5139/2005 ΕφΑθηνών: ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΑΡΘΡΟΥ 42 Ν.2912/2001

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 5139/2005

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 13Α  

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Μπαρμπάτση, Πρόεδρο Εφετών, Νικόλαο Καλογήρου, Αντιγόνη Καραϊσκου, Εισηγήτρια, Εφέτες και από το γραμματέα Νικόλαο Καραμπή.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Φεβρουαρίου 2005, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: Ευστράτιου Μανιά του Εμμανουήλ, κατοίκου Αγίας Μαρίνας Χανίων, ο οποίος παραστάθηκε (βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σέφη Αναστασάκο.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS A.E." με δ.τ. «EUROBANK - ERGASIAS» ως καθολικής διαδόχου της πρώην τράπεζας «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.» (προελθούσης αυτής εκ συγχωνεύσεως δι απορροφήσεως) που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Όθωνος 8, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε (βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Τζίτζικα.

Ο ενάγων και τώρα εκκαλών, με την από 23.12.2002 αγωγή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά της εναγομένης και ήδη εφεσιβλήτου που έχει κατατεθεί με τον αριθμό 9/2003, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτή.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ' αριθ. 1573/2004 οριστική του απόφαση, με την οποία απερρίφθη η ανωτέρω αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων - εκκαλών με την από 6 Ιουλίου 2004 έφεσή του, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό 2762/3-9-2004.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παρέστησαν στο ακροατήριο, σύμφωνα με σχετικές τους δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Κατά της υπ' αριθμ. 1573/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ο ενάγων (Ευστράτιος Μανιάς) που πρωτοδίκως ηττήθηκε, εν μέρει, νομότυπα και εμπρόθεσμα άσκησε την κρινόμενη έφεση. Επομένως, η έφεση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Με την ένδικη (από 23-12-2002 και με αρ. 89/2003 και 9/2003 κατάθεσή της) αγωγή του ο ενάγων (και ήδη εκκαλών) όπως το περιεχόμενο αυτής (ως προς την ιστορική και τη νομική της βάση) και τα συναρμοζόμενα, με αυτό, αιτήματά της, (αναγνωριστικά) εκτιμώνται από το Δικαστήριο τούτο, εξέθετε ότι, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2137/24-1-1996 σύμβασης πιστώσεως, με ανοικτό λογαριασμό, που συνάφθηκε μεταξύ αυτού και της δανείστριας Τράπεζας Κρήτης, της οποίας η εναγόμενη Τράπεζα (και ήδη εφεσίβλητη) είναι καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως, δι' απορροφήσεώς της. Ότι την τελευταία χορήγηση πραγματοποίησε η αντίδικός του στις 21-1-1997 για το ποσό των 10.000.000 δρχ.. Ότι, μετά από σχετική όχληση του (ενάγοντος) προς την Τράπεζα για τη ρύθμιση της οφειλής του, κατ' εφαρμογή του Ν. 2912/2001, η Τράπεζα αυτή του απέστειλε ένα πίνακα, όπως το περιεχόμενο αυτού, αναλυτικώς παρατίθεται σ' αυτήν την (ένδικη) αγωγή, με

2ο φύλλο της υπ' αριθ. 5139/2005 απόφασης

του Εφετείου Αθηνών

διαμορφούμενη την οφειλή αυτού στο ποσό των 5.532.000 δραχμών ή των 7.410,12 ευρώ. Ωστόσο όμως την τελική οφειλή του υπολόγισε στο ποσό των 2.525.000 δραχμών, ως προέκυπτε με το παλαιότερο (νομικό) καθεστώς, ισχυριζόμενος δε ωσαύτως ο ενάγων (και ήδη εκκαλών) ότι, η αντίδικός του πραγματοποίησε ανατοκισμό τόκων και προσμέτρησε επίσης στην τελική οφειλή αυτού, και έξοδα 3.080.000 δρχ. και δη εσφαλμένως κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου (ήτοι του Ν. 2912/2001), ζήτησε τελικώς Α) Να αναγνωρισθεί ότι υφίσταται, υπέρ αυτού πιστωτικό του υπόλοιπο, ανερχόμενο στο ποσό των 3.354.238 δρχ. ή των 9.843,69 ευρώ, έναντι του εμφανιζομένου, εσφαλμένως, ως χρεωστικού του υπολοίπου, του ποσού των 5.532.000 δρχ. (ή 16.234,78 ευρώ) κατά την 9-5-2001 (εκ των οποίων το ποσό των 3.080.000 δρχ. ή 9.038,88 ευρώ, αφορά σε έξοδα της αντιδίκου του Τράπεζας) Β) Να αναγνωρισθεί ότι εσφαλμένως χρεώθηκε, από την Τράπεζα αυτήν επιπλέον το μη νομίμως οφειλόμενο ποσό των 8.896.238 δρχ. (ή των 28.078,47 ευρώ) ήτοι 5.532.000 δρχ. (ή 16.234,78 ευρώ), χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο εμφανίζει η Τράπεζα και Γ) Ότι το ποσό των 3.080.000 δρχ. (ή 9.038,88 ευρώ) αφορά σε έξοδα της Τράπεζας, τα οποία εσφαλμένως και παρανόμως του καταλόγισε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση του, μολονότι δέχθηκε ότι, α) δεν προσμετρώνται στη συνολική οφειλή του ενάγοντος (εκκαλούντος) τόκοι 118.000 δρχ. (που υπολόγισε η Τράπεζα) για την χρονική περίοδο από 22-1-1998 έως και 3-2-1998, β) δεν προσμετρώνται και έξοδα ποσού 3.080.000 δραχμών, που επίσης εσφαλμένως υπολόγισε η Τράπεζα και γ) ότι αφαιρούνται και καταβολές του ενάγοντος (εκκαλούντος) κατά το χρονικό διάστημα από τις 22-1-1998 μέχρι τις 9-5-2001, συνολικού ύψους αυτών 23.800.000 δρχ., ώστε εντεύθεν να απομείνει υπόλοιπο 2.016.000 δρχ. (ήτοι 25.816.000 μείον 23.800.000 για τις γενόμενες ως άνω καταβολές, ίσον 2.016.000 δρχ.) και παρότι τελικώς δέχτηκε ότι η επαναπροσδιοριζόμενη οφειλή ανέρχεται στο ποσό των 2.016.000 δρχ. και όχι στο ποσό των 5.532.000 δρχ., που είχε καθορίσει η Τράπεζα αυτή, ωστόσο έκρινε και δέχτηκε, ότι δεν υφίσταται τελικώς πιστωτικό υπόλοιπο υπέρ του ενάγοντος (εκκαλούντος), όπως αυτός είχε ζητήσει με την ένδικη αγωγή του και απέρριψε, ως προς το αίτημα αυτό την αγωγή. Με τις ανωτέρω αιτιολογίες της, απέρριψε τελικώς την ένδικη αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών (ενάγων) με την κρινόμενη έφεσή του, ζητώντας την μερική εξαφάνισή της, ως προς τα ανωτέρω, επισημαινόμενα κεφάλαιά της, που τον βλάπτουν, επί τω τέλει όπως γίνει δεκτή (τελικώς) στο σύνολο της η ένδικη αγωγή.

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, «σε προσαρμογή του ελληνικού Δικαίου, προς την οδηγία αριθμ. 98/26/ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19.5.1998, σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις», ορίζεται ότι «κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η συνολική οφειλή από τόκους κάθε είδους, συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με τα πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβεί το πιο κάτω αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαίτησης, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης ή προκειμένω περί αλληλόχρεων λογαριασμών, κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος αυτών ή, όπου δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, από τότε που η απαίτηση κατέστη εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τους όρους της οικείας σύμβασης ή κατά το νόμο...». Περαιτέρω, στην παράγραφο 2 του ίδιου, ως άνω άρθρου, ορίζεται ότι «καταβολές που έχουν γίνει υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, μετά της ημερομηνίας της προηγούμενης παραγράφου, αφαιρούνται από την εκ τόκων οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος, προαφαιρουμένων από αυτές, των εξόδων που έχουν πράγματι εκταμιευτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα...». Η ως άνω νομοθετική ρύθμιση, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, αναφέρεται στο προσδιορισμό, κατά την έννοια αυτών, της

3ο φύλλο της υπ' αριθ. 5139/2005 απόφασης

του Εφετείου Αθηνών

συνολικής, εκ τόκων, οφειλής των προαναφερομένων δανειακών συμβάσεων: Με τον επακολουθήσαντα, τον ανωτέρω Ν. 2912/2001 «προσαρμογή στις διατάξεις της οδηγίας 94/86 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, για τη θέσπιση βασικών αρχών που διέπουν τις έρευνες ατυχημάτων και συμβάντων της Πολιτικής Αεροπορίας -Ενίσχυση, της κρατικής εποπτείας επί Προτύπων Ασφαλείας Πτήσεων, ρύθμιση συναφών θεμάτων της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) ΚΑΙ άλλες διατάξεις», γίνεται σε νέα βάση η ρύθμιση που αφορά πλέον στην συνολική εκ κεφαλαίων και τόκων οφειλή των δανειοληπτών. Ειδικότερα, με το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001 (ΦΕΚ αριθμ. φύλλου 94/9-5-2001), αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του προϊσχύσαντος άρθρου 30 του Ν. 2789/2000 και ορίστηκε ότι, κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η συνολική οφειλή, από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβεί, το εν συνεχεία στη διάταξη αυτήν, αναφερόμενο πολλαπλάσιο, του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου, προσαυξημένου του ποσού αυτού, με συμβατικούς τόκους, μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου, κατ' ανώτατο όριο.

Περαιτέρω, με την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου (42 του Ν. 2912/2001) αντικαταστάθηκε η παράγραφος 2 του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, η οποία, για τον προσδιορισμό των τόκων, επέβαλε την προαφαίρεση των εξόδων, από τις γενόμενες εκ μέρους των δανειοληπτών καταβολές και ορίζεται πλέον (με την νέα αυτή διάταξη) ότι, όλες οι καταβολές, που έχουν γίνει οποτεδήποτε, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί με την (ως άνω) παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, δηλαδή στο πολλαπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου, προσαυξημένου μέχρι το 50%, για συμβατικούς τόκους κατ' ανώτατο όριο (δηλαδή επί του ληφθέντος κεφαλαίου). Με την νέα αυτήν (ως άνω) ρύθμιση, η μη επανάληψη της διάταξης των σχετικών με την προαφαίρεση όλων (και την προσμέτρηση) των εξόδων των πιστωτικών ιδρυμάτων, από τις γενόμενες καταβολές, για τον προσδιορισμό δηλαδή της συνολικής, οφειλής του δανειολήπτη, δεν συνιστά, ως αντιθέτως ισχυρίζεται η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη Τράπεζα, εξ αβλεψίας του νομοθέτη μάλιστα, νομοθετικό κενό. Αντιθέτως για το ότι πράγματι υπήρξε η προαναφερόμενη, νομοθετική βούληση, και δη κατά τη σαφή έννοια και το σκοπό (της εν λόγω νομοθετικής ρύθμισης), για τη λήψη του μέτρου αυτού υπέρ του δανειολήπτη προκύπτει και από το ότι ενώ, στο σχέδιο, του άρθρου 42 επαναλαμβάνεται η προαφαίρεση των εξόδων (υπέρ των πιστωτικών ιδρυμάτων) από τις γενόμενες από το δανειολήπτη καταβολές, κατά τη συζήτηση (ωστόσο) της σχετικής τροπολογίας στο ελληνικό Κοινοβούλιο, η τοιαύτη ρύθμιση δεν περιελήφθη καθόλου (τελικώς) στην ψηφισθείσα (ως άνω) διάταξη, με τη σαφή σκέψη προς τούτο, ότι η μη αφαίρεση των εξόδων από τις γενόμενες καταβολές  και ο μη καταλογισμός αυτών στην οφειλή, είναι μέτρο υπέρ των δανειοληπτών, προς περιορισμό μάλιστα του μεγέθους και της έκτασης της οφειλής του (βλ. και τα προσκομιζόμενα σχετικώς, πρακτικά της Βουλής, στη συνεδρίαση αυτής της 4-4-2001). Εξάλλου, η από τη ανωτέρω διάταξη (του άρθρου 42 του Ν. 2912/2001), καθιερούμενη απαγόρευση στα πιστωτικά ιδρύματα να καταλογίζουν έξοδα σε βάρος των δανειοληπτών τους - έστω και αν περιέχεται στις κατ' ιδίαν συμβάσεις τους, αντίθετος ρητός συμβατικός όρος, ούτε στο άρθρο 5 ούτε στο άρθρο 106 παρ. 2 του Συντάγματος ούτε στο άρθρο 1 του προσθέτου (πρώτου) πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αντίκειται, αλλ' απεναντίας συμπλέει και προς το σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας κατ' άρθρο 25 παρ. 1 εδαφ. β΄ του Συντάγματος, καθώς  επίσης και στο άρθρο 5 αυτού (βλ. και Ολ.ΑΠ 2/1997-10/2003 Δ/νη 44, 405 - 40/1998 Δ/νη 40, 46 και Εφ. Αθ. 4110/2004 αδημ. στο νομικό τύπο). Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, που ομοίως έκρινε και δέχτηκε ότι κατά τον προσδιορισμό της οφειλής του ενάγοντος (εκκαλούντος) δανειολήπτη της παρά το νόμο η εναγόμενη (εφεσίβλητη) Τράπεζα καταλόγισε σε βάρος αυτού και έξοδα 3.080.000 δραχμών, ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο (και

 

4ο φύλλο της υπ' αριθ. 5139/2005 απόφασης

του Εφετείου Αθηνών

επίσης σωστά εξετίμησε τις αποδείξεις). Όπως έκρινε και το Δικαστήριο τούτο - ανεξαρτήτως του ότι δεν άσκησε έφεση η εναγόμενη (και ήδη εφεσίβλητη Τράπεζα) - κατά την αυτεπάγγελτη έρευνά του, ως προς τη νομιμότητα της ένδικης αγωγής, ως προς ανωτέρω κεφάλαιο.

Σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του Ν. 2789/2000 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001), προκειμένω περί αλληλόχρεου λογαριασμού - όπως πρόκειται και στην εδώ ερευνώμενη υπόθεση - που έχει κλείσει οριστικά για τον υπολογισμό της συνολικής οφειλής λαμβάνεται, κατ' αρχήν υπόψη το ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα έτος μετά λήξη της τελευταίας χορήγησης, το οποίο προσαυξάνεται με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος, από το δανειολήπτη, κεφαλαίου, κατ' ανώτατο  όριο. Ακολούθως, προκειμένω να καθοριστεί η βάση υπολογισμού της οφειλής του δανειολήπτη, μετά την ανωτέρω προσαύξηση, των συμβατικών τόκων, το ποσό που προκύπτει πολλαπλασιάζεται επί δύο (2), για την περίπτωση, που η λήψη της τελευταίας χορήγησης πραγματοποιήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1991 μέχρι 31-12-2000, όπως δε συμβαίνει και στην ερευνώμενη υπόθεση, σύμφωνα με τα πιο κάτω ειδικότερα αναφερόμενα. Σύμφωνα δε, με το τελευταίο εδάφιο της πιο πάνω διάταξης «σε κάθε περίπτωση στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμούς». Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη στην αρχή προεκτέθηκε, ο ενάγων και ήδη εκκαλών, με την ένδικη αγωγή του - ως προς ό,τι εδώ ενδιαφέρει- εκθέτει ότι η αντίδικος του Τράπεζα «EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.», δυνάμει της 2137/24-11-1996 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (δηλαδή αλληλόχρεο) λογαριασμό, που συνάφθηκε μεταξύ τους, του χορήγησε πίστωση μέχρι 17.000.000 δραχμών. Η τελευταία δε προς τον ίδιο χορήγηση έγινε, στις 21-1-1997, για ποσό 10.000.000 δρχ. Η αντίδικός του αυτή κατόπιν δικής του οχλήσεως, προς τούτο, και δη για να ρυθμίσει την οφειλή του σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2912/2001 του απέστειλε ένα πίνακα, όπως αυτός παρατίθεται και ειδικότερα αναλύεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής του. Σ' αυτόν (τον πίνακα) η Τράπεζα αυτή διαμορφώνει την τελική του οφειλή στο ποσό των 7.410,12 ευρώ (2.524.998 δρχ.). Ωστόσο όμως ισχυρίζεται ο ίδιος (εκκαλών) ότι η Τράπεζα αυτή, ως τελική του οφειλή υπολογίζει το ποσό σε βάρος του των 2.525.000 δρχ., με υπολογισμό όμως αναγόμενο στο παλαιότερο νομοθετικό καθεστώς. Για τους ανωτέρω λόγους, που ο ίδιος (ο εκκαλών) αναφέρει στην αγωγή του, ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, η Τράπεζα έχει παρά τον νόμο (και εσφαλμένα) υπολογίσει την οφειλή του α) με μη νόμιμο ειδικότερα ανατοκισμό τόκων (τόκους δηλαδή επί των τόκων) β) με καταλογισμό σε βάρος του, επίσης παρά τον νόμο (ήτοι κατά παράβαση των προαναφερόμενων ειδικώς διατάξεων του νόμου) 3.080.000 δρχ. ως εξόδων της (της Τράπεζας), που τα προσμετρά υπέρ αυτής και σε βάρος του ίδιου αντίστοιχα και ζητεί, το μεν να αναγνωρισθεί ότι δεν οφείλει ο ίδιος από την αναπροσδιοριζόμενη (με τον νεώτερο νόμο) επίδικη σύμβαση, ως υπόλοιπο χρεωστικό 5.532.000 δρχ. το δε και ότι (αντιθέτως) υφίσταται υπέρ αυτού, πιστωτικό υπόλοιπο, 9.843,69 ευρώ (ή 3.354.238 δρχ.), το οποίο ωσαύτως ζητεί, να αναγνωρισθεί δικαστικώς, ότι του το οφείλει η αντίδικός του Τράπεζα. Σημειώνεται ότι, αντίθετα με την παραδοχή της εκκαλουμένης, που δέχεται ότι, δεν υπήρξαν ανατοκισμοί, (δηλαδή επιβολή τόκων επί τόκων), ο ενάγων (και ήδη εκκαλών) όπως και στην ένδικη αγωγή του, που ως άνω προβάλλει, παραπονείται κατ' αυτής (της εκκαλουμένης) ότι αντιθέτως έχει υπολογίσει η αντίδικός του Τράπεζα ανατοκισμούς τόκων και δη τόκους, τόσο επί συμβατικών τόκων, όσο και επί τόκων "καθυστέρησης" τουλάχιστον ανά τρίμηνο καθόσον άλλωστε, ως εδέξαντο κατά τούτο η εκκαλουμένη, η βασική οφειλή προσαυξημένη με το ανωτέρω αναφερόμενο στην μείζονα σκέψη ποσό (ήτοι με συμβατικούς μόνο τόκους, ίσους με το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου, δηλαδή της εν λόγω βασικής οφειλής, κατ' ανώτατο όριο)

 

5ο φύλλο της υπ' αριθ. 5139/2005 απόφασης

του Εφετείου Αθηνών

των συμβατικών τόκων, δεν μπορεί να υπερβαίνει το πολλαπλάσιο 2, 3, 4, ανάλογα με το χρόνο της σύναψης της σύμβασης.

Εξάλλου με την εκκαλουμένη έγιναν δεκτά και τα εξής: Ως βάση της οφειλής του ενάγοντος λαμβάνεται το ποσό της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε στις 21-11-1998, ένα (1) έτος δηλαδή μετά την τελευταία χορήγηση, που έγινε στις 21-11-1997, για το συγκεκριμένο ποσό των 12.908.000 δρχ. Ότι, η οφειλή "βάσης" αθροιζομένη με ποσό συμβατικών τόκων 6.454.000 δρχ., που είναι το μισό (1/2) του ληφθέντος κεφαλαίου, δίνει το ποσό των 19.362.000 δρχ., το οποίο δεν υπερβαίνει το πολλαπλάσιο της βασικής οφειλής που αναλογεί με την παλαιότητα (εν προκειμένω 2) ανέρχεται σε 25.816.000 δρχ.

Ενόψει όλων των ανωτέρω δεν μπορεί να διαγνωσθεί με βεβαιότητα από το Δικαστήριο τούτο, εάν τόκοι τόκων και δη για μικρότερο του εξαμήνου (για τρίμηνο π.χ. χρονικό διάστημα) έχουν καταλογισθεί σε βάρος του ενάγοντος (εκκαλούντος). Λόγω δε, του πολύπλοκου των μαθηματικών πράξεων και των ειδικών λογιστικών εκτιμήσεων που απαιτούνται για την εξεύρεση του εάν και πότε καταλογίσθηκαν - πλην και των συμβατικών - και τόκοι τόκων, και σε ποια διαστήματα, μετά το οριστικό ή και τα περιοδικά (ή και προσωρινά) κλεισίματα του αλληλόχρεου αυτού λογαριασμού, το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο, σύμφωνα με τα άρθρα 370, 372 και 383 Κ.Πολ.Δ., να διατάξει πραγματογνωμοσύνη (λογιστική) από ένα πραγματογνώμονα (πρώην υπάλληλο Τράπ