ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ Σέφη Αναστασάκου - Προέδρου ΕΛΙΔΑ προς κ.Μπηλιάκο, Διοικητή ΑΤΕ

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Σέφη Αναστασάκου, Προέδρου του Ελληνικού Ινστιτούτου Δανειοληπτών

ΠΡΟΣ

Κύριο Μπηλιάκο, Διοικητή Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, οδός Πανεπιστημίου, Αθήνα

Κοινοποίηση: Κύριον Γ. Αλογοσκούφη, Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών 


Κύριε Διοικητά 
Όπως είναι γνωστό, με την παράγραφο 5 του άρθρου 39 του Νόμου 3259/2004, προβλέπεται η διαγραφή των παρανόμων πανωτοκίων που είχαν επιβληθεί επί σειρά ετών, σε βάρος αγροτών δανειοληπτών από την Αγροτική Τράπεζα. Κατά την διάταξη αυτή, συγκεκριμένα αναφέρεται ότι «Το συνολικό ύψος της οφειλής των αγροτών, δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου, ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, το διπλάσιο του ποσού της οφειλής όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση. Για δε τις περιπτώσεις που η ΑΤΕ δεν έχει επαρκή στοιχεία για τη ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου, η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του έτους 1990 ρύθμιση.»


Από την μέχρι τώρα όμως εφαρμογή του Νόμου από την Αγροτική Τράπεζα, παρατηρούμε το εξής:

1. Στα δάνεια η ΑΤΕ υπολογίζει και τις συμβάσεις που αφορούν ρυθμίσεις προηγουμένων ληφθέντων δανείων. Με τον τρόπο αυτό ο αγρότης αδικείται διότι αφενός μεν ο νόμος αφορά μόνο για τα ληφθέντα δάνεια, αφετέρου δε τα ποσά των δανείων υπολογίζονται δυο φορές, πρώτα ως δάνειο και δεύτερον σαν κεφαλαιοποιημένο δάνειο, αφού οι ρυθμίσεις εγκλωβίζουν μέσα τους παλαιά δάνεια όπως και πανωτόκια. Οι ρυθμίσεις μπορεί να υπολογιστούν σαν βάση υπολογισμού, μόνο στην ακραία περίπτωση που το επί μέρους Υποκατάστημα δεν έχει στοιχεία χρέωσης του συγκεκριμένου αγρότη. Αλλά αν δεν έχει όμως το συγκεκριμένο Κατάστημα στοιχεία για το χρέος του αγρότη, τότε που στηρίζεται η ΑΤΕ και αξιώνει απαιτήσεις από τους αγρότες για δήθεν οφειλές;


2. Στον τελικό υπολογισμό η ΑΤΕ χρεώνει στους αγρότες και το σύνολο των δαπανών-εξόδων και κάθε είδους επιβαρύνσεων που είχε η συγκεκριμένη δανειοδότηση, παρά το γεγονός ότι ο Νομοθέτης είναι σαφής ότι όλες αυτές οι επιβαρύνσεις βαρύνουν την Τράπεζα και όχι τον οφειλέτη. Τούτο σαφώς προκύπτει από την παράγραφο 12 του άρθρου 39 του Νόμου 3259/2004 όπου λέει ότι «κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του προηγούμενου νόμου», δηλαδή του άρθρο 42 του Ν. 2912/2001, όπου οι εν λόγω επιβαρύνσεις βάραιναν αποκλειστικά την Τράπεζα. Η ρύθμιση αυτή είναι δίκαιη, διότι ο Νομοθέτης, αφού έδωσε την δυνατότητα στην Τράπεζα να επιβαρύνει το δάνειο με τον συντελεστή 2, η βούληση του Νομοθέτη είναι να απαλλάσσεται ο αγρότης και από τις επί μέρους ως άνω επιβαρύνσεις.


3. Το χορηγηθέν υπόδειγμα αίτησης από τα Υποκαταστήματα προς τους αγρότες δεν είναι σύμφωνα με τον Νόμο, διότι αν ο αγρότης υποβάλλει την αίτηση αυτή, αυτόματα αναγνωρίζει ότι έχει οφειλή και μάλιστα ζητά αυτή η οφειλή να ρυθμιστεί ως προς τον τρόπο εξόφλησης.
Αλλά αυτό δεν είναι το πνεύμα του νομοθέτη, ο οποίος με τον Νέο Νόμο καλεί τις Τράπεζες να επανυπολογίσουν τα δάνεια των αγροτών στην πρώτη φάση και να εκδόσουν απαντητικό έγγραφο σε κάθε αιτούντα, που να λέει αν ο συγκεκριμένος αγρότης οφείλει ή δεν οφείλει στην Αγροτική Τράπεζα.
Το δε συμπέρασμα που βγάζει η ΑΤΕ δεν αποτελεί και τεκμήριο ότι αυτή η οφειλή ανταποκρίνεται στην αλήθεια, διότι η ΑΤΕ δεν έχει το αλάθητο. Θα εξετάσουμε μία προς μία τις απαντήσεις της ΑΤΕ και των άλλων Τραπεζών και αν διαπιστώσουμε ότι είναι σύμφωνες με τον Νόμο και με τις αποφάσεις των Δικαστηρίων που έκριναν ότι τα πανωτόκια είναι παράνομα τότε θα επιφυλαχθούμε αν συμφωνούμε με την συγκεκριμένη απάντηση, οπότε θα ζητήσουμε την ρύθμιση του ποσού της οφειλής. Αν διαπιστώσουμε ότι τελικώς δεν οφείλουμε στην συγκεκριμένη Τράπεζα, διότι οι καταβολές μας εκάλυψαν το χρέος, τότε θα προσφύγουμε εμείς στα Δικαστήρια, όταν διαπιστωθεί ότι οι καταβολές μας προς την Τράπεζα είναι μεγαλύτερες από εκείνες που πραγματικά χρωστούσαμε. Στην περίπτωση αυτή ο αγρότης θα προσφύγει στο Δικαστήριο με την διαδικασία του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να πάρει τα χρήματα τα οποία κατέβαλε παραπάνω από ό,τι έπρεπε στην συγκεκριμένη Τράπεζα.


4. Στις απαντήσεις η ΑΤΕ μέχρι τώρα λέει: «Διευκρινίζεται ότι στην ως άνω συνολική οφειλή σας δεν περιλαμβάνονται οποιεσδήποτε άλλες οφειλές σας, ληξιπρόθεσμες ή άληκτες από οποιαδήποτε άλλη σύμβαση δανείου ή πίστωσης, οι οποίες δεν υπάγονται στην παραπάνω διάταξη»
Από την παραπάνω αναφορά της ΑΤΕ προκύπτει ότι η Τράπεζα παρεκκλίνει από την συγκεκριμένη διάταξη του Νόμου και απαντά στους αγρότες μόνο επιλεκτικά και σε ορισμένες οφειλές, ενώ το πνεύμα του Νόμου δεν είναι αυτό. Η Τράπεζα υποχρεούται να απαντήσει στο σύνολο των οφειλών των αγροτών και όχι επιλεκτικά.


5. Πολλά υποκαταστήματα της ΑΤΕ αρνούνται να χορηγήσουν αντίγραφα των καρτελών των αγροτών παρά το γεγονός ότι έχουν υποχρέωση προς τούτο σύμφωνα με το άρθρο 42 του Νόμου 2912/2001 όπου μάλιστα στις αρνήσεις των Τραπεζών προβλέπεται αυστηρότατο πρόστιμο από την τράπεζα της Ελλάδος.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω ζητούμε Κύριε Διοικητά την προσωπική σας παρέμβαση για την ομαλή εφαρμογή του Νόμου και την προστασία των αγροτών της χώρας μας «από τον υπερβάλλοντα ζήλο ορισμένων Διευθυντών και Υπαλλήλων Υποκαταστημάτων της ΑΤΕ»


Με ιδιαίτερη τιμή 
ΣΕΦΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΑΚΟΣ 
Πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Δανειοληπτών