2843/2018 ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ [Β΄ ΒΑΘΜΟΣ]

    ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

                       ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ

 Αριθμός Απόφασης: 2843/2018

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 Αποτελούμενο από τη Δικαστή ...., Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα ....

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις .... 2017, για να δικάσει την υπόθεση:

Του εκκαλούντος: Του .... με την επωνυμία «.....», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Ακαδημίας αρ. 40) και εκπροσωπείται νόμιμα από τον προϊστάμενο της γενικής Διεύθυνσης του, το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου δικηγόρου του .... (AM ΔΣΑ ...), βάσει δήλωσης.

Των εφεσιβλήτων: 1. Π.Ι. του ...., κατοίκου Αθηνών περιοχή ... (οδός ... αρ. ...), ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευανθίας Π. Στεφανέα (AM ΔΣΑ 25877), 2. Της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ..... Α.Ε.», όπως μετονομάστηκε η τράπεζα «..... Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ... αρ. ...) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3. Της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με, την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ... αρ. ...) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4. Της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «.... ΤΡΑΠΕΖΑ .... ΑΕ» στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης της πρώτης από τη δεύτερη η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «.... ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «....», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ... αρ. ...) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου δικηγόρου της ... (AM ΔΣΑ ...) και 5. Της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «.. ΤΡΑΠΕΖΑ .... Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός .. αρ. ...) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο....

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

.... Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθ. ...../2013 Απόφασή του, αφού έκρινε ότι η αίτηση αρμοδίως και παραδεκτώς φέρεται ενώπιον του, εφόσον είναι αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και ότι η αίτηση είναι νόμιμη, δέχθηκε αυτήν και ρύθμισε τις οφειλές του αιτούντος. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονείται το εκκαλούν - τρίτο καθ' ου η αίτηση με την κρινόμενη έφεση του και τους με τις προτάσεις προβαλλόμενους πρόσθετους λόγους, για τους διαλαμβανόμενους στα εν λόγω δικόγραφα λόγους, συνιστάμενους σε πλημμελή εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί η αίτηση.

Το ζήτημα της υπαγωγής των οφειλών των υπερχρεωμένων προσώπων προς το ΤΠΔ στη ρύθμιση των οφειλών κατά τις διατάξεις του ν.3869/2010, δεν ρυθμίζεται ρητά, αλλά από τη γραμματική διατύπωση του νόμου δεν συνάγεται η εξαίρεση αυτών των οφειλών. Εάν ο νομοθέτης επιθυμούσε να τις εξαιρέσει, θα το είχε πράξει είτε εξαρχής κατά τη θέσπιση του ν.3869/2010 είτε με μία από τις τροποποιήσεις του νόμου αυτού. Το γεγονός ότι δεν το έπραξε, συνεπάγεται ότι επιθυμεί την υπαγωγή των οφειλών αυτών στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, σε αντίθεση με τις οφειλές που ρητά εξαιρούνται από το ρυθμιστικό πεδίο του κατ' άρθρο 1§2 αυτού, ως ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, δηλαδή τα χρέη που αναλήφθηκαν κατά το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας ή προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης ή από χορήγηση δανείων από φορείς κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν.3586/2007. Επίσης, κατά τη ρύθμιση των οφειλών σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3869/2010 δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, διότι ο ν.3869/2010 περιέχει ειδικότερες ως προς το σκοπό και το εύρος εφαρμογής τους διατάξεις, με τις οποίες υποκαθίσταται η ιδιωτική αυτονομία και η δικαιοπρακτική ελευθερία των μερών από τη δικαστική απόφαση, από την οποία πηγάζουν αναγκαστικού δικαίου συνέπειες για τις απαιτήσεις των δανειστών και τα δικαιώματα τους κατά του υπερχρεωμένου οφει­λέτη. Επίσης, οι διατάξεις περί δημοσίου λογιστικού δεν κωλύουν την εφαρμογή των διατάξεων του ν.3869/2010. Βεβαίως, η χορήγηση δανείων από το ΤΠ&Δ. διέπεται από ειδική νομοθεσία. Οι κρίσιμες για την αντιμετώπιση του ερευνώμενου θέματος διατάξεις είναι τα άρθρα 62§1 ν.2214/1994 & 25§6 του ν.3867/2010. Στο πρώτο εξ αυτών ορίζεται ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλεια των χορηγούμενων δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας προς τους δημοσίους υπαλλήλους, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρεί υπέρ του δανειστή μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των μηνιαίων απολαβών του είτε πρόκειται για εργαζόμενο είτε για συνταξιούχο. Η διάταξη αυτή εξακολουθεί να ισχύει και μετά από τη θέσπιση του ν.3869/2010 αλλά επί ανοίγματος της διαδικασίας του νόμου αυτού το ύψος των εκχωρούμενων στο ΤΠ&Δ αποδοχών θα διαμορφώνεται προφανώς σε επίπεδο κατώτερο των 6/10, διότι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του υπερχρεωμένου οφειλέτη καταλαμβάνει λογικά και την εξόφληση του δανείου του στο ΤΠ&Δ., ανεξαρτήτως της γενομένης εκχώρησης. Ο ειδικός τρόπος της εξόφλησης των δανείων μέσω της εκχώρησης μέρους του μισθού ή της σύνταξης του οφειλέτη δεν συνιστά λόγο εξαίρεσης των οφειλών προς το ΤΠ&Δ από την εφαρμογή του ν.3869/2010 (Αθ. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδ. 2012, σ. 62). Με το δεύτερο άρθρο (25§6 του ν.3867/2010) παρέχεται στους δανειολήπτες του ΤΠ&Δ η δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών τους με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Η διάταξη αυτή του άρθρου 25§6 του ν.3867/2010 δεν αποκλείει την εφαρμογή του ν.3869/2010, διότι προβλέπει συμβατική ρύθμιση των οφειλών, δηλαδή εξειδικεύει την ύπαρξη ενός δικαιώματος που διαθέτει κάθε δανειστής, ενώ αντιθέτως με το ν.3869/2010 προβλέπεται η ταυτόχρονη δικαστική ρύθμιση όλων των οφειλών του υπερχρεωμένου προσώπου. Οι δύο προαναφερθείσες διατάξεις της ειδικής νομοθεσίας που διέπει τη λειτουργία του Τ.Π&Δ, λειτουργούν μεν στη συμβατική σχέση του Ταμείου και των οφειλετών του, αλλά δεν είναι δυνατό να διεκδικήσουν ισχύ σε συλλογικές διαδικασίες πτωχευτικής φύσης, όπως αυτή του ν.3869/2010, οι οποίες βασίζονται στην κοινωνία ζημίας όλων ανεξαιρέτως των δανειστών, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για πιστωτικά ιδρύματα ή άλλους ιδιώτες και ανεξαρτήτως της προέλευσης των Οφειλών. Η εξαίρεση των οφειλών προς το ΤΠ&Δ από τις διατάξεις του ν.3869/2010 παρίσταται αδικαιολόγητη, εφ' όσον δεν εξαιρούνται ούτε οι οφειλές από στεγαστικά δάνεια που χορήγησαν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Η ερμηνευτική εξαίρεση των οφειλών προς το ΤΠ&Δ από τις διατάξεις του ν.3869/2010 παραβιάζει την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος) κατά διττό τρόπο, διότι αφενός οι οφειλέτες του ΤΠ&Δ θα στερούνταν αναιτιολόγητα την προστασία των ευνοϊκών διατάξεων του ν.3869/2010 έναντι των δανειολη­πτών των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων και αφετέρου τα υπόλοιπα πιστωτικά ιδρύματα θα υποχρεούνταν να δέχονται τη μείωση των χρηματικών απαιτήσεων τους μέσω της αναγκαστικής συμμετοχής τους στη διαδικασία του ν.3869/2010 σε αντίθεση με το ΤΠ&Δ, που θα διατηρούσε αλώβητες τις δικές του απαιτήσεις. Ο δικαιολογητικός λόγος που ενδεχομένως θα μπορούσε να προβληθεί και σχετίζεται με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου του δημόσιου χαρακτήρα του ΤΠ&Δ (άρθρα 1 & 2 π.δ. 95/1996 «Οργανισμός Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων»), ήταν γνωστός στο νομοθέτη κατά τη θέσπιση και τις τροποποιήσεις του ν.3869/2010, αλλά αυτός προτίμησε να μην συμπεριλάβει το ΤΠ&Δ στους δημόσιους φορείς, οι οφειλές προς τους οποίους εξαιρούνται από το πεδίο ρύθμισης του νόμου αυτού. Ενδεικτικό προς τούτο πλέον, είναι ότι μετά την τροποποίηση του ανωτέρω άρθρου με την §1 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14,8.2015), οι μόνες οφειλές έναντι του Δημοσίου γενικώς, που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου πλέον είναι οι οφειλές, οι οποίες συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές. Τέλος τα δάνεια που χορηγεί το ΤΠ&Δ δεν αποτελούν δάνεια από φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 15 & 16 του ν.3586/2007 (Θεσμικό πλαίσιο επενδύσεων - αξιοποίησης περιουσίας Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης), ήτοι οι οφειλές από δάνεια από όλους τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ) αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ, καθώς και κάθε άλλο φορέα ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγεί περιοδικές παροχές υπό τύπο κύριων και επικουρικών συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων ή παροχές ασθένειας, εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος, ώστε να εξαιρούνται της ρύθμισης του ν.3869/2010 (βλ. ΟλΑΠ 2/2017, AΠ 1017/2015 και ΓνμδΝΣΚ 545/2008 ΤΝΠ- Νόμος). Συνεπώς, του νόμου μη διακρίνοντας, ούτε το Δικαστήριο δύναται να διακρίνει και να αντιμετωπίσει διαφορετικά τις οφειλές των υπερχρεωμένων προ­σώπων προς το ΤΠ&Δ από ότι τις οφειλές τους προς τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της έφεσης, το εκκαλούν ισχυρίζεται, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 62 του ν.2214/1994, 25§6 του ν.3867/2010 και 1 του ν.3869/2010 και για το λόγο αυτό δέχθηκε ότι η οφειλή του πρώτου εφεσίβλητου προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠ&Δ) υπάγεται στις διατάξεις του ν.3869/2010, ενώ εάν είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει ορθά τις ανωτέρω διατάξεις, δεν θα είχε συμπεριλάβει στη ρύθμιση των χρεών του και την οφειλή του προς Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, διότι η οφειλή του πρώτου εφεσίβλητου προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠ&Δ) υπάγεται στις διατάξεις του ν.3869/2010.

Κατ' άρθρο 455 ΑΚ, ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτηση του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση). Κατ' άρθρο 460 ΑΚ, ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και στους τρίτους πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη. Η εκχώρηση είναι αμετάκλητη, εκτός εάν συμφωνηθεί άλλως. Αντικείμενο εκχώρησης είναι δυνατό να είναι και η μέλλουσα απαίτηση. Η συμφωνία μεταξύ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του δανειολήπτη, με την οποία ο δεύτερος προς εξόφληση του δανείου που έλαβε από το πρώτο, εκχωρεί σε αυτό την απαίτηση έναντι του εργοδότη του για μέρος του μισθού του, είναι έγκυρη και πλέον της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων στηρίζεται και στο άρθρο 62§1 ν.2214/1994. Ζήτημα προκύπτει, εάν είναι δυνατό να περιληφθεί σε ρύθμιση κατά τις διατάξεις του ν.3869/2010 μία οφειλή από δάνειο που έλαβε φυσικό πρόσωπο από το ΤΠ&Δ, εφόσον ήδη έχει εκχωρήσει μέρος των αποδοχών του σε αυτό. Κατ' αρχήν η εγκυρότητα της σύμβασης εκχωρήσεως συνεπάγεται ότι το ΤΠ&Δ δικαιούται να εισπράττει απ' ευθείας από τον εργοδότη επί μισθωτού ή από τον ασφαλιστικό φορέα επί συνταξιούχου το μέρος των αποδοχών του οφειλέτη, το οποίο εκχωρήθηκε. Κατά τη ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη δυνάμει των διατάξεων του ν.3869/2010 το δικαίωμα που έχει αποκτήσει το ΤΠ&Δ με τη σύμβαση εκχωρήσεως είναι δυνατό να αλλοιώνεται και δη να περιορίζεται κατά το μέτρο που υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης. Δεν τίθεται εν αμφιβολία η εγκυρότητα της σύμβασης εκχωρήσεως, ούτε πρόκειται για καταγγελία αυτής εκ μέρους του εκχωρητή, αλλά για εφαρμογή διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, οι οποίες λόγω αυτής της φύσης τους επιδρούν στη συναφθείσα ενοχική σύμβαση και ματαιώνουν την ολοσχερή ικανοποίηση της απαίτησης του ΤΠ&Δ, η οποία επιδιώχθηκε με την εκχώρηση της απαίτησης του δανειολήπτη επί τμήματος των αποδοχών του. Η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη κατά τις διατάξεις του ν.3869/2010 αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, στα οποία οδήγησε η υπερχρέωση των φυσικών προσώπων ακόμη και στον μη εμπορικό τομέα της οικονομίας. Πρόκειται, δηλαδή για διατάξεις, οι οποίες προστατεύουν το κοινωνικό και κατ' επέκταση το δημόσιο συμφέρον και ως εκ τούτου δικαιολογείται ο περιορισμός του δικαιώματος των δανειστών να ικανοποιήσουν πλήρως τις χρηματικές απαιτήσεις τους, έστω και αν για την ικανοποίηση αυτή χρησιμοποιείται ως νομικό εργαλείο η σύμβαση της εκχώρησης απαιτήσεων και δη τμήματος των αποδοχών (μισθών ή συντάξεων) των οφειλετών. Η αντίθετη εκδοχή, ότι δηλαδή η εκχώρηση εκ μέρους του υπερχρεωμένου δανειολήπτη της απαίτησης του να εισπράξει τμήμα των αποδοχών του καταλείπεται ανέπαφη από την εφαρμογή του ν.3869/2010, αντίκειται στη φύση των διατάξεων του νόμου αυτού ως διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, διότι θα είχε ως συνέπεια τη ματαίωση του σκοπού του νομοθέτη. Δηλαδή, μέσω της σύμβασης εκχωρήσεως κατ' άρθρο 455 ΑΚ θα μπορούσαν οι δανειστές να απαγορεύσουν στον οφειλέτη να ασκήσει το δικαίωμα που του χορηγεί ο ν.3869/2010 να ρυθμίσει τα χρέη του. Τέτοια συμφωνία όμως, η οποία θα απαγόρευε στον υπερχρεωμένο δανειολήπτη να καταφύγει στις ευμενείς γι' αυτόν διατάξεις του ν.3869/2010 θα ήταν άκυρη, διότι θα αναιρούσε το χαρακτήρα των διατάξεων του νόμου αυτού ως διατάξεων αναγκαστικού δικαίου. Επομένως, ανεπίτρεπτη είναι και η ερμηνεία της σύμβασης εκχωρήσεως κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να συνεπάγεται εν τοις πράγμασι απαγόρευση του υπερ­χρεωμένου δανειολήπτη να αξιώσει την κατά τις διατάξεις του ν.3869/2010 ρύθμιση της οφειλής του, η οποία εξυπηρετείται μέσω της εκχώρησης μέρους του μισθού ή σύνταξης. Το γεγονός ότι η εκχώρηση μέρους του μισθού ή σύνταξης του δανειζομένου από το ΤΠ&Δ προσώπου είναι υποχρεωτική κατ' άρθρο 62§1 ν.2214/1994 δεν ασκεί έννομη επίδραση, διότι η ως άνω διάταξη αφορά την εξυπηρέτηση και ασφάλεια των δανείων που χορηγεί το ΤΠ&Δ, αλλά δεν είναι διάταξη δημόσιας τάξης, τα δε δικαιώματα που αποκτά το ΤΠ&Δ μέσω της εφαρμογής της υποκύπτουν ενώπιον της εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του ν.3869/2010 (βλ. ΜΠρΞάνθης, 63/2014, 78/2014 & 79/2014 αδημοσίευτες). Κατά συνέπεια, με βάση τις προμνημονευθείσες διατάξεις, είναι μεν παραδεκτός αλλά νομικά αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος της έφεσης και συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η οφειλή του πρώτου εφεσίβλητου προς το εκκαλούν υπάγεται στις διατάξεις του ν.3869/2010 και έκρινε ότι το ποσό που είχε εκχωρήσει από το μισθό του σε αυτό πρέπει να συμπεριληφθεί στο διαθέσιμο εισόδημα του για την ικανοποίηση όλων των πιστωτών του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και γι' αυτό και είναι απορριπτέοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί του εκκαλούντος, οι οποίοι προβλήθηκαν με τον δεύτερο λόγο της έφεσης.

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσης, που προβάλλει με τις προτάσεις του, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω καταχρηστικής ασκήσεως της εκ μέρους του πρώτου εφεσίβλητου, καθόσον δεν αναφέρει κάποιο ιδιαίτερο γεγονός που να τον περιάγει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής, ενώ με την πρόταση του ζητά περικοπή προς το εκκαλούν σε ποσοστό σχεδόν 100%. Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η απαγόρευση της άσκησης του δικαιώματος σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, με τους όρους που αυτό προβλέπει, επιτρέπεται μόνο για δικαίωμα που απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και όχι από δικονομικές διατάξεις, όπως συμβαίνει εν προκειμένω (βλ. ΑΠ 1006/1999 ΕλλΔνη 40.1718, ΕφΠειρ 357/2005 ΔΕΕ 2005.1066, ΕφΠατρ 964/2004 ΑχΝομ 2005.22).

Αυτά δε δεχθέν και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, έκανε δεκτή την αίτηση και ρύθμισε τις οφειλές του αιτούντος, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πρέπει να απορριφθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι της κρινόμενης έφεσης ως ουσία αβάσιμοι. Δεδομένου δε ότι το εκκαλούν, δια της έφεσης του, δεν συμπεριέλαβε λόγο που να αφορά σφάλμα της εκκαλουμένης απόφασης ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και κατά συνέπεια η κρίση περί της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής δεν μεταβιβάσθηκε στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8§6 εδ.β' του ν.3869/2010, η οποία τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την έφεση κατά το τυπικό της μέρος.

Απορρίπτει την έφεση ως προς την ουσία.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις .....2018.