4110/2004 : Απόφαση Εφετείου Αθηνών (Περίληψη) - Πανωτόκια

4110/2004 απόφαση Εφετείου Αθηνών

Σύμφωνη με το Σύνταγμα (άρθρ. 5, 25 παρ. 1) και τη διάταξη του άρθρου 1 του πρόσθετου (πρώτου) πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α, η απαγόρευση στα πιστωτικά ιδρύματα να καταλογίζουν έξοδα σε βάρος των δανειοληπτών.

Με την αντιπαραβολή των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 42 ν. 292/2001 με την οποία αντικαταστάθηκε η παρ.2 του άρθρου 30 Ν.2789/2000, σαφέστατα προκύπτει ότι με τη ρύθμιση του άρθρου 42 ρητώς σκοπήθηκε η κατά το κρίσιμο χρόνο προσδιορισμού της οφειλής (9-5-2001) αποστέρηση των τραπεζών του δικαιώματος να καταλογίσουν εις βάρος των δανειοληπτών τα μέχρι του χρόνου εκείνου έξοδα στην επιδίωξη περιορισμού της συνολικής εκ πάσης αιτίας οφειλής τους, σκοπός ο οποίος εναρμονίζεται και με τον ποσοτικό περιορισμό μόνο των συμβατικών τόκων σε ποσοστό 50% του κεφαλαίου.
Η απαγόρευση στα πιστωτικά ιδρύματα κατά τον υπό του νόμου αυτού προσδιορισμό των οφειλής των δανειοληπτών να καταλογίζουν έξοδα εις βάρος αυτών, δεν αντίκειται στο άρθρο 5 του Συντάγματος ούτε και στη διάταξη του άρθρου 1 του προσθέτου (πρώτου) πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Η άνω διάταξη θεσπίστηκε για λόγους γενικότερου δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος προς προστασία των συναλλασσόμενων με τις Τράπεζες ιδιωτών. Η με την άνω διάταξη του άρθρου 42 θεσπιζόμενη αποστέρηση των πιστωτικών ιδρυμάτων από στοιχείο της περιουσίας τους επεβλήθη ως μέτρον ανάγκης προς αντιμετώπιση του κονωνικού φαινομένου της υπέρμετρης οικονομικής επιβάρυνσης των δανειοληπτών πρόσφορο δε με τον περιορισμό της απαιτήσεως κατ΄ αυτών, η δε από τις τράπεζες απώλεια της εκ των εξόδων απαιτήσεως, δεν είναι δυσανάλογη σε σχέση με την επιβολή υπέρμετρων χρηματικών ποσών λόγω εξόδων για τα εις αυτούς χορηγούμενα δάνεια.

4110/2004 απόφαση Εφετείου Αθηνών

Σύμφωνη με το Σύνταγμα (άρθρ. 5, 25 παρ. 1) και τη διάταξη του άρθρου 1 του πρόσθετου (πρώτου) πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α, η απαγόρευση στα πιστωτικά ιδρύματα να καταλογίζουν έξοδα σε βάρος των δανειοληπτών.

Με την αντιπαραβολή των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 42 ν. 292/2001 με την οποία αντικαταστάθηκε η παρ.2 του άρθρου 30 Ν.2789/2000, σαφέστατα προκύπτει ότι με τη ρύθμιση του άρθρου 42 ρητώς σκοπήθηκε η κατά το κρίσιμο χρόνο προσδιορισμού της οφειλής (9-5-2001) αποστέρηση των τραπεζών του δικαιώματος να καταλογίσουν εις βάρος των δανειοληπτών τα μέχρι του χρόνου εκείνου έξοδα στην επιδίωξη περιορισμού της συνολικής εκ πάσης αιτίας οφειλής τους, σκοπός ο οποίος εναρμονίζεται και με τον ποσοτικό περιορισμό μόνο των συμβατικών τόκων σε ποσοστό 50% του κεφαλαίου.
Η απαγόρευση στα πιστωτικά ιδρύματα κατά τον υπό του νόμου αυτού προσδιορισμό των οφειλής των δανειοληπτών να καταλογίζουν έξοδα εις βάρος αυτών, δεν αντίκειται στο άρθρο 5 του Συντάγματος ούτε και στη διάταξη του άρθρου 1 του προσθέτου (πρώτου) πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Η άνω διάταξη θεσπίστηκε για λόγους γενικότερου δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος προς προστασία των συναλλασσόμενων με τις Τράπεζες ιδιωτών. Η με την άνω διάταξη του άρθρου 42 θεσπιζόμενη αποστέρηση των πιστωτικών ιδρυμάτων από στοιχείο της περιουσίας τους επεβλήθη ως μέτρον ανάγκης προς αντιμετώπιση του κονωνικού φαινομένου της υπέρμετρης οικονομικής επιβάρυνσης των δανειοληπτών πρόσφορο δε με τον περιορισμό της απαιτήσεως κατ΄ αυτών, η δε από τις τράπεζες απώλεια της εκ των εξόδων απαιτήσεως, δεν είναι δυσανάλογη σε σχέση με την επιβολή υπέρμετρων χρηματικών ποσών λόγω εξόδων για τα εις αυτούς χορηγούμενα δάνεια.