκασης της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ......../22.01.2013 ανακοπής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Δυνάμει δε της από 18.06.2019 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, που καταχωρίσθηκε νόμιμα στα Δημόσια Βιβλία του Ενεχυροφυλακείου ..........., στον τόμο ....., με α.α. ......., με αριθμό πρωτ. ...../18.06.2019, η καθ ' ης ανέλαβε τη διαχείριση των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «.....................», που εδρεύει στο ................... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ως άνω τράπεζας δυνάμει της από 18.06.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία διέπεται από τα άρθρα 1058 και 14 του νόμου 3156/03 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (ΦΕΚ 220Α) όπως αυτή καταχωρίσθηκε νόμιμα στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου .........., στον τόμο ....., με α.α. ......, με αριθμό πρωτ. ......../18.06.2019, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015 όπως ισχύει. Μετά την έκδοση της με αριθμό ........../2022 (τελεσίδικης) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία) επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ........./22.01.2013 ανακοπή η ανακόπτουσα επανέφερε προς συζήτηση την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ....../10.04.2017 αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου ................., με την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ......../15.06.2023 κλήση της, επί της οποίας (αίτησης) εκδόθηκε η με αριθμό ...../17.02.2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου .........., με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αίτησή της, εξαιρέθηκε η κύρια κατοικία της ανακόπτουσας από την εκποίηση, με την υποχρέωση καταβολής στην καθ 'ης το ποσό των 65.000 ευρώ, σύμφωνα με τις ορισθείσες στην ως άνω απόφαση δόσεις, τις οποίες (δόσεις) η ανακόπτουσα καταβάλει ανελλιπώς. Ακολούθως την 14.05.2025, η καθ ' ης επέδωσε στην ανακόπτουσα την από 09.05.2025 επιταγή προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό ............../2012 διαταγής πληρωμής, επιτάσσοντάς τη να της καταβάλει το ποσό των 65.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Ωστόσο, η συμπεριφορά της καθ' ης η ανακοπή να επισπεύσει διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της ανακόπτουσας με την επίδοση της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή, παρά την έκδοση της με αριθμό ......./2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου .......... (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αίτησή της για την υπαγωγή της στις διατάξεις του ν. 3869/2010, με το ανωτέρω διατακτικό, παρίσταται στην προκειμένη περίπτωση καταχρηστική, καθώς με τον τρόπο αυτό επιχειρείται ανατροπή του διατακτικού της εν λόγω απόφασης, σύμφωνα και με τα αναλυτικά διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, ενώ παράλληλα δημιουργήθηκε η εύλογη πεποίθηση στην ανακόπτουσα ότι η καθ' ης δεν θα προέβαινε στην επιβολή της ανακοπτόμενης πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης, εφόσον συμμορφώθηκε με την ανωτέρω απόφαση και κατέβαλε τις ορισθείσες από το Δικαστήριο δόσεις. Συναφώς η καθ' ης η ανακοπή προέβη παράνομα και καταχρηστικά στην άσκηση του ένδικου δικαιώματός της, καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, αφού, παρά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης, προκειμένου να ικανοποιηθεί η ένδικη απαίτησή της, επέλεξε το επαχθέστερο μέσο για την ανακόπτουσα, για την είσπραξη της ως άνω οφειλής, προξενώντας της ανεπανόρθωτη βλάβη. Επομένως ο λόγος αυτός της ανακοπής θα πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.

Κατόπιν των ανωτέρω, ο σχετικός λόγος ανακοπής θα πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών λόγων ανακοπής, και να ακυρωθεί η 09.05.2025 επιταγή προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό ............./2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ........... Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας, πρέπει να επιβληθούν, κατά το σχετικό αίτημά της, σε βάρος της καθ' ης λόγω της ήττας της (άρθρο 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, λαμβανομένου υπόψη ότι η αξία του αντικειμένου της υπό κρίση ανακοπής, προκειμένου να υπολογισθούν τα δικαστικά έξοδα, ταυτίζεται πάντοτε εκ των πραγμάτων με το χρηματικό ποσό, για το οποίο επισπεύδεται η εκτέλεση και όταν ακόμη η προσβαλλόμενη με την ανακοπή αντίρρηση δεν αφορά στην ίδια την απαίτηση, αλλά στο κύρος καθεαυτό των πράξεων εκτέλεσης (ΑΠ 1117/1993 ΕλΔ 1195.621).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή.

ΑΚΥΡΩΝΕΙ την από 09.05.2025 επιταγή προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό ........./2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....................

    ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθ ' ης στα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων πενήντα (950) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, στο ακροατήριό του, και σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση αυτού, την .......... 2025, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

                     Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πίσω