401/2003 : Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών

  • Εφαρμογή παρ.1 του άρθρου 30 του ν.2789/2000
  • Αυτοδίκαιη αναστολή όλων των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης
  • Άκυρη η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται από πιστωτικό ίδρυμα, κατά παράβαση του άρθρου 30§4 του ν. 2789/00, ως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν.2912/2001 
  • Περιορισμοί της παρ.8 του ιδίου άρθρου 
  • Η αναφορά της ημερομηνίας 15.4.1998 γίνεται για τον υπολογισμό των τόκων. ΔΕΝ επηρεάζει την εφαρμογή ή όχι των νόμων (ν.2789/00, ν.2912/01) για την αναστολή των εκτελέσεων 
  • Η έγγραφη συμφωνία μεταξύ της Τράπεζας και του οφειλέτη περί ρυθμίσεως του χρέους, δεν οδηγεί στην κρίση περί ένταξης στις εξαιρέσεις της παρ.8 του άρθρου 30 του ν.2789/00, δεδομένου ότι η ισχύς της συμφωνίας τελούσε υπό την διαλυτική αίρεση της εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των όρων καταβολής του χρέους. Μη καταβολή χρημάτων - Μη τήρηση των όρων της συμφωνίας - Πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως - Ανατροπή της ρύθμισης που παύει να δεσμεύει τα μέρη

Αριθμός απόφασης 401/2003 
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ


Αποτελούμενο από τη Δικαστή Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Πρωτοδίκη την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου και από το Γραμματέα Μιλτιάδη Ψυλλάκη.


Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 19 Νοεμβρίου 2002 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:


Του ανακόπτοντος: Βασιλείου Κουνιάκη του Διονυσίου, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σέφη Αναστασάκο.

Της καθης η ανακοπή: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΕFG EUROΒΑΝΚ ERGASIAS Α.Ε.» και με διακριτικό τίτλο "EUROΒΑΝΚ ERGASIAS", ως καθολικής διαδόχου δια συγχωνεύσεως με απορρόφηση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταματίνα Κολιοδέδε.

Ο ανακόπτων ζητεί να γίνει δεκτή η από 16-6-2000 ανακοπή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης 68459/2000 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 6038/2000, προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 18-9-2001 και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά τη διάσιμο εκείνη η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση ανακοπή ο ανακόπτων ζητεί, για τους αναφερόμενους ειδικότερα σε αυτήν λόγους, να κηρυχθεί άκυρη η υπ' αριθμ. 1295/17-5-2000 Επαναληπτική περίληψη της υπ' αριθμ. 1260/2000 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως του Δικαστικού Επιμελητή Αθηνών Λευτέρη Πολυκρέτη, με την οποία επισπεύδεται πλειστηριασμός ακινήτου του για την 28-6-2000. Η ανακοπή αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την τακτική διαδικασία (άρθρο 933 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 934 παρ.ιβ' ΚΠολΔ, ήτοι πριν από την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης (άρθρο 934 παρ.2 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.


Κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 4 του ν. 2789/2000, από της ισχύος του παρόντος νόμου τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να μην αρχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης ούτε να συνεχίσουν διαδικασίες που έχουν αρχίσει, μέχρι την 31-10-2000. Ο χρόνος της αναστολής εκτελέσεως παρατάθηκε με το άρθρο 47 παρ.1 εδ. α' του ν. 2873/2000 μέχρι την 31-3-2001 και εν συνεχεία, με το άρθρο 42 παρ.2 του ν. 2912/2001, μέχρι την 31-12-2001. Σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 30 του ν.2789/2000, οι διατάξεις του παρόντος δεν επηρεάζουν όσα είτε κρίθηκαν, οποτεδήποτε, τελεσίδικα, εκτός αν εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ψήφισης του παρόντος στον Άρειο Πάγο, είτε ρυθμίστηκαν με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών για συμβάσεις δανείων ή πιστώσεως μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να δεσμεύουν τα μέρη. Με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως αυτό τροποποιήθηκε, ορίζεται ότι σε περίπτωση που η οφειλή πελάτη της Τράπεζας προέρχεται από δάνεια ή πιστώσεις, τότε η αντίστοιχη συνολική απαίτηση της Τράπεζας (κεφάλαιο, τόκοι κλπ) βρίσκεται σε καθεστώς (εκτελεστικού) δικαιοστασίου και συνεπώς η εκτελεστική διαδικασία που τυχόν επισπεύδει στις περιπτώσεις αυτές η Τράπεζα από την 11-2-2000 ^ (έναρξη ισχύος του ν. 2789/2000) έως και την 31-12-2001 είναι άκυρη.

Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται εις βάρος του από την καθής η ανακοπή με την προσβαλλόμενη περίληψη κατασχετήριας έκθεσης είναι άκυρη, καθόσον επιχειρείται κατά παράβαση του άρθρου 30 του ν. 2789/2000. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 30 ν. 2789/2000 και 933 παρ.1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.


Από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν αποδεικνύονται τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 388/2-10-1989 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο λογαριασμό) και τις ταυτάριθμες με αυτήν, υπ' αριθμ. 388/1/7-11-89, 388/2/24-4-90, 388/3/24-8-90, 388/4/28-9-90, 388/5/19-12-90 και 388/6/21-12-90 αυξητικές συμβάσεις, χορηγήθηκε πίστωση μέχρι του ποσού των 120.000.000 δραχμών στην εταιρεία με την επωνυμία «ΚΟΥΝΙΑΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΠΟΤΩΝ», υπέρ της οποίας εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης ο ανακόπτων. Στις 22-3-1999 έκλεισε οριστικά ο λογαριασμός και κατόπιν αιτήσεως της καθής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 18003/1999 διαταγή πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκε ο ανακόπτων να καταβάλει στην καθής εις ολόκληρον με τους λοιπούς οφειλέτες της το ποσό των 827.248.015 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από 23-3-1999, επομένη του κλεισίματος του λογαριασμού μέχρι την εξόφληση, όπως και τον ΕΦΤΕ που αναλογεί στους τόκους, ποσοστού 3% και το ποσό των 2.411.000 δραχμών ως δικαστική δαπάνη. Με εκτελεστό τίτλο την ανωτέρω διαταγή πληρωμής, η καθής επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στο περιγραφόμενο στην ανακοπή ακίνητο του ανακόπτοντος και συντάχθηκε σχετικά η υπ' αριθμ. 1260/2000 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του Δικ. Επιμελητή Αθηνών Λευτέρη Πολυκρέτη, ενώ με την ανακοπτόμενη, υπ' αριθμ. 1295/17-5-2000 περίληψη της έκθεσης αναγκαστικής .κατάσχεσης του ως άνω Δικ. Επιμελητή, ορίσθηκε ημέρα πλειστηριασμού η .28-6-2000. Ο πλειστηριασμός αυτός έχει ανασταλεί με την υπ' αριθμ. 5445/2000 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η οφειλή γιςι την αποπληρωμή της οποίας εγγυήθηκε ο ανακόπτων, εμπίπτει στις περιπτώσεις που ρυθμίζει το άρθρό'30 _παρ. 4 του ν. 2789/2000, αφού η επίσπευση του πλειστηριασμού με την ανακοπτόμενη περίληψη κατασχετήριας έκθεσης γίνεται πριν από την εκπνοή της προθεσμίας αναστολής εκτελέσεως που όρισε η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 4 εδ. β' του ν. 2789/2000, ήτοι την 31-10-2000 (και ήδη 31-12-2001). Ο ισχυρισμός της καθής η ανακοπή ότι η οφειλή του ανακόπτοντος δεν εμπίπτει στην παραπάνω ρύθμιση, διότι η καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως, από την οποία γεννήθηκε το επίδικο χρέος του ανακόπτοντος, έγινε μετά την 15-4-1998 και συγκεκριμένα στις 22-3-1999, είναι νόμω αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, κατά την ορθότερη άποψη με την οποία τάσσεται και το Δικαστήριο τούτο, τέτοια προϋπόθεση δεν τίθεται στον παραπάνω νόμο, η δε αναφορά της ημερομηνίας αυτής στην παράγραφο γ' του άρθρου 1 αυτού, πριν την τροποποίηση του, αφορά μόνο στον υπολογισμό των τόκων (βλ. και τις προσκομιζόμενες Μ.Πρ.ΑΘ. 10342/2000, 8266/2000, 5445/2000, 6474/2000, 5256/2000, 453-454/2001, 717/2001, 3042/2001, αντίθ. ΜΠρΑΘ3161/2002, 2947/2002, ΜΠρΚαρδ.204/2001, ΜΠρΠειρ.3417/2000, ΜΠρΑρτ.384/2000). Επίσης η από 12-1-2000 έγγραφη συμφωνία μεταξύ της καθής και του ανακόπτοντος περί ρυθμίσεως του χρέους, που επικαλείται η καθής, δεν δύναται να οδηγήσει το Δικαστήριο σε κρίση περί υπαγωγής της προκειμένης περιπτώσεως _στις εξαιρέσεις της παραγράφου 8 του άρθρου 30 του ν.2789/2000, αφού, από την προσκομιζόμενη έγγραφη αυτή συμφωνία, προκύπτει ότι η ισχύς της τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση της εκπληρώσεως από τον ανακόπτοντα των όρων καταβολής του χρέους, σύμφωνα με τους οποίους, αυτός έπρεπε να καταβάλει στην καθής, εκτός από το ποσό των 1.500.000 δραχμών που καταβλήθηκε κατά την υπογραφή της συμφωνίας: α) 33.500.000 δραχμές το αργότερο μέχρι 17-1-2000, β) 31.000.000 δραχμές στις 30-1-2000 και γ) 44.000.000 δραχμές στις 25-5-2000, πλην όμως, όπως ομολογεί η καθής, ο ανακόπτων ουδέν ποσό κατέβαλε και δεν τήρησε τους όρους της συμφωνίας, με συνέπεια την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως και την ανατροπή της παραπάνω ρύθμισης που έπαυσε να δεσμεύει τα μέρη, ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 2789/2000 (βλ. και ΜΠρΑθ5445/2000, 5256/2000.9566/2000. 516/2001, προσκομιζόμενες). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος ο λόγος αυτός της ανακοπής και να κηρυχθεί άκυρη η προσβαλλόμενη περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων ανακοπής, οι οποίοι καθίστανται πλέον χωρίς αντικείμενο (ΕΑ260/2001,ΕλλΔνη42/1372). Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των διατάξεων του ν. 2789/2000, εν όψει και της διχογνωμίας που κρατεί στη νομολογία, ως προς το χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να έχουν καταγγελθεί οι συμβάσεις πιστώσεων, προκειμένου οι απορρέουσες από αυτές απαιτήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων να εμπίπτουν στη ρύθμιση του άρθρου 30 παρ.4 του ν. 2789/2000.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ:

-Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

-Δέχεται την ανακοπή.

-Κηρύσσει άκυρη την υπ' αριθμ. 1295/17-5-2000 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Λευτέρη Πολυκρέτη.

-Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, στις 27 Ιανουαρίου 2003.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣΟ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ