Άρθρο Σέφη Αναστασάκου στην Ελευθεροτυπία (27 Αυγούστου 2004)

Ο ΝΕΟΣ ΝΟΜΟΣ ΔΕΝ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΤΑ «ΠΑΝΩΤΟΚΙΑ» 
ΑΠΛΩΣ ΤΑ ΑΝΑΚΥΚΛΩΝΕΙ



1) Ο ψηφισθείς νόμος κινείται και πάλι στη λογική διατήρησης του θεσμού των ΠΑΝΩΤΟΚΙΩΝ ενώ θα έπρεπε να τον καταργήσει οριστικά όπως ισχύει στις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διατήρηση του παραβιάζει το Ευρωπαϊκό Τραπεζικό Δίκαιο που καθορίζει την υποχρέωση του δανειολήπτη να καταβάλει το ληφθέν δάνειο, τους συμβατικούς τόκους και τον τόκο υπερημερίας.
Ενώ στην Ελλάδα ο τόκος υπερημερίας και τα πάσης φύσεως έξοδα ανατοκίζονται και δημιουργούν τα ΠΑΝΩΤΟΚΙΑ. Άρα ο Νόμος ανακυκλώνει το πρόβλημα και δεν το λύνει οριστικά. Μετά από λίγα χρόνια θα έχουμε νέα γενιά ΠΑΝΩΤΟΚΙΩΝ και το πρόβλημα θα διαιωνίζεται και θα αποτελεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη της χώρας αφού αυτά στραγγαλίζουν ολόκληρο τον παραγωγικό ιστό της χώρας.


2. Με την επιφύλαξη των παραπάνω ο Νόμος είναι μια νέα εκδοχή του άρθρου 30 του προηγούμενου νόμου 2789/2000 όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του νόμου 2912/2001. 
Ο νόμος αυτός με παραπλανητικό και εσφαλμένο περιεχόμενο τελικά δεν απέδωσε γι΄αυτό και η πολιτεία αναγκάστηκε να ετοιμάσει νέο νόμο με ίδια λογική. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει καμία προοπτική επιτυχίας του. 
Στα θετικά του όμως περιλαμβάνει α) το πλαφόν για τα παλιά δάνεια περιορίζεται στο τριπλάσιο β) από τη βάση υπολογισμού της οφειλής αφαιρείται η προσαύξηση του 50% των συμβατικών τόκων που αύξανε υπερβολικά το χρέος. Έτσι για τα παλιά δάνεια με το νέο καθεστώς ένας σημαντικός αριθμός δανειοληπτών ή δεν θα οφείλουν καθόλου ή θα οφείλουν λιγότερα. Ανοίγει δε ο δρόμος γι΄ αυτούς να προσφύγουν στα δικαστήρια με αγωγές αδικαιολογήτου πλουτισμού να αναζητήσουν ποσά αχρεωστήτως καταβληθέντα ως παράνομα ΠΑΝΩΤΟΚΙΑ. 

 

Στα αρνητικά Νόμου περιλαμβάνονται: 
1) Η ασάφεια των διατάξεων. Ποιες από τις παλιές εξακολουθούν να ισχύουν και ποιες καταργούνται. Η ασάφεια επιτείνεται και από τη διάταξη που λέει αορίστως: «Κατά τα λοιπά ισχύει αναλόγως το άρθρο 30 του Ν.2789/2000». Τι όμως καταργείται ουδείς γνωρίζει. Προβλέπω σύγχυση και μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες για να ερμηνεύσουμε τα αυτονόητα. Αυτό δείχνει ή την προχειρότητα των συντακτών ή την βούλησή τους να υπάρχει η σύγχυση να μπορούν οι τράπεζες να τον ερμηνεύουν κατά το δοκούν.


2) Σημαντική όμως ασάφεια είναι αν διατηρείται ή όχι η παρ. του παλιού νόμου που έλεγε: «Σε κάθε περίπτωση στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση σύμφωνα με τα παραπάνω δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού». Ο όρος αυτός του παλιού νόμου είχε τεθεί για να εξισορροπήσει το πλεονέκτημα που δινόταν στις τράπεζες για να πολλαπλασιάζουν τη βάση της οφειλής διπλάσια τριπλάσια ή τετραπλάσια. Αν δεν διατηρηθεί ο όρος αυτός τότε η θέση του δανειολήπτη καθίσταται δυσμενέστερη.


3) Ο νέος Νόμος δεν καταργεί την 289/1980 απόφαση της ΝΕ ούτε στον σχετικό νόμο 1083/1980 που θέσπισε τα ΠΑΝΩΤΟΚΙΑ επί Υπουργού Έβερτ. Χωρίς την κατάργηση αυτή το πρόβλημα παραμένει αντιμετωπίζεται επιφανειακά και προσωρινά και δεν το λύνει.


4) Στη διαμόρφωση του νέου Νόμου η Κυβέρνηση αγνόησε την μια πλευρά των ενδιαφερομένων τους δανειολήπτες, και συζητούσε ΜΟΝΟ με τις τράπεζες που όπως αποδεικνύεται επέβαλαν τη θέλησή τους. Το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ (ΕΛ.Ι.ΔΑ) ο μαζικός φορέας των δανειοληπτών, ουδέποτε κλήθηκε να εκφράσει τη γνώμη των μελών καίτοι έκανε προτάσεις για την ουσιαστική λύση του προβλήματος.


5) Ο Νόμος εσφαλμένα δεν αναγράφει ποιες διατάξεις καταργούνται, ποιες διατηρούνται από την μέχρι τώρα κείμενη νομοθεσία και δημιουργούνται τεράστια σύγχυση από την οποία μόνο οι τράπεζες ωφελούνται οι οποίες διαθέτουν ειδικά νομοθετικά προνόμια για την ταχεία διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του δανειολήπτη ο οποίος και με το νέο σχέδιο νόμου δεν προστατεύεται. 
Έτσι οι τράπεζες έχουν τη δυνατότητα να επικαλούνται και πάλι τις εξαιρέσεις υπαγωγής στο νέο νόμο της διάταξης της παρ. 8 άρθρο 30 Ν.2789/2000. Και αν βεβαίως οι εξαιρέσεις αυτές διατηρηθούν ως λέει η 13η παρ. του νέου νόμου τότε από την ρύθμιση αυτή εξαιρούνται αυτόματα πάνω από το 90% των δανειοληπτών διότι η επίμαχη αυτή παράγραφος ορίζει «από τη ρύθμιση εξαιρούνται υποθέσεις οι οποίες είτε ρυθμίστηκαν με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό ή αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και οι οποίες κρίθηκαν οποτεδήποτε τελεσίδικα» δηλαδή σχεδόν το σύνολο των δανειοληπτών.


6) Ο Νόμος αδικεί καταφώρως τα νέα δάνεια. Αν κάποιος πήρε δάνειο το 1999 10.000.000 δρχ. (30.000 ευρώ) με το νέο Σ/Ν θα πληρώσει το τριπλάσιο ήτοι 30.000.000 δρχ. ( 90.000 ευρώ), ενώ η πραγματική του οφειλή δεν ξεπερνάει σήμερα τα 16.000.000 δρχ., (50.000 ευρώ).

Σ΄αυτά πρέπει να προστεθεί ο τόκος μέχρι την εξόφλησή του όχι του ποσού του ληφθέντος δανείου αλλά του τριπλάσιου αυτού. Δηλαδή με το νόμο αυτό ουσιαστικά τριπλασιάζεται η οφειλή του δανειολήπτη χωρίς να συντρέχει κανένας λόγος.

 

Σε ότι αφορά τους Αγρότες:
Α) Μετά από προσεκτική μελέτη της διάταξης βλέπουμε ότι και εδώ η θέση του αγρότη δεν βελτιώνεται και η εντύπωση περί δήθεν βελτίωσης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Δεν καταργούνται νομοθετικά ούτε και αυτή τη φορά τα σκανδαλώδη και μοναδικά προνόμια που παρείχε στην ΑΤΕ ο παλαιός νόμος 4332/1929 όπου μεταξύ των άλλων καθόριζε κατά τρόπο αντισυνταγματικό την αδυναμία του αγρότη να εμφανισθεί στο δικαστήριο και να ζητήσει αναστολή πλειστηριασμού αν πρώτα δεν είχε εξασφαλίσει τη συγκατάθεση της ίδιας της Αγροτικής Τράπεζας. Οι διατάξεις αυτές φέρουν το νομοθετικό πλαίσιο της χώρας 200 χρόνια πριν τη στιγμή που η Ελλάδα είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου με τη Συνθήκη της Ρώμης καθορίζεται η ισότητα των πολιτών. Η ΑΤΕ η οποία σήμερα δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία εμπορική τράπεζα διατηρεί όλα τα προνόμια τα οποία είχαν χορηγηθεί το 1929 προκειμένου να αντιμετωπισθούν τότε έκτακτες οικονομικές καταστάσεις. Ο αγρότης και με το νέο Σ/Ν παραμένει απροστάτευτος στο έλεος του δικαστικού κλητήρα και στη θέληση του κάθε διευθυντή υποκαταστήματος.


Β) Λέει η νέα διάταξη ότι για τα δάνεια που έχουν συναφθεί πριν από το 1990 ο προσδιορισμός της οφειλής θα γίνεται με βάση τη ρύθμιση που έκανε η ΑΤΕ στους αγρότες την εποχή εκείνη. Και επί του ποσού αυτού θα προσδιορίζει τη συνολική οφειλή με ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής. Η διάταξη είναι άδικη και παράνομη διότι οι ρυθμίσεις του 1990 είχαν κεφαλαιοποιήσει κατά τρόπο παράνομο όλα τα ΠΑΝΩΤΟΚΙΑ που επιβλήθηκαν στους αγρότες μέχρι το 1990. Αυτό το ποσό το Σ/Ν το παρουσιάζει ως δήθεν οφειλή . Και αυτό επίσης αποτελεί οπισθοδρόμηση και καθιστά τη θέση του αγρότη ακόμα πιο δυσμενή.


Τέλος ο νέος Νόμος είναι ασαφής, πρόχειρος, ατεκμηρίωτος, εσφαλμένος και άδικος. Δεν λύνει δυστυχώς το πρόβλημα των ΠΑΝΩΤΟΚΙΩΝ παρά τις τυμπανοκρουσίες των υπευθύνων ότι δήθεν λύνεται το πρόβλημα. 


Αθήνα 30 Ιουλίου 2004
Ο Πρόεδρος του ΕΛΙΔΑ


ΣΕΦΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΑΚΟΣ 
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ-τ. ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ