3760/2018 ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αριθμός 3760/2018
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ

 

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη ....., την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την παρουσία και της Γραμματέας .......
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις ...... 2017 για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση:
ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ: 1) Ν.Μ. του ...... και της ..... και 2) Ν.Λ. του ......, αμφότερων κατοίκων Αθηνών που παραστάθηκε ο πρώτος δια και η δεύτερη μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ευανθίας Στεφανέα.
Της μετέχουσας στη δίκη πιστώτριας, η οποία κατέστη διάδικος μετά τη νόμιμη κλήτευσή της [άρθρα 5 ν. 3869/2010 και 748§2 ΚΠολΔ] και παρίσταται ως εξής: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ...... Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της .... ......
Οι αιτούντες, με την από ......2017 αίτησή τους, που κατατέθηκε με αριθ. εκθ. κατάθ. ....../2017 στη γραμματεία του ανωτέρω Δικαστηρίου, ζήτησε όσα με λεπτομέρεια αναφέρονται σε αυτή, για τους λόγους που επικαλείται.
Επί της αιτήσεως αυτής με την από ......2017 πράξη της Ειρηνοδίκου Αθηνών, ορίστηκε ημέρα συζήτησης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό και παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως πιο πάνω σημειώνεται.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων που παραστάθηκαν αφού ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε και συμπληρώθηκε, με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους στο ακροατήριο που καταχωρίστηκε στα πρακτικά (άρθρο 745 ΚΠολΔ), οι αιτούντες επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τις πιστώτριες που αναφέρονται στην περιεχόμενη στις αιτήσεις αναλυτική κατάσταση, ζητούν τη ρύθμιση των χρεών τους, με τη διάσωση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας τους σύμφωνα με το σχέδιο που υποβάλλουν, επειδή συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις του νόμου. Με το παραπάνω περιεχόμενο η αίτηση, αρμόδια φέρεται για συζήτηση στο δικαστήριο αυτό, της περιφέρειας της κατοικίας των αιτούντων, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 ν.3869/2010), εφόσον τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το νόμο προδικασία και προσκομίστηκαν α) οι από .....-2016 υπεύθυνες δηλώσεις των αιτούντων για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων της περιουσίας και των εισοδημάτων τους των πιστωτών τους και των απαιτήσεων τους καθώς και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων τους κατά την τελευταία τριετία και β) τα απαιτούμενα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρ. 4§1 & 2 ν.3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από την §4 του άρθρου 1 της παρ. Α4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015 (ΦΕΚ A 94/14-8-2015). Επίσης δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση των αιτούντων για ρύθμιση των χρεών τους στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή τους για ουσιαστικούς λόγους ούτε έχει εκδοθεί προγενεστέρως απόφαση για τη διευθέτηση των οφειλών τους με απαλλαγή τους από υπόλοιπα χρεών, όπως προέκυψε από την αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία. Περαιτέρω, η αίτηση είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τον προσδιορισμό του αντικειμένου της (άρθ. 216 ΚΠολΔ και 4§1 του ν.3869/2010), ήτοι: α) κατάσταση της περιουσίας των αιτούντων και των εισοδημάτων τους β) κατάσταση των πιστωτών τους και των απαιτήσεων τους, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, και κανένα άλλο στοιχείο δεν απαιτείται για την πληρότητα του δικογράφου της. Επομένως ο αντίθετος ισχυρισμός που υπέβαλε η μοναδική παριστάμενη καθ' ης, περί αοριστίας αυτής πρέπει να απορριφθεί, εφόσον τα επικαλούμενα από αυτή στοιχεία θα αποτελέσουν αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας Είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 8, 9 & 11 του ν.3869/2010 και πρέπει να εξεταστεί παραπέρα ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, εφόσον δεν επήλθε δικαστικός συμβιβασμός.
Η μοναδική μετέχουσα πιστώτρια Τράπεζα, με δήλωσή της στο ακροατήριο (διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της), που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά και με αναφορά στις προτάσεις της αρνείται την ένδικη αίτηση και ζητάει ν' απορριφθεί στο σύνολό της ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. Ειδικότερα, δηλώνει ρητά, ότι διαφωνεί με το προτεινόμενο σχέδιο διευθέτησης και επικουρικά, ζητάει να συμπεριληφθούν οι απαιτήσεις της στο σύνολό τους στη δικαστική ρύθμιση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου. Ακόμη, η ίδια προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο των αιτούντων «μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους». Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί άρνηση στοιχείου της βάσεως της αιτήσεως το οποίο θα εξετασθεί κατά την κατ' ουσίαν έρευνα αυτής. Περαιτέρω προτείνει την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης της υπό κρίση αιτήσεως, και αιτείται την απόρριψή της, διότι με αυτή διώκεται η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους των οφειλών των αιτούντων έναντι αυτής, γεγονός το οποίο υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη και τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη. Υπό τα περιστατικά, όμως, αυτά, στην παρούσα περίπτωση, δεν υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των ορίων που επιβάλλονται με τα κριτήρια που τάσσει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, πολύ δε περισσότερο, εφόσον ο οφειλέτης μπορεί μεν να προτείνει σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του προς τις πιστώτριες τράπεζες, το οποίο μπορεί να καθορισθεί ελεύθερα από αυτόν, παραδεκτά δε μπορεί να προταθεί από αυτόν ακόμα και σχέδιο με μηδενικό περιεχόμενο (βλ. Αθαν. Κρητικού «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», β΄ έκδοση, σελ. 97-98, αρ, 22, 23, 24), ωστόσο το δικαστήριο, στην περίπτωση που η αίτηση του οφειλέτη κριθεί βάσιμη και προβεί στη δικαστική ρύθμιση των χρεών του, δε δεσμεύεται στον καθορισμό του καταβλητέου ποσού από την πρόταση του οφειλέτη στο ανωτέρω σχέδιο, αλλά ερευνά αυτεπάγγελτα τα πάσης φύσης περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, καθώς και τις βιοτικές του ανάγκες, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης. Επί τη βάσει τούτων, η ανωτέρω ένσταση πρέπει να απορριφθεί, ως μη νόμιμη. Περαιτέρω η καθ' ης προβάλλει τον ισχυρισμό της ανειλικρινούς δήλωσης εκ μέρους των αιτούντων αναφορικά με τα εισοδήματα τους καθώς στην κρινόμενη αίτηση οι τελευταίοι προτείνουν την καταβολή μηνιαίως εκ ποσού 233,33 € αναφορικά με τη διάσωση της οικίας τους πλην όμως δεν διευκρινίζουν τον τρόπο εξασφάλισης αυτού ταυ κονδυλίου με δεδομένο ότι το σύνολο των εσόδων τους ανέρχεται στο ποσό των 687,15 €. Η ως άνω ένσταση παραδεκτώς και νομίμως προβάλλεται, πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη αφού από την επισκόπηση της επίδικης αίτησης προκύπτει ότι οι αιτούντες ζητούν περίοδο χάριτος 3 ετών αναφορικά με αυτή την καταβολή ελπίζοντας ότι το οικογενειακό τους εισόδημα θα αυξηθεί μελλοντικά. Τέλος η καθ' ης ισχυρίζεται ότι οι αιτούντες εκ δόλου περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμής διότι απέκρυπταν από τους δανειστές τους την κακή οικονομική τους κατάσταση και την αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις και εξακολουθούσαν να κάνουν χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης για να εξασφαλίσουν επίπεδο ζωής ανώτερο εκείνου, που τους επέτρεπε το εισόδημα τους. Ο ως άνω ισχυρισμός παραδεκτώς προβάλλεται, είναι νόμιμος και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσία.
Από την εκτίμηση της χωρίς όρκο εξέτασης της αιτούσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι, δημόσια και ιδιωτικά, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπ' όψιν προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και για ορισμένα εκ των οποίων γίνεται ειδικότερη μνεία κατωτέρω, καθώς και από τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως προέκυψαν τα ακόλουθα: ο αιτών, ο οποίος είναι σήμερα ηλικίας 52 ετών, είναι έγγαμος με την αιτούσα, ηλικίας 47 ετών, με την οποία έχουν αποκτήσει ένα ενήλικο πλέον τέκνο τη Δ.Ν. ηλικίας σήμερα 25 ετών (βλ το από .....2015 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάσταση του Ληξιαρχείου......). Ο αιτών εργάζεται επί σειρά ετών ως ιδιωτικός υπάλληλος (αρτεργάτης) στην Ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία « ...... ΟΕ» αποκερδαίνοντας μηνιαίως εκ ποσού 660,99 € (βλ μισθοδοσία μηνός Οκτωβρίου 2017), ενώ η αιτούσα τόσο κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης αυτής είναι άνεργη, εγγεγραμμένη στα οικεία μητρώα του ΟΑΕΔ ενώ κατά το παρελθόν εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος στην ταβέρνα με την επωνυμία «......» εκ της οποίας απελύθη το έτος 2015 χωρίς να λάβει αποζημίωση απολύσεως.
Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα, το φορολογικό έτος 2016 τα εισοδήματα της αιτούσας ανέρχονταν ετησίως στο ποσό των 0,92 € και του αιτούντος συζύγου της στο ποσό των 9.241,17 €, το φορολογικό έτος 2015 της αιτούσας στο ποσό των 8.637,60 € και του αιτούντος συζύγου της στο ποσό των 0,91 €, το φορολογικό έτος 2014 της αιτούσας στο ποσό των 2.958,97 € και του αιτούντος-συζύγου της στο ποσό των 8.232,94 €, το οικονομικό έτος 2014 της αιτούσας στο ποσό των 3.812,24 € και του αιτούντος-συζύγου της στο ποσό των 8.176,62 €, το οικονομικό έτος 2013 της αιτούσας στο ποσό των 4.899,80 € και του αιτούντος-συζύγου της στο ποσό των 11.326,92 €, το οικονομικό έτος 2012 της αιτούσας στο ποσό των 36.606,91 € και του αιτούντος-συζύγου της στο ποσό των 13.075,96 €, το οικονομικό έτος 2011 της αιτούσας στο ποσό των 6.514,21 € και του αιτούντος-συζύγου της στο ποσό των 13.041,50 € και το οικονομικό έτος 2010 της αιτούσας στο ποσό των 7.117,57 € και του αιτούντος-συζύγου της στο ποσό των 12.783,51 €. Οι αιτούντες διαμένουν σε ιδιόκτητη οικία του αιτούντος της οποίας διαθέτει την πλήρη κυριότητα και σε ποσοστό 100%, ήτοι επί ενός διαμερίσματος του .... ορόφου, επιφάνειας κυρίων χώρων 96τ.μ και βοηθητικών 6τμ., που βρίσκεται στο Δήμο Αθηναίων, οδός ... αρ.....
Το ως άνω ακίνητο το οποίο αποτελεί την κύρια οικία του αιτούντος, περιήλθε σε αυτόν κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή και σε ποσοστό 100% δυνάμει του υπ' αριθ. ..........2009 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμ/φου Αθηνών .............., νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Η αντικειμενική αξία του ακινήτου αυτού, του οποίου ζητείται η εξαίρεση από τη ρευστοποίηση επειδή πρόκειται για ακίνητο περιουσιακό τους στοιχείο το οποίο χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία τους, ανέρχεται στο ποσό των 93.231,81 € (βάσει ΕΝΦΙΑ 2017), ενώ η συνολική εμπορική αξία του ακινήτου, σύμφωνα με την από 23-9-2016 εκτίμηση του πιστοποιημένου εκτιμητή οικονομολόγου - πολιτικού μηχανικού Αθανάσιου Χριστόπουλου ανέρχεται στο ποσό των 95.050 €. Τέλος ο αιτών έχει την πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή σε ποσοστό 100%, του υπ' αριθ. .... .... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής .... τύπου ...., 1596 κ.ε., με χρονολογία πρώτης κυκλοφορίας το 2006, εμπορικής αξίας 5.000 € του οποίου η εκποίηση δε κρίνεται πρόσφορη. Οι αιτούντες δεν διαθέτουν άλλα εισοδήματα, ούτε κινητή ή ακίνητη περιουσία.
Οι μηνιαίες δαπάνες κάλυψης των βιοτικών τους αναγκών, ανέρχονται, όπως οι ίδιοι τις εκτιμούν στην υπό κρίση αίτηση αλλά και ο ίδιος ο αιτών σε σχετική ερώτηση στην επί τω ακροατηρίω διαδικασία, στο ποσό των 680 € και αφορούν αυτές που απαιτούνται για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών τους (διατροφή, ένδυση, υπόδηση, λογαριασμοί, υπολογιζόμενοι μαζί με τους φόρους, ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη, κλπ.), λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι δεν καταβάλλουν ενοίκιο.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, οι αιτούντες είχαν αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης αυτής, με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (αρθ. 6§3 ν. 3869/10). Συγκεκριμένα, έχουν λάβει, ο αιτών ως οφειλέτης και η αιτούσα ως εγγυήτρια, από πρώτη καθ' ης η παρούσα, δύο στεγαστικά δάνεια, και συγκεκριμένα είχαν συνάψει α) την υπ' αριθ. ...... σύμβαση στεγαστικού δανείου το υπόλοιπο της οποίας ανήρχετο την 28η-9-2015 (σύμφωνα με την προσκομιζόμενη βεβαίωση οφειλών της καθ' ης πιστώτριας) στο συνολικό ποσό των 62.323,80 € ομού τόκων και εξόδων και β) την υπ' αριθ. ...... σύμβαση στεγαστικού δανείου το υπόλοιπο της οποίας ανήρχετο την 28η-9-2015 (σύμφωνα με την προσκομιζόμενη βεβαίωση οφειλών της καθ' ης πιστώτριας) στο συνολικό ποσό των 40.988,51 € ομού τόκων και εξόδων. Οι ως άνω απαιτήσεις της καθ' ης, είναι εξασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία των αιτούντων. Η ενήμερη δόση των ως άνω δανείων ανέρχεται στο ποσό των 815 €, όπως προκύπτει από την ως άνω βεβαιώσεις οφειλών της καθ' ης ενώ κατά το χρόνο εκταμίευσης αυτών (των δανείων) η ενήμερη δόση ανήρχετο στο ποσό των 700 € όπως προκύπτει απ' τις προσκομιζόμενες δανειακές συμβάσεις.
Με βάση όλα τα προλεχθέντα, οι αιτούντες έχουν περιέλθει η χωρίς δόλο, σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να εξυπηρετήσουν τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές τους οφειλές προς τις ανωτέρω πιστώτριές τους, καθώς έχουν υποστεί δραματική μείωση τόσο των ετήσιων εισοδημάτων τους, με την πάροδο των ετών, λόγω και της ανεργίας της αιτούσης αιτούντος. Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες συμβάσεις οι αιτούντες ανέλαβαν το σύνολο των οφειλών τους κατά το έτος 2009. Τα εισοδήματα τους κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα ανέρχονταν στα εξής ποσά: Το οικονομικό έτος το οικονομικό έτος 2011 της αιτούσας στο ποσό των 6.514,21 € και του αιτούντος-συζύγου της στο ποσό των 13.041,50 € και το οικονομικό έτος 2010 της αιτούσας στο ποσό των 7.117,57 € και του αιτούντος-συζύγου της στο ποσό των 12.783,51 €. Μέχρι τότε, τα ως άνω εισοδήματα των αιτούντων τους εξασφάλιζαν τη ρευστότητα να καλύπτουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις, ωστόσο μετά με την ανεργία της αιτούσης και την εν γένει μείωση του μηνιαίου εισοδήματος τους και τη συνεχή αύξηση των βιοτικών τους αναγκών, οδηγήθηκαν χωρίς δόλο σε αδυναμία πλήρους εξυπηρέτησης των δανείων τους, απορριπτόμενης ως ουσία αβάσιμης της σχετικής ένσταση που προέβαλε η παρισταμένη καθ' ης η παρούσα.
Με βάση την προπεριγραφόμενη οικογενειακή και εισοδηματική κατάσταση των αιτούντων, το εκτιμώμενο μηνιαίο κόστος διαβίωσης της οικογένειάς τους, ως προελέχθη ανέρχεται σήμερα, στο ποσό των 680 € μηνιαίως για την αντιμετώπιση των βιοτικών τους αναγκών, για διατροφή, θέρμανση, ΔΕΗ, ύδρευση, ιατροφαρμακευτικές δαπάνες, ανελαστικές δαπάνες προς Δ.Ο.Υ. Λόγω των εισοδημάτων τους, οι αιτούντες δεν μπορούν να ανταποκριθούν στην εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων, η δε αδυναμία τους αυτή κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί, λαμβανομένων υπόψη και της ηλικίας τους, καθώς και της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα. Έτσι, συντρέχει στην περίπτωσή τους μόνιμη και διαρκής πραγματική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τη μετέχουσα πιστώτρια. Επομένως το προς διάθεση προς τους πιστωτές τους ποσό για έκαστο των αιτούντων και στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 8§2 του ν.3869/2010, είναι μηδενικό αφού τα εισοδήματά τους υπολείπονται των ευλογών δαπανών διαβίωσής τους και στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 8 του ν. 3869/2010, πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 8§5 και να καθοριστούν μηδενικές καταβολές για μία τριετία. Στη ρύθμιση αυτή θα ληφθεί υπόψη και η χορηγηθείσα στις .....2017 προσωρινή διαταγή που όρισε μηνιαίες καταβολές εκ ποσού 100 € από κοινού για τους αιτούντες σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5§2 περ.1 όπως ισχύει.
Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9§2 του ν.3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 14§1 ν.4346/2015 (ΦΕΚ A 152) και την κατ' εξουσιοδότηση αυτής υπ' αριθ. 54/15.12.2015 (ΦΕΚΒ 2740/16.12.2015) απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος η οποία ισχύει για τις αιτήσεις που κατατίθενται από 1.1.2016, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας θα πρέπει να οριστούν πρόσθετες καταβολές μέχρι τη συμπλήρωση ποσού, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο από αυτό που θα ελάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης. Ως προς τη νομιμοποίηση του αιτούντος που υπέβαλε το σχετικό αίτημα πληρούνται όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή της κύριας κατοικίας της σε καθεστώς διάσωσης, καθώς : Το διαθέσιμο οικογενειακό της εισόδημα μηνιαίως ανέρχεται σε μηδενικό ποσό και επομένως, δεν υπερβαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης, όπως αυτές προσδιορίστηκαν παραπάνω στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 8§2, προσαυξημένες κατά 70%. Η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας της, ανέρχεται στο ποσό των 93.231,81 € και δεν υπερβαίνει το όριο περί αντικειμενικής αξίας της κατοικίας το οποίο ανέρχεται στην περίπτωση της άγαμης (άρθρο 9§2 ν.3869/2010, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4346/2015), στο ποσό των 180.000 €. Επίσης, αποδείχτηκε ότι ο αιτών υπήρξε συνεργάσιμος δανειολήπτης καθότι ήταν πάντα διαθέσιμος σε επικοινωνία με τους δανειστές του και γνωστοποιούσε όλες τις σημαντικές πληροφορίες που αφορούσαν την τρέχουσα και μελλοντική του οικονομική κατάσταση. Συνεπώς, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου για την ένταξη της κατοικίας της στη ρύθμιση του άρθρου 9§2, για εξαίρεση από την εκποίηση.
Στα πλαίσια της ρύθμισης αυτής του άρθρου 9§2 ν.3869/2010, θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές συνολικού ποσού 92.550 €, ο δε χρόνος αποπληρωμής του, θα πρέπει να οριστεί σε 20 χρόνια, λαμβανομένων υπόψη, της διάρκειας των συμβάσεων, του ύψους του ανταλλάγματος που πρέπει να πληρώσει ο αιτών για τη διάσωση της κατοικίας του, της οικονομικής του δυνατότητας και της ηλικίας του. Έτσι το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης ανέρχεται σε 385,62 €, δηλαδή 92.550 €: 240 (20 χρόνια X 12 μήνες). Το παραπάνω ποσό του ανταλλάγματος θα επιτυγχανόταν από την αναγκαστική εκποίηση του ακινήτου της κατοικίας δοθέντος ότι η εμπορική της αξία ανέρχεται, όπως ως άνω εξειδικεύτηκε, σε