ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ - ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ - ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

  • Πως γεννήθηκε ο "θεσμός" των "ΠΑΝΩΤΟΚΙΩΝ";
  • Ποιες οι συνέπειες του ανατοκισμού για οφειλέτες και δανειστές;
  • Πως η Πολιτεία επιχείρησε νομοθετικά να αντιμετωπίσει τα προβλήματα;

Ο υπολογισμός τόκου επί τόκου, ο ανατοκισμός, λέγει ο Γεώργιος Μπαλής (Ενοχ. Δίκαιον Γεν. Μέρος παρ. 21) «είναι ολέθριος δια τον οφειλέτη, διότι πολλαπλασιάζει ραγδαίως το χρέος, παραλύει το ηθικό του οφειλέτου, απονεκρώνει τας παραγωγικάς αυτού δυνάμεις και φέρει τούτον εις απόγνωσιν».

Ο ραγδαίος πολλαπλασιασμός του χρέους λόγω του ανατοκισμού είναι ολέθριος και για τον δανειστή διότι:

Α) Δυσχεραίνει την είσπραξη του χρέους και πολλές φορές την κάνει αδύνατη, Β) Καταστρέφει οικονομικά τον οφειλέτη και έτσι ο δανειστής τον χάνει από πελάτη, Γ) Καταστρέφει τις παραγωγικές τάξεις της κοινωνίας και ταυτόχρονα καταστρέφονται και οι Τράπεζες, οι οποίες κατά κανόνα ευημερούν σε μια κοινωνία η οποία και αυτή ευημερεί οικονομικά.

Έτσι οι Τράπεζες σε όλο τον κόσμο αποφεύγουν οι ίδιες να επιβαρύνουν υπερβολικά τους πελάτες τους, γιατί από αυτούς ζουν και πλουτίζουν.

Οι Ελληνικές Τράπεζες όμως κατά την χορήγηση τοκοχρεωλυτικών δανείων είτε στεγαστικών, είτε για την δημιουργία ή αποπεράτωση ιδιωτικών επιχειρήσεων ή επιδοτούμενων από το Ελληνικό Δημόσιο ή έργων ενταχθέντων σε αναπτυξιακά προγράμματα, όπως και κατά την χορήγηση πιστώσεων τήρησαν μια αδιέξοδη, δύσκαμπτη και αντιδεοντολογική συμπεριφορά, προς είσπραξη των απαιτήσεών τους τις οποίες διόγκωσαν έντεχνα και αυθαίρετα ιδιαίτερα με την επιβολή ανατοκισμούτόσο των συμβατικών όσο και των τόκων υπερημερίας, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν κυριολεκτικά σε οικονομική καταστροφή εκατοντάδες δανειοδοτούμενων.

Η συμπεριφορά τους όμως αυτή είναι αντίθετη και με τον κοινωνικό τους ρόλο, αποδείχθηκε δε πρωτίστως επιζήμια για την Ελληνική Οικονομία. Η επιβάρυνση από τα ποσά που προέκυψαν από τον ανατοκισμό είχε σαν αποτέλεσμα να χρεωκοπήσουν οι περισσότερες από τις παραγωγικές μονάδες της χώρας και να πάψουν να παράγουν το αντίστοιχο εθνικό εισόδημα που παρήγαγαν.

Αυτοί που δανείζονται από τις Τράπεζες είναι οι παραγωγικές μονάδες της χώρας οι οποίες ήδη επιβαρύνονται με υψηλά επιτόκια και για το λόγο αυτό αντιμετωπίζουν προβλήματα ανταγωνισμού από τις αντίστοιχες μονάδες που λειτουργούν στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αλλά και οι ίδιες οι Τράπεζες δεν οφελούνται από το «προνόμιο» του ανατοκισμού των τόκων γιατί τα εξωφρενικά ποσά τα οποία διαμορφώθηκαν μετά τον υπολογισμό των ανατοκισμών ήταν και είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να εισπραχθούν, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, και οδήγησαν απλώς τις παραγωγικές επιχειρήσεις στην χρεοκοπία.

Η υπερβολική δηλαδή διόγκωση των οφειλών από τον εφαρμοσθέντα ανατοκισμό των τόκων βλάπτει και τις ίδιες τις Τράπεζες αφού εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο να εξοφληθούν οι οφειλές αυτές.

O ανατοκισμός που έχει επιχειρηθεί από τις τράπεζες για την διαμόρφωση του συνόλου του λογαριασμού του δανείου έχει τη νομική του βάση στην με αριθμό 289/30-10-1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 6 του ν. 1083/80 (και η οποία έχει ήδη καταργηθεί με το άρθρο 1 Ν.1266/82) σύμφωνα με την οποία οι Τράπεζες έχουν την ευχέρεια από την έναρξη της ισχύος της να λογίζουν λογιστικώς τόκους επί των καθυστερουμένων τόκωνχωρίς κανένα χρονικό ή άλλο περιορισμό, ανεξάρτητα μάλιστα αν συμφωνήθηκε από τα μέρη της δανειακής σύμβασης τέτοιος ανατοκισμός ή ζητήθηκαν τόκοι με αγωγή (ΑΠ ΟΛΟΜ. 27/88 Ε.Εμπ.Δικ. Δ.Μ. 1989, 560). Η απόφαση αυτή της Νομισματικής Επιτροπής εισάγει διάταξη ενδοτικού δικαίου η οποία επιτρέπει μεν την συμφωνία των μερών για ανατοκισμό και πέραν των ορισμών του άρθρου 296 ΑΚ, αρνείται όμως το δικαίωμα στις Τράπεζες να τροποποιούν μονομερώς τη συμβατική σχέση της πίστωσης, γιατί αλλιώς θα ανατρεπόταν η συμφωνημένη αναλογία παροχής και αντιπαροχής (βλ. γνωμ. Λαδά Αρμ. Μ Β 1988 σελ. 135 επ. Γαζή Γνωμ. Το Συντ. 1993 σελ. 133 επ., Πολ. Πρωτ. Πατρών 335/1990 ΕΕΝ).

Η αντιμετώπιση του κοινωνικού πλέον προβλήματος που δημιουργήθηκε στη χώρα μας από την επιβολή ανατοκισμού τόκων και τόκων υπερημερίας (πανωτόκια) στα χορηγηθέντα δάνεια και πιστώσεις από τα Πιστωτικά Ιδρύματα, οδήγησε στην επιτακτική ανάγκη νομοθετικής πλέον ρύθμισης των υφισταμένων οφειλών, ώστε να τεθεί ένας φραγμός στις ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις των Τραπεζών.

Έτσι αρχικά ψηφίστηκε ο Νόμος 2789/2000με το άρθρο 30 παρ.1 του οποίου ρυθμιζόταν η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα. 

Εν συνεχεία εκδόθηκε ο Ν.2912/2001 (ΦΕΚ 94 Α) με το άρθρο 42 παρ. 1, του οποίου αντικαταστάθηκε η παρ. 1 άρθρο 30 του Ν.2789/00 και ρυθμίζεται η συνολική οφειλή από τις συμβάσεις δανείων και πιστώσεων.

Με το νέο Νόμο, ο οποίος είναι ευεργετικός για τους πιστούχους -οφειλέτες, επιδιώκεται ακριβώς η ρύθμιση των οφειλομένων και ανείσπρακτων ακόμα από τις Τράπεζες ποσών που προέκυψαν από ανατοκισμό τόκων (πανωτόκια) και τα οποία αποτελούν και τον κύριο όγκο των υφισταμένων οφειλών.

Η ratiolege και το πνεύμα του νόμου δεν ακολουθούν τα μέχρι τώρα τραπεζικά δεδομένα. Δηλαδή για τον προσδιορισμό του πραγματικού ύψους της οφειλής του πιστούχου ο νομοθέτης «εισάγει» νέα κριτήρια και δεδομένα, πρωτίστως «εξωτραπεζικά», όπως είναι π.χ. ο υπολογισμός της κίνησης του ενήμερου αλληλόχρεου λογαριασμού χωρίς ανατοκισμό τόκων, ο προβλεπόμενος (παρ.2 άρθρο 42 Ν.2912/01) συντελεστής αναλόγως του χρόνου λήψεως του δανείου (2,3,4), με τον οποίο πολλαπλασιάζεται η βάση της οφειλής, ώστε να επέλθει μια εξισορρόπηση των τυχών «απωλειών» των Τραπεζών από τόκους κατά τον υπολογισμό της οφειλής, είτε αυτή προέρχεται από δάνειο είτε από κατάλοιπο πιστώσεως.

Τα Πιστωτικά Ιδρύματα διαθέτοντας οργανωμένα και επιστημονικά πλήρως επανδρωμένα νομικά τμήματα, και ασχολούμενα κατ΄ επάγγελμα με την διενέργεια τραπεζικών εργασιών, και χορήγηση δανείων και πιστώσεων, ως υπαγόμενα, όσον αφορά τις απαιτήσεις τους έναντι των πιστούχων -οφειλετών στο Ν.2789/00, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 42 του Ν.2912/01, οφείλουν να γνωρίζουν και εφαρμόζουν ορθώς την ισχύουσα νομοθεσία για τον προσδιορισμό του ύψους των απαιτήσεών τους, πράγμα που δεν πράττουν αυθαιρετώντας κατά κόρον στην εφαρμογή των ευεργετικών για τους δανειολήπτες διατάξεων του νέου νόμου.