2011/2003 : Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών

  • Εφαρμογή του άρθρου 42 του ν.2912/2001.
  • Στον επαναπροσδιορισμό της οφειλής ΔΕΝ προστίθενται τα έξοδα ακόμα και αν είχαν πραγματοποιηθεί από την Τράπεζα.
  • Σκοπός της διάταξης του άρθρου 42 είναι η προστασία του οφειλέτη και επομένως δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και τη Σύμβαση της Ρώμης.
  • Ο νομοθέτης μπορεί να εισαγάγει περιορισμούς στην οικονομική ελευθερία όταν τούτο γίνεται χάριν της Εθνικής Οικονομίας [άρθρο 106§2 Σ].
  • Τα σχετικά μέτρα πρέπει να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας και να μην καταλήγουν στην οικονομική εξόντωση του αντισυμβαλλομένου από τις Τράπεζες.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 

 

Αριθμός απόφασης 2011/2003 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ


Αποτελούμενο από το Δικαστή Κων/νο Βελισσάρη, Πρωτοδίκη, που όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα Σπυριδούλα Τζαβίδη.


Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 22-1-2003 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:


Των εναγουσών: 1) Αναστασίας Σίμου συζ. Οδυσσέα και 2) Παγώνας Μπήλιου, το γένος Πέτρου Καλλέργη, κατοίκων Μοσχάτου Αττικής, για τις οποίες παραστάθηκε στο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος Πάρις Αναστασάκος.


Της εναγομένης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΙΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «ΑΙΡΗΑ ΒΑΝΚ», ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ΙΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος Νικόλαος Κανέλλιας.

Οι ενάγουσες με την από 25-4-2002, με αριθμό πράξης κατάθεσης 3541/2002 αγωγή που απευθύνεται προς το Δικαστήριο αυτό, ζητεί την παραδοχή της κατά τα αναφερόμενα σε αυτή.

Για την αγωγή αυτή με την παραπάνω πράξη, ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, κατά την οποία αφού εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις απόψεις και ρισμούς τους και αναφέρθηκαν γενικά στις έγγραφες προτάσεις τους. 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ 

Κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, «καταβολές που έχουν γίνει υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, μετά τις ημερομηνίες της προηγούμενης παραγράφου, αφαιρούνται από την εκ τόκων οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος, προαφαιρουμένων από αυτές των εξόδων που έχουν πράγματι εκταμιευτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα». Περαιτέρω, με την παράγραφο 1 του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, το πιο πάνω πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 αντικαταστάθηκε ως εξής: «όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος». Ως συνολική δε οφειλή, σύμφωνα με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001 που αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, νοείται η υφιστάμενη συνολική οφειλή από το άθροισμα των κεφαλαίων συμβάσεων δανείων κλπ., προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος ,κεφαλαίου. Επομένως, από την αντιπαραβολή των πιο πάνω διατάξεων, σαφώς προκύπτει ότι ήδη υπό την ισχύ του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, κατά τη διαδικασία και ολοκλήρωση της ρύθμισης των οφειλών, δεν αφαιρούνται και ούτε προσμετρώνται, κατά πάσα περίπτωση, τυχόν πραγματοποιηθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα έξοδα, μέχρι τη συντέλεση της ρύθμισης. Πρόκειται δηλαδή, κατά την έννοια και το σκοπό του νόμου, για μέτρο υπέρ του δανειολήπτη που αποβλέπει στον περιορισμό της συνολικής οφειλής (βλ. και προσκομιζόμενα σχετικά πρακτικά της Βουλής κατά τη συνεδρίαση της 4-4-2001). Αντίθετα, μετά την τελική ρύθμιση του οφειλόμενου ποσού σύμφωνα με τις ανωτέρω εκτιθέμενες διατάξεις, τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν νόμιμα να συνυπολογίζουν στη συνολική οφειλή και τα έξοδα που πραγματοποιούν εφεξής. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 του ν. 2789/2000, που ισχύει από την 11-2-2000, «το ποσό της οφειλής, όπως θα διαμορφωθεί κατ' εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, θα εκτοκίζεται, από 1-5-2000 και επί ένα εξάμηνο, με το εκάστοτε ισχύον κυμαινόμενο επιτόκιο χορηγήσεων της ίδιας κατηγορίας, εκτός εάν για τη συγκεκριμένη κατηγορία δανείου δεν συνομολογείται κυμαινόμενο επιτόκιο, οπότε θα εφαρμόζεται το ισχύον σταθερό επιτόκιο της κατηγορίας αυτής. Μετά την πάροδο της ως άνω εξαμηνιαίας περιόδου, εάν δεν συμφωνηθεί διαφορετικά, η ως άνω οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε επιτόκιο υπερημερίας και οι παραγόμενοι τόκοι θα ανατοκίζο-νται σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 2601/1998». Από τη διάταξη αυτή, η οποία δεν τροποποιήθηκε ούτε με το ν. 2873/2000 ούτε και με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001 που ισχύει από την 9-5-2001, σαφώς προκύπτει ότι το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτό προσδιορίζεται κατ' εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ήδη ισχύει σήμερα, θα εκτοκίζεται, ελλείψει αντίθετης συμφωνίας, μετά την 1-11-2000 αλλά συνακολούθως και μετά τον κατά την 9-5-2001 γενόμενο επαναπροσδιορισμό της συνολικής οφειλής, με το εκάστοτε επιτόκιο υπερημερίας και οι παραγόμενοι τόκοι θα ανατοκίζονται σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 12 του ν. 2601/1998 .


Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, οι ενάγουσες εκθέτουν ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 671/1993 σύμβασης δανείου, η εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΑΙΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ», χορήγησε στην πρώτη εξ αυτών δάνειο ύψους 4.000.000 δραχμών ή 11.738,81 ευρώ, υπέρ της οποίας εγγυήθηκε η δεύτερη εξ αυτών. Ότι για τη ρύθμιση της οφειλής προέκυψε από την ανωτέρω σύμβαση δανείου, με βάση τη διάταξη άρθρου 30 παρ.1 και 2 του ν. 2789/2000, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, η πρώτη ενάγουσα υπέβαλε σχετική αίτηση προς την εναγομένη, και η τελευταία με την από 12-2-2002 επιστολή της ισχυρίστηκε ότι η οφειλή της πρώτης ενάγουσας, όπως ρυθμίστηκε με βάση τις ως άνω διατάξεις, ανέρχονταν κατά την ημερομηνία αυτή (12-2-2002) στο συνολικό ποσό των 13.308.134 δραχμών ή 39.055,42 ευρώ, όπως αυτή αναλυτικά προσδιορίζεται. Ότι η ρύθμιση αυτή της οφειλής εκ μέρους της εναγομένης είναι εσφαλμένη διότι παρά τις διατάξεις του ν. 291 2/2001: α) συνυπολόγισε έξοδα που αυτή πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από της κατάρτισης της σύμβασης δανείου μέχρι την 9-5-2001, οπότε και ρυθμίστηκε το ποσό της οφειλής, ύψους 4.769.633 δραχμών ή 13.997,46 ευρώ και κατά το χρονικό διάστημα από 10-5-2001 μέχρι 12-2-2002 ύψους 12.400 δραχμών ή 36,39 ευρώ, αν και όφειλε να μην υπολογίσει τα κονδύλια αυτά για τον υπολογισμό της οφειλής και β) υπολόγισε κονδύλιο τόκων υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 10-5-2001, επομένη της ημέρας κατά την οποία ρυθμίστηκε το ποσό της οφειλής στο συνολικό ύψος των 12.024.185 δραχμών ή 35.287,41 ευρώ, μέχρι και την 12-2-2002, αν και όφειλε να υπολογίσει τόκους επί του νομίμως οφειλομένου ποσού, με βάση το εκάστοτε ισχύον συμβατικό επιτόκιο χορηγήσεως και χωρίς ανατοκισμό τόκων. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό οι ενάγουσες ζητούν να αναγνωριστεί ότι η οφειλή τους προς την εναγομένη από την επίδικη δανειακή σύμβαση ανέρχεται την 12-2-2002 στο ποσό των 7.254.552 δραχμών ή 21.289,95 ευρώ, έντοκο με το εκάστοτε ισχύον συμβατικό επιτόκιο χορηγήσεως και χωρίς ανατοκισμό τόκων και όχι στο εμφανιζόμενο από την εναγομένη ποσό των 13.308.134 δραχμών ή 39.055.42 ευρώ. Τέλος, ζητούν να καταδικαστεί η εναγομένη στην πληρωμή της δικαστικής της δαπάνης.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αγωγή αρμόδια και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του δικαστηρίου κατά την τακτική διαδικασία, (άρθρα 7, 8, 9, 10, 14 παρ. 2 και 25 του ΚΠολΔ). Είναι δε πλήρως ορισμένη, απορριπτόμενης της περί του αντιθέτου ένστασης που παραδεκτά προέβαλε η εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις της και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 30 παρ.1 και 2 του ν. .2789/2000, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001 και 70, 176 του ΚΠολΔ, όσον αφορά το μέρος της αγωγής με το οποίο ζητείται να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη παρανόμως συνυπολόγισε έξοδα που αυτή πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από της κατάρτισης της σύμβασης δανείου μέχρι την 9-5-2001, οπότε και ρυθμίστηκε το συνολικό ποσό της οφειλής. Αντίθετα, κατά το μέρος που οι ενάγουσες ζητούν να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη εσφαλμένα συνυπολόγισε έξοδα που πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από 10-5-2001 μέχρι 12-2-2002, η υπό κρίση αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, νομίμως η εναγομένη συνυπολογίζει στο ποσό που οφείλουν οι ενάγουσες, τα έξοδα στα οποία αυτή υποβάλλεται από την 10-5-2001 και εφεξής. Επίσης, απορριπτέα ως μη νόμιμη είναι η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος που οι ενάγουσες ζητούν να αναγνωριστεί ότι στο ποσό που οφείλουν, όπως αυτό ρυθμίστηκε με βάση τη διάταξη του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, πρέπει, για το χρονικό διάστημα από 10-5-2001 και εφεξής, να υπολογίζονται τόκοι με βάση το εκάστοτε ισχύον συμβατικό επιτόκιο χορηγήσεως, και όχι με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο, και χωρίς να γίνεται ανατοκισμός τόκων, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας, κατά το άρθρο 30 παρ. 5 του ν. 2789/2000, η ένδικη οφειλή των εναγουσών πρέπει να εκτοκίζεται με το εκάστοτε επιτόκιο υπερημερίας και οι παραγόμενοι τόκοι να ανατοκίζονται σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 2601/1998. Επομένως, η υπό κρίση αγωγή πρέπει, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 324 του ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υφίσταται, όταν τα πραγματικά περιστατικά τα συγκροτούντα το πραγματικό της διατάξεως που εφαρμόστηκε στην προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της διατάξεως η οποία πρόκειται να εφαρμοστεί στη νέα δίκη (ΑΠ 559/1996 ΕλΔνη 1997. 107), ενώ ταυτότητα νομικής αιτίας υφίσταται όταν η διάταξη που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης, είναι ίδια προς τον κανόνα δικαίου τον οποίο ο ενάγων ρητώς ή σιωπηρώς επικαλείται προκειμένου να θεμελιώσει τη νέα του αγωγή (ΑΠ 169/1996 ΕλΔνη 1997. 80). Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις της προβάλλει ένσταση δεδικασμένου (άρθρο 321 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενη ότι η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί λόγω ύπαρξης δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 2816/1997 τελεσίδικη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε κατόπιν άσκησης ανακοπής εκ μέρους των ήδη ενα-γουσών κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ίδια (εναγομένη), προκειμένου να ακυρωθεί η σε βάρος τους υπ1 αριθμ. 4313/1996 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ της υπ' αριθμ. 2816/1997 τελεσίδικης απόφασης αυτού του Δικαστηρίου και της ήδη κρινόμενης αγωγής. Ειδικότερα, με την υπ' αριθμ. 4313/1996 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υποχρεώθηκαν οι ήδη ενάγουσες να καταβάλουν στην «ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη, δυνάμει της ένδικης σύμβασης δανείου, το ποσό των 4.000.000 δραχμών ως υπόλοιπο κεφαλαίου και το ποσό 3.748.986 δραχμών για δεδουλευμένους τόκους. Κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, οι ήδη ενάγουσες άσκησαν την από 15-7-1996 ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω της ερημοδικίας αυτών. Μοναδικός λόγος της ανακοπής αυτής ήταν ο ισχυρισμός των ήδη εναγουσών ότι με τις καταβολές στις οποίες προέβησαν, είχαν ήδη εξοφλήσει το ένδικο δάνειο κατά κεφάλαιο και τόκους, το δε ποσό που υποχρεώθηκαν με τη διαταγή πληρωμής να καταβά-λουν στην ως άνω τράπεζα, είναι προϊόν τοκογλυφίας εκ μέρους της. Αντίθετα, με την υπό κρίση αγωγή τους οι ενάγουσες, όπως ήδη προε-κτέθηκε, ζητούν να αναγνωριστεί ότι η οφειλή τους προς την εναγομένη, όπως αυτή ρυθμίστηκε με βάση τις διατάξεις του άρθρου 30 παρ.1 και 2 του ν. 2789/2000, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ανέρχεται στο ποσό των 7.254.552 δραχμών ή 21.289,95 ευρώ, στην οποία δεν πρέπει να προστεθούν τα έξοδα που πραγματοποίησε η εναγομένη, καθώς και ότι το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό πρέπει να εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον συμβατικό επιτόκιο χορηγήσεως και όχι με επιτόκιο υπερημερίας. Επομένως, απορριπτέα ως αβάσιμη κρίνεται η ένσταση περί ύπαρξης δεδικασμένου, καθώς επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο συναφής ισχυρισμός της εναγομένης ότι η επίδικη δανειακή σύμβαση δεν εμπίπτει στις ρυθμί-_σεις των νόμων 2789/2000 και 2912/2001, ως αφορώσα ζήτημα που έχει ήδη κριθεί τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 2816/1997 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που απέρριψε την ανακοπή κατά της πιο πάνω διαταγής πληρωμής. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, προκύπτει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει τα όρια και τους σκοπούς που καθορίζει το άρθρο αυτό. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 262 παρ.1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να διαλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, κα τα την πρόταση της ένστασης καταχρήσεως δικαιώματος, πρέπει να γίνεται επίκληση των περιστατικών από τα οποία προκύπτει η επικαλούμενη κατάχρηση και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή (ΑΠ 783/2001 ΕλΔνη 43. 1379). Στην προκειμέ-νη περρίπτωση η εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις της προβάλλει την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 του ΑΚ) ισχυριζόμενη ότι οι εναγόμενες άσκησαν την υπό κρίση αγωγή με ^καταχρηστικό τρόπο, αφού κατά το παρελθόν έχουν αναγνωρίσει την υφιστάμενη οφειλή τους. Η ένσταση αυτή όμως, με τέτοιο περιεχόμενο είναι απορριπτέα προεχόντως ως αόριστη, αφού η εναγομένη δεν εκθέτει συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η επικαλούμενη κατάχρηση εκ μέρους των εναγουσών.


Περαιτέρω η εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις της ισχυρίζεται ότι η διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, σύμφωνα με την οποία δεν συνυπολογίζονται κατά τον καθορισμό της συνολικής οφειλής των δανειοληπτών τα έξοδα στα οποία έχουν ήδη υποβληθεί οι τράπεζες, είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 5 παρ.1, 8, 17 παρ.1 και 2, 20, 25, 26 και 94 του Συντάγματος, καθώς και στη Σύμβαση της Ρώμης για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όμως, ο νομοθέτης μπορεί να εισαγάγει περιορισμούς στην οικονομική ελευθερία όταν τούτο γίνεται χάριν της εθνικής οικονομίας (άρθρο 106 παρ. 2 του Συντάγματος). Μέσα βέβαια στους σκοπούς της εθνικής οικονομίας είναι και η ενίσχυση του τραπεζικού συστήματος. Τα σχετικά όμως μέτρα πρέπει να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας και να μην καταλήγουν στην οικονομική εξόντωση του αντισυμβαλλόμενου από τις τράπεζες (Γαζής, ΕλΔνη 33. 279). Επομένως, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εναγομένη, η διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, δεν κρίνεται ως αντίθετη προς τις διατάξεις του Συντάγματος και τη Σύμβαση της Ρώμης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αφού σκοπός της διάταξης είναι η προστασία του οφειλέτη, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση είναι το ασθενέστερο μέρος στην οικονομική συναλλαγή. Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που επικαλούνται και νόμιμα τροσκομίζουν οι διάδικοι αποδείχθηκαν πλήρως, κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: δυνάμει της υπ' αριθμ. 671/2-2-1993 σύμβασης δανείου, η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως είναι η ήδη εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΑΙΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ», χορήγησε στην πρώτη ενάγουσα δάνειο ύψους 4.000.000 δραχμών ή 11.738,81 ευρώ, υπέρ της οποίας εγγυήθηκε η δεύτερη εξ αυτών. Ακολούθως, οι ενάγουσες, για τον προσδιορισμό της οφειλής που προέκυψε από την ανωτέρω σύμβαση δανείου, με βάση τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.1 και 2 του ν. 2789/2000, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, υπέβαλαν σχετική αίτηση προς την εναγομένη. Η τελευταία, με την από 12-2-2002 επιστολή της ισχυρίστηκε ότι η οφειλή της πρώτης ενάγουσας, όπως ρυθμίστηκε με βάση τις ως άνω διατάξεις, ανέρχονταν κατά την ημερομηνία αυτή (12-2-2002) στο συνολικό ποσό των 13.308.134 δραχμών ή 39.055,42 ευρώ. Ειδικότερα, η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι μέχρι την 9-5-2001, ημερομηνία κατά την οποία ίσχυσε η διάταξη του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, η προσδιορισθείσα συνολική οφειλή των εναγουσών ανέρχονταν στο ποσό των 12.024.185 δραχμών ή 35.287,41 ευρώ, συνυπολογίζοντας και κονδύλιο για μέχρι τότε έξοδα 13.997,46 ευρώ, ενώ ακολούθως ανήλθε τελικά στις 12-2-2002 η συνολική οφειλή στο ανωτέρω ποσό των 13.308.134 δραχμών ή 39.055,42 ευρώ, με το συνυπολογισμό τόκων υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 10-5-2001 μέχρι 12-2-2002, καθώς και πραγματοποιηθέντων εξόδων κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Όμως, ο προσδιορισμός αυτός της οφειλής εκ μέρους της εναγομένης είναι εσφαλμένος διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αυτή, τταρά τις διατάξεις του ν.2912/2001, συνυπολόγισε τα παραπάνω έξοδα που πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από της κατάρτισης της σύμβασης δανείου μέχρι την 9-5-2001, οπότε και ρυθμίστηκε: το ποσό της οφειλής, δηλαδή ποσό εξόδων 4.769.633 δραχμών ή 13.997,46 ευρώ. Το ανωτέρω ποσό δεν πρέπει να υπολο-γιστεί στην οφειλή των εναγουσών, η οποία κατ' αυτό τον τρόπο την 9-5-2001 ανέρχονταν στο ποσό των 7.254.552 δραχμών ή 21.289.95 ευρώ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η εναγομένη νομίμως: α) καταλογίζει στην οφειλή των εναγουσών ποσό ύψους 12.400 δραχμών ή 36,39 ευρώ, που αφορά έξοδα στα οποία αυτή υποβλήθηκε από την 10-5-2001 μέχρι την 12-2-2002 και β) υπολογίζει τόκους υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 10-5-2001 μέχρι την 12-2-2002, αφού δεν αποδείχθηκε διαφορετική συμφωνία, όσον αφορά όμως το ποσό των 7.254.552 δραχμών ή 21.289,95 ευρώ, στο οποίο όπως προεκτέθηκε ανέρχεται η οφειλή των εναγουσών, όπως αυτή ρυθμίστηκε την 9-5-2001.

Επομένως, κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η οφειλή των εναγουσών προς την εναγομένη, που προέρχεται από την υπ' αριθμ. 671/2-2-1993 σύμβαση δανείου, ανέρχονταν την 9-5-2001, όπως αυτή ρυθμίστηκε με βάση τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.1 και 2 του ν. 2789/2000, μετά την αντικατάσταση της με τη διάταξη του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, στο ποσό των 7.254.552 δραχμών ή 21.289,95 ευρώ, το οποίο από την 10-5-2001 και εφεξής τοκίζεται με το εκάστοτε επιτόκιο υπερημερίας, οι δε παραγόμενοι τόκοι θα ανατοκίζονται σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 2601/1998 και στο οποίο νομίμως υπολογίστηκε το ποσό των 12.400 δραχμών ή 36,39 ευρώ για πραγματοποιηθέντα έξοδα εκ μέρους της εναγομένης κατά το χρονικό διάστημα από 10-5-2001 μέχρι 12-2-2002. Τέλος, τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα πρέπει να