609/2003 :Απόφαση Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου (Περίληψη) - Αναγκαστική εκτέλεση

Απόφαση 609/2003 Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου



Κατά το άρθρο 11 παρ. 4 του Ν. 4332/1929, «η εκτέλεση επί της κινητής περιουσίας των ενεχομένων οφειλετών άρχεται δια επιδόσεως επιταγής προς πληρωμήν περιεχούσης περίληψιν της απαιτήσεως μετά μνείας ιδία του οφειλομένου ποσού, επιδίδεται δε η τοιαύτη επιταγή εις τον οφειλέτη ή τους συνυποχρέους ή τους αντικλήτους των. Μετά 5 ημέρες από της επιδόσεως δύναται να γίνει η αναγκαστική κατάσχεση της κινητής περιουσίας του επιτασσομένου. Σύμφωνα δε με την παρ. 4 του ίδιο άρθρου, «Κατά της κοινοποιηθείσης συμφώνως τω παρόντι επιταγής και της περαιτέρω εκτελέσεως ουδέν ένδικο μέσον χωρεί ή μόνον ανακοπή, ασκουμένη επί τω λόγω της εξοφλήσεως ή ετέρω αποσβεστικώ της απαιτήσεως γεγονότι, εφόσον ταύτα δύνανται να αποδειχθώσιν παραχρήμα εκ μέρους του οφειλέτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου εντός 5 ημερών από της κοινοποιήσεως αυτού του δικογράφου της επιταγής ή ετέρου δικογράφου της εκτελεστικής διαδικασίας.» Το άρθρο 11 παρ. 4 του Ν. 4332/1929, περιορίζοντας τους δυνάμενους να προταθούν από τον οφειλέτη λόγους ανακοπής μόνο στους ισχυρισμούς περί αποσβέσεως της απαίτησης και αποκλείοντας κάθε άλλη αντίρρηση κατά της απαιτήσεως, (όπως πχ επίκληση δικαιοκωλυτικών γεγονότων που εμπόδισαν την γένεση της απαιτήσεως ή προβολή ανατρεπτικών ή αναβλητικών ενστάσεων που παραλύουν οριστικά ή προσωρινά την ενέργεια της εκτελουμένης απαιτήσεως, ώστε να μην δικαιολογείται επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίησή της) αντιβαίνει ευθέως στο συνταγματικό δικαίωμα πλήρους και αποτελεσματικής προστασίας κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Διότι στο μέτρο που αποκλείει την προβολή εν γένει αντιρρήσεων κατά της διαδικασίας αλλά και των ενστάσεων (πλην των υπό στενή έννοια αποσβεστικών λόγων) κατά απαιτήσεως, δημιουργεί κενό έννομης προστασίας όταν οι πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας πάσχουν από ακυρότητα λόγω παράβασης διατάξεων του δικαίου της εκτελέσεως ή όταν η εκτελούμενη απαίτηση είναι ανύπαρκτη επειδή δεν γεννήθηκε ποτέ, ή υπόκειται στην προβολή ενστάσεως του ουσιαστικού δικαίου. Γίνεται δεκτό ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτελέσεως επί τη βάσει τίτλου που δεν είναι δικαστική απόφαση, τότε μόνο δεν προσκρούει στην συνταγματική έννομη τάξη, όταν συνδυάζεται και με την καθιέρωση πλήρους συστήματος άμυνας του καθού για τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας της εκτελέσεως, συνοδευόμενο και από την δυνατότητα αιτήσεως αναστολής ενόσω εκκρεμεί η δίκη για το κύρος της εκτελέσεως. Η αίτηση αναστολής είναι το μόνο πρόσφορο μέσο αποτελεσματικής παρέμβασης του οφειλέτη στην εξελισσόμενη σε βάρος του ελαττωματική εκτελεστική διαδικασία. Περαιτέρω η ρύθμιση του άρθρου 9 του Ν. 4332/1929 προβλέπει μεν την δυνατότητα αιτήσεως αναστολής, εξαρτά όμως την αποδοχή της αιτήσεως εξαρτά όμως την αποδοχή της αιτήσεως από την συγκατάθεση της επισπεύδουσας ΑΤΕ. Η προϋπόθεση αυτή είναι φανερό ότι αναιρεί την δυνατότητα αιτήσεως αναστολής και υπό την έννοια αυτή βρίσκεται σε αντίθεση προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Η προϋπόθεση αυτή είναι ανίσχυρος και πρέπει να αγνοηθεί κατά την εφαρμογή της διατάξεως. Μόνες εναρμονιζόμενες προς το άρθρο 20 του Συντάγματος προϋποθέσεις, από τις οποίες είναι δυνατό να εξαρτηθεί η αίτηση αναστολής, αποτελούν η ευδοκίμηση των λόγων ανακοπής, καθώς και η πιθανολόγηση κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η περιοριστική ρύθμιση της παρ. 4 του άρθρου 11 Ν. 4332/1929 ως αντίθετη στο άρθρο 20 παρ. 1 Συντάγματος είναι ανίσχυρη. Αντ' αυτής ισχύει, δυνάμει του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το πλήρες σύστημα άμυνας του καθου η εκτέλεση, το οποίο καθιερώνεται κατά το κοινό δίκαιο στο οποίο άλλωστε παραπέμπει το άρθρο 53 παρ. 2 Ν. Δ. 17.7.13-8-1923 το οποίο έχει εφαρμογή (για την κατά τα λοιπά ρύθμιση της διαδικασίας της εκτελέσεως ) σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 Ν. 4332/1929.

Απόφαση 609/2003 Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου



Κατά το άρθρο 11 παρ. 4 του Ν. 4332/1929, «η εκτέλεση επί της κινητής περιουσίας των ενεχομένων οφειλετών άρχεται δια επιδόσεως επιταγής προς πληρωμήν περιεχούσης περίληψιν της απαιτήσεως μετά μνείας ιδία του οφειλομένου ποσού, επιδίδεται δε η τοιαύτη επιταγή εις τον οφειλέτη ή τους συνυποχρέους ή τους αντικλήτους των. Μετά 5 ημέρες από της επιδόσεως δύναται να γίνει η αναγκαστική κατάσχεση της κινητής περιουσίας του επιτασσομένου. Σύμφωνα δε με την παρ. 4 του ίδιο άρθρου, «Κατά της κοινοποιηθείσης συμφώνως τω παρόντι επιταγής και της περαιτέρω εκτελέσεως ουδέν ένδικο μέσον χωρεί ή μόνον ανακοπή, ασκουμένη επί τω λόγω της εξοφλήσεως ή ετέρω αποσβεστικώ της απαιτήσεως γεγονότι, εφόσον ταύτα δύνανται να αποδειχθώσιν παραχρήμα εκ μέρους του οφειλέτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου εντός 5 ημερών από της κοινοποιήσεως αυτού του δικογράφου της επιταγής ή ετέρου δικογράφου της εκτελεστικής διαδικασίας.» Το άρθρο 11 παρ. 4 του Ν. 4332/1929, περιορίζοντας τους δυνάμενους να προταθούν από τον οφειλέτη λόγους ανακοπής μόνο στους ισχυρισμούς περί αποσβέσεως της απαίτησης και αποκλείοντας κάθε άλλη αντίρρηση κατά της απαιτήσεως, (όπως πχ επίκληση δικαιοκωλυτικών γεγονότων που εμπόδισαν την γένεση της απαιτήσεως ή προβολή ανατρεπτικών ή αναβλητικών ενστάσεων που παραλύουν οριστικά ή προσωρινά την ενέργεια της εκτελουμένης απαιτήσεως, ώστε να μην δικαιολογείται επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίησή της) αντιβαίνει ευθέως στο συνταγματικό δικαίωμα πλήρους και αποτελεσματικής προστασίας κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Διότι στο μέτρο που αποκλείει την προβολή εν γένει αντιρρήσεων κατά της διαδικασίας αλλά και των ενστάσεων (πλην των υπό στενή έννοια αποσβεστικών λόγων) κατά απαιτήσεως, δημιουργεί κενό έννομης προστασίας όταν οι πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας πάσχουν από ακυρότητα λόγω παράβασης διατάξεων του δικαίου της εκτελέσεως ή όταν η εκτελούμενη απαίτηση είναι ανύπαρκτη επειδή δεν γεννήθηκε ποτέ, ή υπόκειται στην προβολή ενστάσεως του ουσιαστικού δικαίου. Γίνεται δεκτό ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτελέσεως επί τη βάσει τίτλου που δεν είναι δικαστική απόφαση, τότε μόνο δεν προσκρούει στην συνταγματική έννομη τάξη, όταν συνδυάζεται και με την καθιέρωση πλήρους συστήματος άμυνας του καθού για τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας της εκτελέσεως, συνοδευόμενο και από την δυνατότητα αιτήσεως αναστολής ενόσω εκκρεμεί η δίκη για το κύρος της εκτελέσεως. Η αίτηση αναστολής είναι το μόνο πρόσφορο μέσο αποτελεσματικής παρέμβασης του οφειλέτη στην εξελισσόμενη σε βάρος του ελαττωματική εκτελεστική διαδικασία. Περαιτέρω η ρύθμιση του άρθρου 9 του Ν. 4332/1929 προβλέπει μεν την δυνατότητα αιτήσεως αναστολής, εξαρτά όμως την αποδοχή της αιτήσεως εξαρτά όμως την αποδοχή της αιτήσεως από την συγκατάθεση της επισπεύδουσας ΑΤΕ. Η προϋπόθεση αυτή είναι φανερό ότι αναιρεί την δυνατότητα αιτήσεως αναστολής και υπό την έννοια αυτή βρίσκεται σε αντίθεση προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Η προϋπόθεση αυτή είναι ανίσχυρος και πρέπει να αγνοηθεί κατά την εφαρμογή της διατάξεως. Μόνες εναρμονιζόμενες προς το άρθρο 20 του Συντάγματος προϋποθέσεις, από τις οποίες είναι δυνατό να εξαρτηθεί η αίτηση αναστολής, αποτελούν η ευδοκίμηση των λόγων ανακοπής, καθώς και η πιθανολόγηση κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η περιοριστική ρύθμιση της παρ. 4 του άρθρου 11 Ν. 4332/1929 ως αντίθετη στο άρθρο 20 παρ. 1 Συντάγματος είναι ανίσχυρη. Αντ' αυτής ισχύει, δυνάμει του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το πλήρες σύστημα άμυνας του καθου η εκτέλεση, το οποίο καθιερώνεται κατά το κοινό δίκαιο στο οποίο άλλωστε παραπέμπει το άρθρο 53 παρ. 2 Ν. Δ. 17.7.13-8-1923 το οποίο έχει εφαρμογή (για την κατά τα λοιπά ρύθμιση της διαδικασίας της εκτελέσεως ) σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 Ν. 4332/1929.