2843/2018 ΜΟΝ.ΠΡΩΤ/ΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ [Β΄βΑΘΜΟΣ]

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ

 

Αριθμός Απόφασης: 2843/2018
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή ......, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα ......
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις ..... 2017, για να δικάσει την υπόθεση:
Του εκκαλούντος: Του ..... με την επωνυμία «......», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Ακαδημίας αρ. 40) και εκπροσωπείται νόμιμα από τον προϊστάμενο της γενικής Διεύθυνσης του, το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου δικηγόρου του .... (AM ΔΣΑ ....), βάσει δήλωσης.
Των εφεσιβλήτων: 1. Π.Ι. του ....., κατοίκου Αθηνών περιοχή ... (οδός ... αρ. ...), ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευανθίας Π. Στεφανέα (AM ΔΣΑ 25877), 2. Της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ..... Α.Ε.», όπως μετονομάστηκε η τράπεζα «..... Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ... αρ. ...) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3. Της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με, την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ... αρ. ...) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4. Της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «.... ΤΡΑΠΕΖΑ .... ΑΕ» στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης της πρώτης από τη δεύτερη η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «.... ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «....», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ... αρ. ...) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου δικηγόρου της ... (AM ΔΣΑ ...) και 5. Της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «.. ΤΡΑΠΕΖΑ .... Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός .. αρ. ...) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Ο αιτών και ήδη πρώτος εφεσίβλητος ζήτησε να γίνει δεκτή η από .....2012 και με αριθμό κατάθεσης ../....2012 αίτηση του που άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εξέδωσε την με αριθμό .../2013 οριστική απόφαση του, με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση. Ήδη κατά της απόφασης αυτής, το τρίτο καθ' ου η αίτηση - εκκαλούν άσκησε στο Δικαστήριο που την εξέδωσε την απευθυνόμενη στο παρόν, ένδικη, από ....2013 και με αριθμό κατάθεσης ....2013 έφεσή του, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2013 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ..../2013 και για τη συζήτησή της, που γράφτηκε στο πινάκιο, ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος κατόπιν μονομερούς δήλωσης της, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε προτάσεις, ενώ οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρισταμένων εφεσιβλήτων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 115§2, 242§2, 741, 745 και 759§4 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, για τις οποίες είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242§2 του ΚΠολΔ κι ως εκ τούτου, δεν ισχύει η ευχέρεια των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων να προκαταθέσουν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (βλ. Κ. Μπέη, Πολιτική Δικονομία, σε άρθρο 741 σελ. 179, Βαθρακοκοίλη, Ερμ. ΚΠολΔ, τόμος 2ος σε άρθρο 242 αριθ. 2, ίδιου συμπλ. τόμος 2001 σε άρθρο 115 αριθ. 1, Νίκα σε Κεραμέα - Κονδύλη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, συμπλ. έτους 2002, σε άρθρο 115 σελ. 14, αριθ. 1, ΕφΘεσ 40/2016 ΕλλΔνη 2016.1400). Σε μία τέτοια περίπτωση (που δεν μπορεί να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 242§2), ο διάδικος, που κατέθεσε προτάσεις και δεν παρουσιάσθηκε στη συζήτηση, δικάζεται ερήμην. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 764§2 του ΚΠολΔ, με την οποία θεσπίζονται ειδικοί κανόνες στη συζήτηση εφέσεως κατ' αποφάσεων που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739επ ΚΠολΔ), αν, όταν εκφωνείται η υπόθεση, εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους το δικαστήριο εξετάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν. Η επιταγή, όμως, αυτή του β' εδαφίου της ανωτέρω διατάξεως της εκούσιας δικαιοδοσίας, προϋποθέτει τη συνδρομή των εκ των άρθρων 110 & 111 ΚΠολΔ απορρεόντων θεμελιακών δικαιωμάτων περί κλητεύσεως των διαδίκων και τηρήσεως της προδικασίας. Επομένως, ερευνάται αν τη συζήτηση επισπεύδει ο διάδικος που απολείπεται ή αν την επισπεύδει ο παριστάμενος, οπότε ερευνάται η κλήτευση αυτού που απουσιάζει, προκειμένου, ακολούθως το Δικαστήριο να προβεί στην έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων εφέσεως (ΕφΑθ 3057/2009 ΕλλΔνη 2009. 1454). Περαιτέρω, η έννοια του διαδίκου, όπως αυτή καθορίζεται στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, δεν προσαρμόζεται στη ρυθμιζόμενη από τα άρθρα 741-781 ΚΠολΔ διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στην οποία, κατά κανόνα, δεν υπάρχει αντιδικία, αλλά μετέχουν στη διαδικασία αυτή οι ενδιαφερόμενοι για το ρυθμιστικό μέτρο, οι οποίοι αποκτούν την ιδιότητα του διαδίκου με τους εξής τρόπους: α) με την υποβολή, της αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης της εκούσιας δικαιοδοσίας, β) με την κλήτευση στη διαδικασία αυτή κατόπιν διαταγής του αρμοδίου δικαστηρίου (άρθρο 748§3 ΚΠολΔ), γ) με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης (άρθρο 752 ΚΠολΔ), δ) με την προσεπίκληση που γίνεται είτε με πρωτοβουλία κάθε διαδίκου, είτε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 753 ΚΠολΔ - βλ. ΑΠ 2130/2014 Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η από 18.11.2013 και με αριθμό κατάθεσης .../2013 έφεση του πρωτοδίκως ηττηθέντος τρίτου καθ' ου η αίτηση κατά της υπ' αριθ. ..../2013 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739, 740επ., 791§§1, 5 ΚΠολΔ), και με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση του πρώτου εφεσίβλητου. Κατά τη συζήτηση της έφεσης στη συνεδρίαση που αναφέρεται εκφώνηση της υπόθεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ, και προκατέθεσε, όπως αποδεικνύεται από τη σχετική επισημείωση της αρμοδίας Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, τις έγγραφες προτάσεις της. Η παράσταση αυτή της ως άνω με δήλωση, κατά το άρθρο 242§2 ΚΠολΔ, δεν είναι προσήκουσα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, εφόσον πρόκειται για υπόθεση της εκούσιας δικαιοδοσίας, στην οποία είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση. Τη συζήτηση της υπόθεσης, επέσπευσε το απολιπόμενο εκκαλούν, όπως αποδεικνύεται από τις υπ' αριθμόν ......2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...., με επιμέλεια του οποίου επιδόθηκε ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της έφεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, στους απολιπόμενους εφεσίβλητους. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της έφεσης, που ασκήθηκε προ πάσης επιδόσεως - αφού από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης - και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495§1, 511επ., 518, 741, 760 & 786 του ΚΠολΔ) και αφού αυτή γίνει τυπικά δεκτή θα εξετασθεί, περαιτέρω, το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 533§1 & 741 ΚΠολΔ), κατά την ίδια διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, σα να ήταν παρόν και το εκκαλούν, καθώς και οι δεύτερη, τρίτη και πέμπτη των εφεσιβλήτων.
Με την κρινόμενη αίτηση, ο αιτών, ήδη πρώτος εφεσίβλητος, επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο χωρίς εμπορική ιδιότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των προς τις καθ' ων (πιστώτριες) ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, που αναφέρονται περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση, ζητεί να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτόν σχέδιο διευθέτησης οφειλών, άλλως να γίνει ρύθμιση από το δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 ν.3869/2010 και να εξαιρεθεί από την ρευστοποίηση η κύρια κατοικία του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9§2 του ίδιου νόμου, ώστε με την τήρηση της ρύθμισης να επέλθει απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθ. ...../2013 Απόφασή του, αφού έκρινε ότι η αίτηση αρμοδίως και παραδεκτώς φέρεται ενώπιον του, εφόσον είναι αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και ότι η αίτηση είναι νόμιμη, δέχθηκε αυτήν και ρύθμισε τις οφειλές του αιτούντος. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονείται το εκκαλούν - τρίτο καθ' ου η αίτηση με την κρινόμενη έφεση του και τους με τις προτάσεις προβαλλόμενους πρόσθετους λόγους, για τους διαλαμβανόμενους στα εν λόγω δικόγραφα λόγους, συνιστάμενους σε πλημμελή εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί η αίτηση.
Το ζήτημα της υπαγωγής των οφειλών των υπερχρεωμένων προσώπων προς το ΤΠΔ στη ρύθμιση των οφειλών κατά τις διατάξεις του ν.3869/2010, δεν ρυθμίζεται ρητά, αλλά από τη γραμματική διατύπωση του νόμου δεν συνάγεται η εξαίρεση αυτών των οφειλών. Εάν ο νομοθέτης επιθυμούσε να τις εξαιρέσει, θα το είχε πράξει είτε εξαρχής κατά τη θέσπιση του ν.3869/2010 είτε με μία από τις τροποποιήσεις του νόμου αυτού. Το γεγονός ότι δεν το έπραξε, συνεπάγεται ότι επιθυμεί την υπαγωγή των οφειλών αυτών στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, σε αντίθεση με τις οφειλές που ρητά εξαιρούνται από το ρυθμιστικό πεδίο του κατ' άρθρο 1§2 αυτού, ως ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, δηλαδή τα χρέη που αναλήφθηκαν κατά το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας ή προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης ή από χορήγηση δανείων από φορείς κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν.3586/2007. Επίσης, κατά τη ρύθμιση των οφειλών σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3869/2010 δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, διότι ο ν.3869/2010 περιέχει ειδικότερες ως προς το σκοπό και το εύρος εφαρμογής τους διατάξεις, με τις οποίες υποκαθίσταται η ιδιωτική αυτονομία και η δικαιοπρακτική ελευθερία των μερών από τη δικαστική απόφαση, από την οποία πηγάζουν αναγκαστικού δικαίου συνέπειες για τις απαιτήσεις των δανειστών και τα δικαιώματα τους κατά του υπερχρεωμένου οφει¬λέτη. Επίσης, οι διατάξεις περί δημοσίου λογιστικού δεν κωλύουν την εφαρμογή των διατάξεων του ν.3869/2010. Βεβαίως, η χορήγηση δανείων από το ΤΠ&Δ. διέπεται από ειδική νομοθεσία. Οι κρίσιμες για την αντιμετώπιση του ερευνώμενου θέματος διατάξεις είναι τα άρθρα 62§1 ν.2214/1994 & 25§6 του ν.3867/2010. Στο πρώτο εξ αυτών ορίζεται ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλεια των χορηγούμενων δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας προς τους δημοσίους υπαλλήλους, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρεί υπέρ του δανειστή μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των μηνιαίων απολαβών του είτε πρόκειται για εργαζόμενο είτε για συνταξιούχο. Η διάταξη αυτή εξακολουθεί να ισχύει και μετά από τη θέσπιση του ν.3869/2010 αλλά επί ανοίγματος της διαδικασίας του νόμου αυτού το ύψος των εκχωρούμενων στο ΤΠ&Δ αποδοχών θα διαμορφώνεται προφανώς σε επίπεδο κατώτερο των 6/10, διότι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του υπερχρεωμένου οφειλέτη καταλαμβάνει λογικά και την εξόφληση του δανείου του στο ΤΠ&Δ., ανεξαρτήτως της γενομένης εκχώρησης. Ο ειδικός τρόπος της εξόφλησης των δανείων μέσω της εκχώρησης μέρους του μισθού ή της σύνταξης του οφειλέτη δεν συνιστά λόγο εξαίρεσης των οφειλών προς το ΤΠ&Δ από την εφαρμογή του ν.3869/2010 (Αθ. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδ. 2012, σ. 62). Με το δεύτερο άρθρο (25§6 του ν.3867/2010) παρέχεται στους δανειολήπτες του ΤΠ&Δ η δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών τους με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Η διάταξη αυτή του άρθρου 25§6 του ν.3867/2010 δεν αποκλείει την εφαρμογή του ν.3869/2010, διότι προβλέπει συμβατική ρύθμιση των οφειλών, δηλαδή εξειδικεύει την ύπαρξη ενός δικαιώματος που διαθέτει κάθε δανειστής, ενώ αντιθέτως με το ν.3869/2010 προβλέπεται η ταυτόχρονη δικαστική ρύθμιση όλων των οφειλών του υπερχρεωμένου προσώπου. Οι δύο προαναφερθείσες διατάξεις της ειδικής νομοθεσίας που διέπει τη λειτουργία του Τ.Π&Δ, λειτουργούν μεν στη συμβατική σχέση του Ταμείου και των οφειλετών του, αλλά δεν είναι δυνατό να διεκδικήσουν ισχύ σε συλλογικές διαδικασίες πτωχευτικής φύσης, όπως αυτή του ν.3869/2010, οι οποίες βασίζονται στην κοινωνία ζημίας όλων ανεξαιρέτως των δανειστών, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για πιστωτικά ιδρύματα ή άλλους ιδιώτες και ανεξαρτήτως της προέλευσης των Οφειλών. Η εξαίρεση των οφειλών προς το ΤΠ&Δ από τις διατάξεις του ν.3869/2010 παρίσταται αδικαιολόγητη, εφ' όσον δεν εξαιρούνται ούτε οι οφειλές από στεγαστικά δάνεια που χορήγησαν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Η ερμηνευτική εξαίρεση των οφειλών προς το ΤΠ&Δ από τις διατάξεις του ν.3869/2010 παραβιάζει την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος) κατά διττό τρόπο, διότι αφενός οι οφειλέτες του ΤΠ&Δ θα στερούνταν αναιτιολόγητα την προστασία των ευνοϊκών διατάξεων του ν.3869/2010 έναντι των δανειολη¬πτών των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων και αφετέρου τα υπόλοιπα πιστωτικά ιδρύματα θα υποχρεούνταν να δέχονται τη μείωση των χρηματικών απαιτήσεων τους μέσω της αναγκαστικής συμμετοχής τους στη διαδικασία του ν.3869/2010 σε αντίθεση με το ΤΠ&Δ, που θα διατηρούσε αλώβητες τις δικές του απαιτήσεις. Ο δικαιολογητικός λόγος που ενδεχομένως θα μπορούσε να προβληθεί και σχετίζεται με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου του δημόσιου χαρακτήρα του ΤΠ&Δ (άρθρα 1 & 2 π.δ. 95/1996 «Οργανισμός Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων»), ήταν γνωστός στο νομοθέτη κατά τη θέσπιση και τις τροποποιήσεις του ν.3869/2010, αλλά αυτός προτίμησε να μην συμπεριλάβει το ΤΠ&Δ στους δημόσιους φορείς, οι οφειλές προς τους οποίους εξαιρούνται από το πεδίο ρύθμισης του νόμου αυτού. Ενδεικτικό προς τούτο πλέον, είναι ότι μετά την τροποποίηση του ανωτέρω άρθρου με την §1 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14,8.2015), οι μόνες οφειλές έναντι του Δημοσίου γενικώς, που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου πλέον είναι οι οφειλές, οι οποίες συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές. Τέλος τα δάνεια που χορηγεί το ΤΠ&Δ δεν αποτελούν δάνεια από φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 15 & 16 του ν.3586/2007 (Θεσμικό πλαίσιο επενδύσεων - αξιοποίησης περιουσίας Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης), ήτοι οι οφειλές από δάνεια από όλους τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ) αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ, καθώς και κάθε άλλο φορέα ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγεί περιοδικές παροχές υπό τύπο κύριων και επικουρικών συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων ή παροχές ασθένειας, εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος, ώστε να εξαιρούνται της ρύθμισης του ν.3869/2010 (βλ. ΟλΑΠ 2/2017, AΠ 1017/2015 και ΓνμδΝΣΚ 545/2008 ΤΝΠ- Νόμος). Συνεπώς, του νόμου μη διακρίνοντας, ούτε το Δικαστήριο δύναται να διακρίνει και να αντιμετωπίσει διαφορετικά τις οφειλές των υπερχρεωμένων προ¬σώπων προς το ΤΠ&Δ από ότι τις οφειλές τους προς τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της έφεσης, το εκκαλούν ισχυρίζεται, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 62 του ν.2214/1994, 25§6 του ν.3867/2010 και 1 του ν.3869/2010 και για το λόγο αυτό δέχθηκε ότι η οφειλή του πρώτου εφεσίβλητου προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠ&Δ) υπάγεται στις διατάξεις του ν.3869/2010, ενώ εάν είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει ορθά τις ανωτέρω διατάξεις, δεν θα είχε συμπεριλάβει στη ρύθμιση των χρεών του και την οφειλή του προς Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, διότι η οφειλή του πρώτου εφεσίβλητου προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠ&Δ) υπάγεται στις διατάξεις του ν.3869/2010.
Κατ' άρθρο 455 ΑΚ, ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτηση του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση). Κατ' άρθρο 460 ΑΚ, ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και στους τρίτους πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη. Η εκχώρηση είναι αμετάκλητη, εκτός εάν συμφωνηθεί άλλως. Αντικείμενο εκχώρησης είναι δυνατό να είναι και η μέλλουσα απαίτηση. Η συμφωνία μεταξύ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του δανειολήπτη, με την οποία ο δεύτερος προς εξόφληση του δανείου που έλαβε από το πρώτο, εκχωρεί σε αυτό την απαίτηση έναντι του εργοδότη του για μέρος του μισθού του, είναι έγκυρη και πλέον της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων στηρίζεται και στο άρθρο 62§1 ν.2214/1994. Ζήτημα προκύπτει, εάν είναι δυνατό να περιληφθεί σε ρύθμιση κατά τις διατάξεις του ν.3869/2010 μία οφειλή από δάνειο που έλαβε φυσικό πρόσωπο από το ΤΠ&Δ, εφόσον ήδη έχει εκχωρήσει μέρος των αποδοχών του σε αυτό. Κατ' αρχήν η εγκυρότητα της σύμβασης εκχωρήσεως συνεπάγεται ότι το ΤΠ&Δ δικαιούται να εισπράττει απ' ευθείας από τον εργοδότη επί μισθωτού ή από τον ασφαλιστικό φορέα επί συνταξιούχου το μέρος των αποδοχών του οφειλέτη, το οποίο εκχωρήθηκε. Κατά τη ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη δυνάμει των διατάξεων του ν.3869/2010 το δικαίωμα που έχει αποκτήσει το ΤΠ&Δ με τη σύμβαση εκχωρήσεως είναι δυνατό να αλλοιώνεται και δη να περιορίζεται κατά το μέτρο που υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης. Δεν τίθεται εν αμφιβολία η εγκυρότητα της σύμβασης εκχωρήσεως, ούτε πρόκειται για καταγγελία αυτής εκ μέρους του εκχωρητή, αλλά για εφαρμογή διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, οι οποίες λόγω αυτής της φύσης τους επιδρούν στη συναφθείσα ενοχική σύμβαση και ματαιώνουν την ολοσχερή ικανοποίηση της απαίτησης του ΤΠ&Δ, η οποία επιδιώχθηκε με την εκχώρηση της απαίτησης του δανειολήπτη επί τμήματος των αποδοχών του. Η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη κατά τις διατάξεις του ν.3869/2010 αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, στα οπο