117/2004 : Απόφαση Εφετείου Αθηνών (Περίληψη) - Αναγκαστική εκτέλεση

117/2004 Απόφαση Εφετείου Αθηνών



Ακυρότητα διενεργηθέντων πράξεων αναγκαστικής εκτελέσεως και πλειστηριασμών λόγω ρητής απαγόρευσης κατ΄ άρθρο 30 παρ. 4β ν.2789/2000, για όλες τις οφειλές προς τα πιστωτικά ιδρύματα από συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων χωρίς να γίνεται διάκριση αυτών που υπόκεινται ή όχι σε επανακαθορισμό με βάση τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού
Προαπόδειξη της βεβαιότητας της εκτελούμενης απαιτήσεως της Τράπεζας (915 Κ.ΠΟΛ.Δ) με έγγραφο που συγκοινοποιείται με την επιταγή (924 Κ.ΠΟΛ.Δ), μετά την έκδοση του ν.2789/2000. 
Δεν αποτελεί αναγνώριση χρέους η αναγνώριση ή η μη αμφισβήτηση του καταλοίπου που προέκυψε από το περιοδικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού το οποίο απλώς αποτελεί κονδύλιο του αλληλόχρεου λογαριασμού μη απαιτητό αυτοτελώς

Από το άρθρο 30 παρ. 4β ν.2789/2000 προκύπτει ανενδοιάστως ότι η αναστολή εκτελέσεως που επιτάσσεται με αυτήν καλύπτει όλες τις οφειλές προς τα πιστωτικά ιδρύματα χωρίς να γίνεται διάκριση αυτών που υπόκεινται ή όχι σε «επανακαθορισμό» με βάση τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού
Από άποψη αναγκαστικής εκτελέσεως η Τράπεζα δεν μπορεί να επισπεύσει έγκυρα αναγκαστική εκτέλεση αν δεν προαποδείξει τη βεβαιότητα της εκτελούμενης απαιτήσεώς της με έγγραφο και αν δεν συγκοινοποιήσει με την επιταγή της το έγγραφο αυτό. 
Η παρ. 8 άρθρ. 30 ν.2789/2000 καθιερώνει «αντίθετο» κανόνα προς τη «βασική» διάταξη του άρθρου 30 παρ. 4 ν.27879/2000 που επιτάσσει την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης ο αντίθετος δε αυτός κανόνας διαμορφώνεται δικονομικά σε ένσταση η οποία πρέπει να διαλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που την στηρίζουν και αίτημα.
Η ενοχή περί του καταλοίπου που προκύπτει από το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού γεννάται ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα κονδύλια του, όταν ο οφειλέτης εκτός άλλων αναγνώρισε αφότου έκλεισε οριστικά ο λογαριασμός του το κατάλοιπο και την εξ αυτού οφειλή του, οπότε και μόνο συνάπτεται σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους.

117/2004 Απόφαση Εφετείου Αθηνών



Ακυρότητα διενεργηθέντων πράξεων αναγκαστικής εκτελέσεως και πλειστηριασμών λόγω ρητής απαγόρευσης κατ΄ άρθρο 30 παρ. 4β ν.2789/2000, για όλες τις οφειλές προς τα πιστωτικά ιδρύματα από συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων χωρίς να γίνεται διάκριση αυτών που υπόκεινται ή όχι σε επανακαθορισμό με βάση τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού
Προαπόδειξη της βεβαιότητας της εκτελούμενης απαιτήσεως της Τράπεζας (915 Κ.ΠΟΛ.Δ) με έγγραφο που συγκοινοποιείται με την επιταγή (924 Κ.ΠΟΛ.Δ), μετά την έκδοση του ν.2789/2000. 
Δεν αποτελεί αναγνώριση χρέους η αναγνώριση ή η μη αμφισβήτηση του καταλοίπου που προέκυψε από το περιοδικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού το οποίο απλώς αποτελεί κονδύλιο του αλληλόχρεου λογαριασμού μη απαιτητό αυτοτελώς

Από το άρθρο 30 παρ. 4β ν.2789/2000 προκύπτει ανενδοιάστως ότι η αναστολή εκτελέσεως που επιτάσσεται με αυτήν καλύπτει όλες τις οφειλές προς τα πιστωτικά ιδρύματα χωρίς να γίνεται διάκριση αυτών που υπόκεινται ή όχι σε «επανακαθορισμό» με βάση τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού
Από άποψη αναγκαστικής εκτελέσεως η Τράπεζα δεν μπορεί να επισπεύσει έγκυρα αναγκαστική εκτέλεση αν δεν προαποδείξει τη βεβαιότητα της εκτελούμενης απαιτήσεώς της με έγγραφο και αν δεν συγκοινοποιήσει με την επιταγή της το έγγραφο αυτό. 
Η παρ. 8 άρθρ. 30 ν.2789/2000 καθιερώνει «αντίθετο» κανόνα προς τη «βασική» διάταξη του άρθρου 30 παρ. 4 ν.27879/2000 που επιτάσσει την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης ο αντίθετος δε αυτός κανόνας διαμορφώνεται δικονομικά σε ένσταση η οποία πρέπει να διαλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που την στηρίζουν και αίτημα.
Η ενοχή περί του καταλοίπου που προκύπτει από το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού γεννάται ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα κονδύλια του, όταν ο οφειλέτης εκτός άλλων αναγνώρισε αφότου έκλεισε οριστικά ο λογαριασμός του το κατάλοιπο και την εξ αυτού οφειλή του, οπότε και μόνο συνάπτεται σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους.