69/2018 ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΝΙΚΑΙΑΣ

Αριθμός απόφασης 69/2018
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΝΙΚΑΙΑΣ
(ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ- Ν. 3869/2010)

 

Συγκροτήθηκε από τη Δόκιμη Ειρηνοδίκη Νίκαιας, ...... & τη Γραμματέα, .......
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις .... 2017 για να δικάσει τις παρακάτω υποθέσεις:
Α) Επί της υπ' αριθ. ..../2012 αίτησης:
Του αιτούντος, Μ.Τ. του ...., κατοίκου Νίκαιας, οδός .. αρ. ... με Α.Φ.Μ. ...., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του, Μαρίας Λάππα του Παναγιώτη, κατοίκου Αθηνών, οδός Διδότου αρ. 37 και κατέθεσε προτάσεις καθώς και το υπ' αριθ. Α.... Γραμμάτιο Προκαταβολής Εισφορών κι Ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά.
Των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών, οι οποίες κατέστησαν διάδικοι μετά τη νόμιμη κλήτευση τους [άρθρα 5 ν.3869/2010 και 748§2 ΚΠολΔ] και παρίστανται ως εξής: 1) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ...Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «.....», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ... αρ.....), με Α.Φ.Μ. ...., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της, ...., κατοίκου ..... και κατέθεσε προτάσεις καθώς και το υπ' αριθ. A.... Γραμμάτιο Προκαταβολής Εισφορών κι Ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, 2) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ .... Α.E », η οποία εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού .... κι εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της, ....., κατοίκου Αθηνών, .... και κατέθεσε προτάσεις καθώς και το υπ' αριθ. Α... Γραμμάτιο Προκαταβολής Εισφορών κι Ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά και 3) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «.... ΑΕ.» και διακριτικό τίτλο "......", νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εδρεύει στη ......., με Α.Φ.Μ. ..... και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της, ....., κατοίκου ..., οδός ... και κατέθεσε προτάσεις καθώς και το υπ' αριθ. Π........ Γραμμάτιο Προκαταβολής Εισφορών κι Ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Ο αιτών κατέθεσε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την από .....2012 αίτησή του, με την οποία ζητούσε όσα αναφέρονται σε αυτήν, και έλαβε αριθμό κατάθεσης .../...-2012. Δικάσιμος για τη συζήτηση αυτής προσδιορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Β) Επί της υπ' αριθ. ...../2012 αίτησης:
Της αιτούσας, Μ.Α. του .... και της ......, κατοίκου Νίκαιας, οδός ... αρ. ... με Α.Φ.Μ. ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του, Μαρίας Λάππα του Παναγιώτη, κατοίκου Αθηνών, οδός Διδότου αρ. 37 και κατέθεσε προτάσεις καθώς και το υπ' αριθ. Α.... Γραμμάτιο Προκαταβολής Εισφορών κι Ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά.
Των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών, οι οποίες κατέστησαν διάδικοι μετά τη νόμιμη κλήτευση τους [άρθρα 5 ν.3869/2010 και 748§2 ΚΠολΔ] και παρίστανται ως εξής: 1) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ....Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «........», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός .... αρ. ...), με Α.Φ.Μ. ....., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της, ....., . .., ...... και κατέθεσε προτάσεις καθώς και το υπ' αριθ. Α....Γραμμάτιο Προκαταβολής Εισφορών κι Ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, 2) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ .... Α.Ε.», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ... αρ, ... κι εκπροσωπείται, νόμιμα και παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της, .., κατοίκου Αθηνών, ... και κατέθεσε προτάσεις καθώς και το υπ' αριθ. Α.....Γραμμάτιο Προκαταβολής Εισφορών κι Ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά και 3) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «.. Α.Ε.» και διακριτικό τίτλο ".....", νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εδρεύει στη ...., με Α.Φ.Μ. .... και παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της, ..... κατοίκου ..., οδός ... αρ. ... και κατέθεσε προτάσεις καθώς και το υπ' αριθ. Π....Γραμμάτιο Προκαταβολής Εισφορών κι Ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Η αιτούσα κατέθεσε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την από ...2012 αίτησή της, με την οποία ζητούσε όσα αναφέρονται σε αυτήν, και έλαβε αριθμό κατάθεσης ....-2012. Δικάσιμος για τη συζήτηση αυτής προσδιορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Κατά τη δημόσια συνεδρίαση των ως άνω υποθέσεων που συνεκφωνήθηκαν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώνεται παραπάνω, και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά της συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 741 του ίδιου Κώδικα, τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και κατά τη διαδικασία των άρθρων 743 έως 781 του ίδιου κώδικα, εκτός αν είναι αντίθετα προς ειδικές διατάξεις ή δεν προσαρμόζονται στη διαδικασία αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι ως άνω αιτήσεις ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, που υποβάλλει έκαστος των αιτούντων - συζύγων οι οποίοι τυγχάνουν συνοφειλέτες στις ίδιες επίδικες δανειακές υποχρεώσεις καθώς και συγκύριοι στην αιτούμενη τη διάσωση κύρια κατοικία τους. Επομένως, πρέπει να διαταχθεί η ένωση και η συνεκδίκαση των αιτήσεων, οι οποίες υπάγονται στην ίδια διαδικασία, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, αλλά και λόγω του ότι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρ. 246 ΚΠολΔ).
Α. Με την κρινόμενη αίτηση, όπως αυτή διορθώθηκε και τροποποιήθηκε παραδεκτώς, κατ' άρθρα 741 και 224§2 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις που κατέθεσε νόμιμα και εμπρόθεσμα η πληρεξούσια δικηγόρος του αιτούντος, επί της έδρας του δικαστηρίου τούτου, αλλά και με προφορική δήλωση αυτή την ημέρα της συζήτησής της, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά ο αιτών, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τις πιστώτριές του, ζητεί, όπως σαφώς συνάγεται με από το όλο περιεχόμενο της αίτησης, την ρύθμιση των χρεών του σύμφωνα με το περιεχόμενο στην αίτηση σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του και αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή κατάστασή του, όπως αυτές εκτίθενται στην ένδικη αίτηση, με σκοπό την εν μέρει απαλλαγή του από τις οφειλές του.
Η αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, αρμοδίως καθ' ύλην και κατά τόπο εισάγεται για να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, στο οποίο έχει την κατοικία του ο αιτών, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του ν.3869/2010 και αρθ. 739επ, ΚΠολΔ). Περαιτέρω, στην υπό κρίση αίτηση, ως εκκρεμούσα κατά την έναρξη ισχύος του νέου ν.4161/2013 (ΦΕΚ Α' 143/14.6.2013), ήτοι κατά την 14.6.2013, εφαρμόζεται η προδικασία που ίσχυε πριν από την τροποποίηση με το νέο Νόμο, ενώ ως προς τα υπόλοιπα ζητήματα ο ν.4161/2013, έχει άμεση ισχύ και εφαρμογή, υπό το άρθρο 24 του ν.4161/2013 σε συνδυασμό με το άρθρο 19§3 του νόμου αυτού (ν.4161/2013) με τίτλο «Μεταβατικές διατάξεις» (βλ. και Εφαρμογή του Ν 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, Ι.Βενιέρης-Θ.Κατσά, 2η έκδοση, σελ. 231-233 υπό I και II). Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι η διάταξη της §3 του άρθρου 19 του ν.4161/2013, κατά την οποία για τις εκκρεμούσες αιτήσεις, δηλαδή για αυτές που κατατίθενται μετά το ν.4161/2013, αλλά και για αυτές που έχουν κατατεθεί υπό την ισχύ του ν.3869/2010, αλλά δεν έχουν ακόμη εκδικαστεί, εφαρμόζεται η προδικασία που ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του παρόντος, αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 5 του ν.3869/2010, που ρυθμίζει την προδικασία και όχι σε εκείνη του άρθρου 4§2β, η οποία αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 12§1 ν.4161/2013, που ισχύει από 14-6-2013, (ορ. ΑΠ 236/2015 ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ - ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Παραδεκτά, επομένως, εισάγεται προς συζήτηση μετά: α) την εμπρόθεσμη και νομότυπη επίδοση στις μετέχουσες πιστώτριές της αίτησης με ορισμό δικασίμου για τη συζήτησή της, με πρόσκληση να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο μηνών από την κατάθεση της αίτησης, (βλ. τις υπ' αριθμούς .....-2012 Εκθέσεις Επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, ... ....), β) την αποτυχία του δικαστικού συμβιβασμού, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από τις μετέχουσες πιστώτριες (βλ. τις από .....-2013 έγγραφες παρατηρήσεις των μετεχουσών πιστωτριών, νομίμως κατατεθείσες στην γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις ......-2013 αντίστοιχα) και γ) τη διαπίστωση ότι δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση του αιτούντος για ρύθμιση των χρεών του στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή του για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ' αρθ. 13§2. Σημειωτέον ότι προς διευκόλυνση του προδικαστικού συμβιβασμού και όχι πλέον ως στοιχείο του παραδεκτού της ένδικης αιτήσεως (ορ. ανωτέρω αναφερόμενη ΑΠ 236/2015 τνπ ΝΟΜΟΣ), προσκομίζονται όλα τα απαιτούμενα έγγραφα του άρθρου 4§2 του ν.3869/2010, μεταξύ αυτών και η από ....2012 Υπεύθυνη Δήλωση του αιτούντος με περί της ορθότητας και πληρότητας των αναφερόμενων στην αίτησή της καθώς και περί μη μεταβίβασης, εντός της τελευταίας τριετίας, εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων του.
Για το παραδεκτό της δε: α) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου απ' αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. αρθ. 2 ν.3869/2010), ο οποίος απέτυχε όπως βεβαιώνεται από τον συνδράμοντα φορέα - πληρεξούσια δικηγόρο του αιτούντος στις ....-2012 (ορ. την από ....-2012 Βεβαίωση Αποτυχίας του Εξωδικαστικού Συμβιβασμού), β) κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του αρθ. 2§1 ν.3869/2010 από τη αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού, όπως προκύπτει από την ημερομηνία αποτυχίας που αναγράφεται στην ως άνω βεβαίωση (...-2012) σε συνδυασμό με την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης ρύθμισης (....-2012), ενώ είναι επαρκώς ορισμένη, κατ' άρθρον 216§1 ΚΠολΔ (741 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 744, 745 και 751 ΚΠολΔ από τις οποίες προκύπτει ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων που επιβάλλει την ενεργή συμμετοχή του δικαστή στην συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης και επιτρέπει τη δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις των ελλειπόντων πραγματικών στοιχείων της αίτησης και θεραπείας της ελλοχευθείσας πραγματικής αοριστίας, (ΑΠ 1131/1987, ΝοΒ 36, 1601, ΕφΑΘ 2188/2008, ΕφΑΘ 4462/2002, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS, Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένοι φυσικών προσώπων με βάση τον Ν. 3869/2010, έκδοση 2014, παρ. 69επ., σελ. 123επ., Αρβανιτάκης, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 747, αρ. 7, σελ. 1485 - 1486, με τις εκεί αναφερόμενες νομολογιακές παραπομπές). Ειδικότερα, η ένδικη αίτηση περιέχει όλα τα απαιτούμενα εκ του νόμου στοιχεία, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 4§1 του ν.3869/2010, ήτοι επαρκούς αναφοράς: 1) της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του αιτούντος φυσικού προσώπου, 2) της κατάσταση της περιουσίας του, 3) της κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 4) σχεδίου διευθέτησης των οφειλών του, καθώς και ότι προέβη σε προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού κι αυτή απέτυχε με αποτέλεσμα ο οφειλέτης να προβάλλει εντός προθεσμίας αίτημα ρύθμισης αυτών με σκοπό την προβλεπόμενη από το νόμο απαλλαγή του, ως ίσχυε για τις αιτήσεις προ του ν.4161/2013 [Βενιέρης - Θ. Κατσάς, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, Νομική Βιβλιοθήκη, 3η έκδοση, σελ. 252επ.]. Περαιτέρω για την πληρότητα της αιτήσεως δεν χρειάζεται να αναφέρεται σε αυτή το μηνιαίο κόστος διαβίωσης του αιτούντος και της οικογένειας του το οποίο και θα εκτιμηθεί από το Δικαστήριο με βάση τα προσκομιζόμενα σχετικά στοιχεία, τα διδάγματα της κοινής πείρας ενόψει και του γεγονότος ότι ο ν.3869/2010 δεν απαιτεί την αναφορά των δαπανών διαβίωσης του οφειλέτη αλλά την παράθεση των περιουσιακών του στοιχειών και των εισοδημάτων του ίδιου και της συζύγου του (άρθρο 4§1 εδ.β, 5§1 εδ.α, βλ. και ενδεικτικά Ειρ. Καλύμνου 1/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η τυχόν παράθεση από αυτόν οποιουδήποτε ποσού για την κάλυψη της τάδε ή της δείνα βιοτικής ανάγκης θα είχε το χαρακτήρα αβεβαιότητας, αφού δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν με ακρίβεια οι ανθρώπινες ανάγκες, λόγω των απρόβλεπτων περιστάσεων. Λοιπά στοιχεία, όπως ο χρόνος ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων του αιτούντος, οι συγκυρίες πού τον οδήγησαν στην αδυναμία πληρωμής των χρεών του καθώς και το ακριβές χρονικό σημείο από το οποίο και εντεύθεν αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις, δεν αποτελούν απαιτούμενα στοιχεία για το ορισμένο της αίτησης κατ' άρθρο 4§1 ν.3869/2010, αλλά ανάγονται στην ουσιαστική βασιμότητά της, αποτελούν αντικείμενο απόδειξης και ανταπόδειξης και θα εξεταστούν περαιτέρω. (Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Έκδοση 2014, παρ.81, σελ. 127, Βενιέρης - Κατσάς, Εφαρμογή του ν.3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, έκδοση 2013, σελ. 182 με τις εκεί νομολογιακές παραπομπές στην σημείωση με αριθμό 1070). Κατόπιν τούτων, η περί αοριστίας ένσταση των καθ' ών πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον η αίτηση περιέχει τα στοιχεία που, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω, είναι απαραίτητα για τον έλεγχο της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της.
Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 8, 9§2 & 11 του ν.3869/2010, πλην του αιτήματος να αναγνωρισθεί ότι με την τήρηση της ρύθμισης του Δικαστηρίου θα απαλλαγεί ο αιτών από τα χρέη του, το οποίο είναι απαράδεκτο, αφού η αιτούμενη αναγνώριση, δεν αποτελεί υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας κατ' άρθ. 739 του ΚΠολΔ, ώστε να κριθεί κατά την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω διαδικασία. Πάντως το αίτημα να απαλλαγεί ο υπερχρεωμένος οφειλέτης (και όχι η αιτουμένη αναγνώριση) από κάθε υπόλοιπο οφειλής κατ' άρθ. 11§1 του ν.3869/2010, συνιστά αίτημα και περιεχόμενο μεταγενέστερης αιτήσεως που υποβάλει στο Δικαστήριο μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται επί. της αιτήσεως του αρθ. 4§1 του αυτού νόμου, ως τούτο ρητά αναφέρεται στην §3 του άρθ. 11 του ν.3869/2010 σύμφωνα με το οποίο «Το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη που κοινοποιείται στους πιστωτές πιστοποιεί την απαλλαγή του από το υπόλοιπο των οφειλών». Επομένως, πρέπει να εξεταστεί παραπέρα ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, μετά την καταβολή και των νομίμων τελών της συζήτησης.
Η πληρεξούσια δικηγόρος της πρώτης καθ' ής με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε εμπρόθεσμα, προέβαλε και τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ενστάσεις, πλην των ενστάσεων απαραδέκτου και αοριστίας της ένδικης αίτησης που κρίθηκαν ανωτέρω στο πλαίσιο του αυτεπάγγελτου ελέγχου του παρόντος δικαστηρίου περί του παραδεκτού και ορισμένου της κρινόμενης αίτησης και ειδικότερα την ένσταση δόλιας περιέλευσης σε κατάσταση γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής η οποία, όμως, θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (741 και 262 ΚΠολΔ) διότι ουδόλως εξειδικεύονται, κατά την προβολή της σχετικής ένστασης, οι συγκεκριμένες ενέργειες, με τις οποίες ο αιτών ενήργησε δολίως σε βάρος αυτής, δηλαδή με ποιες πράξεις ή παραλείψεις του επεδίωξε την αδυναμία των πληρωμών του ή προέβλεψε ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν άλλαξε συμπεριφορά, αποδεχόμενη το αποτέλεσμα αυτό. Ουδόλως δε αναφέρει ότι πρόκειται για οφειλέτη ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ορ. 65/2017 ΑΠ, τνπ ΝΟΜΟΣ), περιστατικά που βαρύνεται να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο σχετικώς πιστωτικό ίδρυμα, αλλά τουναντίον αρκείται στη γενικόλογη επανάληψη των οριζόμενων στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.3869/2010.
Η πληρεξούσια δικηγόρος της δεύτερης καθ' ής με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε εμπρόθεσμα, προέβαλε και τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ενστάσεις, πλην των ενστάσεων απαραδέκτου και αοριστίας της ένδικης αίτησης που κρίθηκαν ανωτέρω στο πλαίσιο του αυτεπάγγελτου ελέγχου του παρόντος δικαστηρίου περί του παραδεκτού και ορισμένου της κρινόμενης αίτησης και ειδικότερα: α) την ένσταση ανειλικρινούς δηλώσεως εισοδημάτων, η οποία, όμως, θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας καθόσον δεν αναφέρει ποια συγκεκριμένα εισοδήματα έχει αποκρύψει ο αιτών, ούτε πολύ περισσότερο προσκόμισε κάποια απόδειξη (βλ. 75/2017 ΕιρΚορίνθου, 716/2016 ΕιρΠατρών, τνπ ΝΟΜΟΣ), καθώς και β) την ένταση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (ΑΚ 281). Η εν λόγω ένσταση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της άσκησης της ένδικης αίτησης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η απαγόρευση της άσκησης του δικαιώματος, που ορίζει το άρθρο 281 ΑΚ, με τους όρους που αυτό προβλέπει, είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα, το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από διατάξεις δικονομικές (βλ σχετ. Α.Π. 1006/1999, ΕλλΔνη 40,1718, Α.Π. 392/1997, ΕλλΔνη 38, 1842, ΕφΠειρ 357/2005, Δ.Ε.Ε. 2005,1066, ΕφΛαρ 474/2005, Αρμ 2005,1768, ΕφΠατρ 964/2004, ΑχΝομ 2005,22, ΕφΘεσ 1729/2003, Αρμ 2004,1401). Κατά δε το μέρος που αφορά τους πραγματικούς ισχυρισμούς που αφορούν στο περιεχόμενό της θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας καθώς για τη θεμελίωση της εν λόγω ένστασης αρκείται στην πανομοιότυπη επανάληψη των οριζομένων στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Η πληρεξούσια δικηγόρος της τρίτης καθ' ης με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε εμπρόθεσμα, προέβαλε και τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ενστάσεις, πλην των ενστάσεων απαραδέκτου και αοριστίας της ένδικης αίτησης που κρίθηκαν ανωτέρω στο πλαίσιο του αυτεπάγγελτου ελέγχου του παρόντος δικαστηρίου περί του παραδεκτού και ορισμένου της κρινόμενης αίτησης και ειδικότερα: α) την ένσταση ανειλικρινούς δηλώσεως εισοδημάτων,