ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ Σέφη Αναστασάκου - Προέδρου ΕΛΙΔΑ προς κ. Γ.Αλογοσκούφη.

Κύριε Υπουργέ,


‘Όπως γνωρίζετε, την 3η Αυγούστου 2004 ψηφίστηκε ο Νόμος με αριθμό 3259/2004 «περί περαίωσης φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών και άλλες διατάξεις», ο οποίος δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθ. 149/4-8-2004 ΦΕΚ και τροποποίησε τις διατάξεις του προηγουμένου Νόμου 2912/2001.


Με την τροποποίηση αυτή επιχειρήθηκε να δοθεί μία λύση στο ιδιαίτερα επίκαιρο πρόβλημα των πανωτοκίων που ταλανίζει χιλιάδες δανειολήπτες, πρόβλημα που η προηγούμενη ρύθμιση όξυνε δυστυχώς ακόμα περισσότερο.


Με βάση τον Νόμο 1083/1980 και την 289/1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, τα πιστωτικά ιδρύματα προέβαιναν σε χωρίς χρονικό περιορισμό επιβολή ανατοκισμού τόκων και τόκων υπερημερίας από τα πιστωτικά ιδρύματα, γεγονός που οδήγησε σε οξύ κοινωνικό πρόβλημα λόγω της οικονομικής κατάρρευσης χιλιάδων δανειοληπτών και εκατοντάδων επιχειρήσεων.
Προς αντιμετώπιση της κατάστασης αρχικά ψηφίστηκε ο Νόμος 2789/2000 με το άρθρο 30 παρ.1 του οποίου ρυθμιζόταν η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση, που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα. 


Εν συνεχεία εκδόθηκε ο Ν.2912/2001 (ΦΕΚ 94 Α) με το άρθρο 42 παρ. 1, του οποίου αντικαταστάθηκε η παρ. 1 άρθρο 30 του Ν.2789/00 και ρυθμιζόταν η συνολική οφειλή από τις συμβάσεις δανείων. Η ρύθμιση αυτή περιελάμβανε έναν εξωτραπεζικό τρόπο υπολογισμού των οφειλών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με τα πιστωτικά ιδρύματα, προσπαθώντας να εξισορροπήσει αντίθετα συμφέροντα.


Η ρύθμιση του Νόμου 2912/2001 είχε ως εξής: «κατ΄ εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφισταμένη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31-12-2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολ/σια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ... προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ΄ ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιαστεί κατά περίπτωση. Α) το τετραπλάσιο εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31-12-1985, ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή. Β) το τριπλάσιο εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού». 


Με την τροποποίηση του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 επιχειρείται πλέον η οριστική επίλυση των προβλημάτων που όχι μόνο δεν εξαφανίστηκαν με τον Νόμο 2912/2001 αλλά αντίθετα εντάθηκαν ακόμη περισσότερο.


Συγκεκριμένα, η τροποποίηση απάλειψε την προσαύξηση του 50% των συμβατικών τόκων που αύξανε υπερβολικά το χρέος και ο συντελεστής -πλαφόν που όριζε το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001 μειώθηκε στο τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου. Σύμφωνα με την ρύθμιση, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τα ανωτέρω και να μην προχωρούν σε αναγκαστικές εκτελέσεις μέχρι τη συνομολόγηση των ρυθμίσεων για την τακτοποίηση των χρεών σύμφωνα με τις διατάξεις. 


Με την παρ. 5 άρθρο 39 του νέου νόμου 3259/2004 (με το οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 42 Ν.2912/2001), ορίζεται ότι «προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 Ν.2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση. Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το έτος 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία των οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του έτους 1990 ρύθμιση. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης η οποία πρέπει να υποβληθεί μέχρι την 31 Οκτωβρίου 2004 το αργότερο. Και ως προς τις οφειλές αυτές ισχύουν οι λοιπές διατάξεις του παρόντος άρθρου».


Και στην παρ. 12 του Νόμου 3259/2004 ορίζεται ότι «Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.2789/2000 όπως ισχύει».


Περαιτέρω στην παρ. 2 του ως άνω άρθρου 39, ορίζεται ότι «Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με την διάταξη της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για την συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στην ρύθμιση»


Η Αγροτική Τράπεζα ωστόσο προβαίνει σε σωρεία παραβάσεων των ανωτέρω διατάξεων του προσφάτως ψηφισθέντος και ευεργετικού για τους δανειολήπτες Νόμου και ενώ οι δανειολήπτες προβαίνουν στην υποβολή των προβλεπόμενων αιτήσεων, αρνείται καταρχήν να παραλάβει αυτές, και δέχεται να εισέλθουν και να πρωτοκολληθούν αποκλειστικά δικές της έντυπες αιτήσεις. Αυθαίρετα πράττει τούτο η Τράπεζα, διότι πουθενά στον Νόμο 3259/2004 δεν προσδιορίζεται ούτε περιορίζεται βέβαια ο τρόπος υποβολής της απαραίτητης αίτησης, πολύ περισσότερο δε που η έντυπη αίτηση της ΑΤΕ, την οποία εκβιαστικά επιβάλλει στους δανειολήπτες, περιέχει και μη αναφερόμενα από τον Νόμο στοιχεία, δηλαδή οι αγρότες υποχρεώνονται να ζητήσουν, με την έντυπη αίτηση της, εκτός από την υπαγωγή τους στο άρθρο 39 του Ν. 3259/2004, την απευθείας ρύθμιση της οφειλής τους με βάση τον υπολογισμό της ίδιας της ΑΤΕ, χωρίς να τους δίνεται το δικαίωμα αμφισβήτησης του ύψους αυτής.

Περαιτέρω, η Αγροτική Τράπεζα και κατά ευθεία παράβαση της παραγράφου 5 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, παραβιάζει την διάταξη που ρητά προσδιορίζει ότι προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου, και σε απαντήσεις της προς αιτήσεις οφειλετών που ασχολούνται κατ' επάγγελμα με γεωργικές εργασίες υπολογίζει την συνολική οφειλή στο τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου, εντάσσοντάς τους με αυτόν τον τρόπο στους δικαιούχους της γενικής ρύθμισης του Νόμου.


Πέραν των ανωτέρω, στις απαντήσεις της Αγροτικής Τράπεζας υπάρχει αοριστία και ασάφεια στο διαμορφωθέν τελικώς ποσό οφειλής με βάση το νόμο και στον τρόπο εξοφλήσεως αυτού. 


Συγκεκριμένα σύμφωνα και με την εκδοθείσα Εγκύκλιο της Ενώσεως Ελληνικών Τραπεζών, με την οποία δίδονται στις Τράπεζες και οι κατευθυντήριες γραμμές για τον επαναπροσδιορισμό των υφιστάμενων ληξιπρόθεσμων οφειλών καθώς και ο τρόπος ρύθμισης των διαμορφωθέντων υπολοίπων με βάση το νόμο, πρέπει στην ως άνω απάντηση να περιέχονται λεπτομερώς και τα εξής στοιχεία:

α)Το ύψος της συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής, όπως προκύπτει μετά την εφαρμογή του νόμου, δηλαδή το ληφθέν κεφάλαιο, επί τον προβλεπόμενο συντελεστή μείον τις γενόμενες καταβολές σε εξόφληση, β)το ακριβές επιτόκιο και σε περίπτωση που αυτό είναι κυμαινόμενο τους παράγοντες μεταβολής του, γ) το ποσό των τόκων που θα προκύψουν από τον εκτοκισμό της οφειλής κατά τη διάρκεια της διετούς περιόδου χάριτος που θα προκύψει από την πρόσθεση αυτών στη συνολική οφειλή. Στην περίπτωση που το επιτόκιο είναι κυμαινόμενο πρέπει να υπάρχει ακόμη ρητή ενημέρωση του αιτούντος ότι σε περίπτωση μεταβολής του επιτοκίου κατά τη διάρκεια της περιόδου χάριτος το ως άνω ποσό των τόκων θα αναπροσαρμοστεί, δ) η συχνότητα των δόσεων, η ημερομηνία εξόφλησης της πρώτης δόσης το ποσό κάθε δόσης και εάν το επιτόκιο είναι κυμαινόμενο σημείωση ότι το ποσό αυτό θα μεταβληθεί το επιτόκιο και το νέο ποσό πρέπει να γνωστοποιηθεί στον οφειλέτη με έγγραφο


Ουδέν από τα ανωτέρω ακολουθεί η ΑΤΕ. Στις απαντήσεις της αυθαίρετα παρουσιάζει ένα ποσό ως δήθεν προκύπτον από την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, το οποίο οι αγρότες είναι υποχρεωμένοι να αποδεχτούν αβασάνιστα, χωρίς να εμφανίζει κανένα από τα παραπάνω απαιτούμενα από την ίδια την Εγκύκλιο των Τραπεζών στοιχεία.


Από τα ανωτέρω είναι φανερό ότι και η νέα ρύθμιση δεν πρόκειται να έχει αποτέλεσμα και να επιλύσει οριστικά το πρόβλημα των πανωτοκίων, εφόσον τα πιστωτικά ιδρύματα, κυρίως δε η ΑΤΕ, αρνούνται να εφαρμόσουν τις επιταγές του νέου Νόμου και ερμηνεύουν κατά το δοκούν τις διατάξεις του, προκειμένου να παραχωρήσουν ο,τιδήποτε από τα συνήθη κέρδη τους και την δεσπόζουσα θέση που κατέχουν με τις μονομερείς συμβάσεις προσχωρήσεως, στις οποίες οι δανειολήπτες δεν έχουν καμία δυνατότητα επεμβάσεως σε όρους.

Με ιδιαίτερη τιμή 
ΣΕΦΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΑΚΟΣ 
Πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Δανειοληπτών