309/2018 ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΙΛΙΟΥ

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΙΛΙΟΥ
ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Ν. 3889/2010

 

Αριθμός Απόφασης 309/ 2018
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΙΛΙΟΥ

 

 

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη ..... με τη σύμπραξη της Γραμματέως .......
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ......2018 για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:
Toυ αιτούντος: Ν.Α. του ...., κατοίκου Πετρουπόλεως Αττικής, οδός .... αρ. ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Καλλιρρόης Μελιοπούλου (αρ. γρ. προκ. ΔΣΑ .........2018).
Των καθ' ων η αίτηση: 1. Ανώνυμης τραπεζικής με την επωνυμία «.... Τράπεζα ........... Α.Ε.», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός .... αρ. ..., και η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της .... (αρ. γρ. προκ. ΔΣΑ ......2018).
2. Κυπριακής δημόσιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «..........», η οποία εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου, είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, οδός .... αρ. ......, και η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Ο αιτών με την από ......2013 αίτησή του, διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης ...........2013, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Για τη συζήτηση της ως άνω υποθέσεως ορίστηκε η δικάσιμος που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, αφού εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρισταμένων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις που κατέθεσαν. Το Δικαστήριο, αφού άκουσε όσα αναφέρθηκαν κατά τη συζήτηση. 
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθ. ..........2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών .......... προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με ορισμό δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νομίμως κι εμπροθέσμως στη δεύτερη των καθ' ων (ά. 5 ν.3869/2010 και ά. 748§3 ΚΠολΔ), η οποία δεν παραστάθηκε και θα δικασθεί ερήμην (ά. 741 & 271§2 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αίτηση, όπως παραδεκτά τροποποιήθηκε με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του καταχωρημένης στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συζήτησης της παρούσας και με τις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις, ο αιτών επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους πιστωτές που αναφέρονται στην αίτηση, ζητά, αφού ληφθεί υπ' όψιν η προσωπική, οικονομική και περιουσιακή κατάστασή του, την υπαγωγή του στις διατάξεις του ν.3869/2010 με ρύθμιση των οφειλών του, ώστε να επέλθει απαλλαγή αυτού από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του έναντι των καθ' ων.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αίτηση αρμοδίως καθ' ύλην και κατά τόπον φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου της περιφέρειας της κατοικίας του αιτούντος κατά το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των ά. 741επ. ΚΠολΔ. Στην υπό κρίση αίτηση με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ..........2013, ως εκκρεμούσα κατά την έναρξη ισχύος του ν.4161/2013 (ΦΕΚ ΑΊ43/14.06.2013) την 14.06.2013, εφαρμόζεται η προδικασία του ν.3869/2010 που ίσχυε πριν από την τροποποίηση με τον προαναφερόμενο νόμο, ενώ ως προς τα υπόλοιπα ζητήματα ο ν.4161/2013 έχει άμεση ισχύ και εφαρμογή, υπό το ά. 24 του ν.4161/2013 σε συνδυασμό με το ά. 19§3 του ιδίου νόμου με τίτλο «Μεταβατικές διατάξεις». Σημειώνεται ότι η διάταξη της §3 του ά.19 του ν.4161/2013, κατά την οποία για τις εκκρεμούσες αιτήσεις εφαρμόζεται η προδικασία που ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του ν.4161/2013, αναφέρεται στη διάταξη του ά.5 του ν.3869/2010, που ρυθμίζει την προδικασία και όχι σε αυτή του ά. 4, καθώς η προδικασία αφορά τα στάδια που λαμβάνουν χώρα από την κατάθεση της αίτησης κι έπειτα και όχι το χρονικό διάστημα πριν από αυτήν (βλ. και Αθ. Γ. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, 3η έκδοση, σελ. 454, Δ. Σπυράκο - X. Παπαστάμου ΝοΒ 2013, 1789 επ. και ήδη ΑΠ 236/2015 ΝΟΜΟΣ, ΧρΙΔ 2015/432). Κατά συνέπεια παρέλκει η εξέταση από το παρόν Δικαστήριο της τήρησης από τον αιτούντα της διαδικασίας εξωδικαστικού συμβιβασμού ως προϋπόθεσης του παραδεκτού της κύριας αίτησης, όπως προβλεπόταν από το ά. 2 του ν.3869/2010, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίηση που επήλθε με το ν.4161/2013, ενώ τυχόν παράλειψη ή ατέλεια της υπεύθυνης δήλωσης που προβλέπεται στο ά. 4§2 εδ.β ν.3869/2010 δε δημιουργεί οριστικό απαράδεκτο που να οδηγεί σε έκδοση απορριπτικής της αιτήσεως απόφασης (ΑΠ 236/2015 ΝΟΜΟΣ, ΧρΙΔ 2015/432). Όπως δε διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο του παρόντος Δικαστηρίου κατά το ά. 13§2 του ν.3869/2010, δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση του αιτούντος στο παρόν Δικαστήριο ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει εκδοθεί προγενεστέρως απόφαση για τη διευθέτηση των οφειλών του με απαλλαγή του από υπόλοιπα χρεών.
Παραδεκτά δε εισάγεται προς συζήτηση μετά: α) τη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των καθ' ων σύμφωνα με το ά. 5 ν.3869/2010, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν.4161/2013, και β) την αποτυχία του δικαστικού συμβιβασμού, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών του αιτούντος από τις καθ' ων (βλ. και τις έγγραφες απαντήσεις-παρατηρήσεις αυτών κατά το άρθρο 5 του ν.3869/2010, όπως το εν λόγω άρθρο ίσχυε πριν από την τροποποίησή του από το ν.4161/2013). Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση είναι επαρκώς ορισμένη, καθώς εκτίθενται σε αυτήν όλα τα απαραίτητα εκ του νόμου στοιχεία (ά. 4§1 ν.3869/2010), ήτοι α) ότι ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο ευρισκόμενο σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, β) η κατάσταση της περιουσίας και των εισοδημάτων του, καθώς και των εισοδημάτων της συζύγου του, γ) η κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και δ) σχέδιο διευθέτησης των οφειλών. Στα προαναφερόμενα στοιχεία δεν περιλαμβάνεται η αναφορά στην προτέρα της υποβολής της αίτησης οικονομική κατάσταση, στους λόγους δανεισμού και περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμής, στοιχεία τα οποία δύνανται σε κάθε περίπτωση να αποτελέσουν θέματα της αποδεικτικής διαδικασίας, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των ά. 744, 745, 751 ΚΠολΔ λόγω του ιδιόρρυθμου χαρακτήρα της εκούσιας δικαιοδοσίας. Προσέτι, η ένδικη αίτηση είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6§3, 8 & 11 του ν.3869/2010. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.
Ο ισχυρισμός της πρώτης καθ' ης περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος κατά το μέρος που στρέφεται κατά της άσκησης της ένδικης αίτησης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθώς δεν μπορεί να προβληθεί κατά άσκησης δικαιώματος δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1006/1999, ΑΠ 683/1999, ΑΠ 392/1997, ΕφΠειρ 357/2005, ΕφΛαρ 474/2005, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS), κατά το μέρος όμως που στρέφεται κατά του περιεχομένου της αίτησης αποτελεί ένσταση, ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορριπτέα, ωστόσο, στην ουσία της, καθώς τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν υπερβαίνουν τα ακραία αξιολογικά όρια που θέτει ο κανόνας του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, η επιδίωξη για ρύθμιση δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, δηλαδή άσκηση του δικαιώματος με τρόπο αντίθετο στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Πρόκειται απλώς για επιδίωξη ρύθμισης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3869/2010, ενώ άλλωστε το Δικαστήριο είναι αυτό που αποφασίζει εν τελεί τη δυνατότητα υπαγωγής στις διατάξεις του ν.3869/2010.
Από την εκτίμηση της ανωμοτί κατάθεσης του αιτούντος, η οποία δόθηκε στο ακροατήριο και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζονται με επίκληση, αλλά και όσων παραδεκτά προσκομίζονται χωρίς να γίνεται επίκλησή τους, όπως προκύπτει από τα άρθρα 744 & 759§3 Κ.Πολ.Δ, από τις ομολογίες που συνάγονται από το σύνολο των ισχυρισμών (άρθ. 261 ΚΠολΔ), από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336§4 ΚΠολΔ), καθώς και από την εν γένει διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αιτών, ηλικίας σήμερα 42 ετών (έτος γεννήσεως 1976), είναι παντρεμένος με τη ....., από το δε γάμο τους έχουν αποκτήσει ένα ανήλικο σήμερα τέκνο (βλ. την από ...........2018 βεβαίωση οικογενειακής κατάστασης). Εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος με μηνιαίες αποδοχές 1.638,37 € (βλ. την από ........2018 βεβαίωση της εταιρείας «..........», όπου 1.404,32 € X 14 μήνες /12 μήνες). Η σύζυγός του είναι άνεργη από το 2008 (βλ. αντίγραφο κάρτας ανεργίας). Κατοικούν σε μισθωμένο ακίνητο στην ανωτέρω δηλωθείσα διεύθυνση, για τη μίσθωση του οποίου καταβάλλουν μηνιαίως ποσό 400,00 € (βλ. το από ..........2014 μισθωτήριο συμφωνητικό κατοικίας και αποδείξεις είσπραξης ενοικίου μηνός Ιανουάριου και Φεβρουάριου 2018). Τόσο ο αιτών όσο και η σύζυγός του δεν έχουν στην κυριότητά τους κανένα ακίνητο ή κινητό περιουσιακό στοιχείο αξίας.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης, ο αιτών είχε αναλάβει από τις καθ' ων τραπεζικά προϊόντα, από τα οποία προκύπτουν οι ακόλουθες οφειλές.
1. Από την πρώτη καθ' ης .... Τράπεζα ..... Α.Ε.: α) δυνάμει της υπ' αριθ. ...... σύμβασης καταναλωτικής πίστης συνολικό ποσό 8.700,90 €, β) δυνάμει της υπ' αριθ. ..... σύμβασης στεγαστικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής, συνολικό ποσό 265.297,67 € και γ) δυνάμει της υπ' αριθ. ..... σύμβασης στεγαστικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής, συνολικό ποσό 15.893,34 € (βλ. την από ......2016 βεβαίωση οφειλών της πρώτης καθ' ης). Επομένως, το συνολικό ποσό των οφειλών του αιτούντος στην πρώτη καθ' ης ανέρχεται σε 289.891,90 €.
2. Από τη δεύτερη καθ' ης ............ δυνάμει της υπ' αριθ. ....... σύμβασης πίστωσης συνολικό ποσό 7.132,08 € (βλ. την από ......2011 βεβαίωση οφειλών της δεύτερης καθ' ης). Επομένως, το συνολικό ποσό των οφειλών του αιτούντος ανέρχεται σε 297.024,00 €.
Το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών του αιτούντος προέρχεται από δύο στεγαστικά δάνεια (ανωτέρω αναφερόμενες οφειλές υπό στ. 1 β και γ), στα οποία συμβλήθηκε ως εγγυητής με πρωτοφειλέτρια τη μητέρα του ............ το 2008. Ο λόγος λήψης των δανείων ήταν η ανέγερση δύο κατοικιών στο ...... Κορινθίας από τους γονείς του, ενώ ο ίδιος συμβλήθηκε κατ' απαίτηση της πρώτης καθ' ης και ουδέποτε συμμετείχε στην καταβολή των μηνιαίων δόσεων, οι οποίες ανέρχονταν, σύμφωνα με την κατάθεσή του περί των 1.200,00 € και καλύπτονταν εξ ολοκλήρου από την πρωτοφειλέτρια μητέρα του. Σύμφωνα, μάλιστα, με τα σχέδια της πρωτοφειλέτριας, η μία εκ των δύο κατοικιών θα διετίθετο προς πώληση, ενώ με το τίμημα από αυτήν, θα αποπληρωνόταν σημαντικό μέρος του δανείου, με αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση της μηνιαίας δόσης. Παράλληλα, ο αιτών συμβλήθηκε ως πρωτοφειλέτης σε δύο καταναλωτικές πιστώσεις, τα ποσά των οποίων αναλώθηκαν από τη μητέρα του (για τον ίδιο ανωτέρω σκοπό) και τον πατέρα του (για την έναρξη επιχείρησης), ενώ το ποσό που απαιτείτο για την προσήκουσα καταβολή των μηνιαίων δόσεων ανερχόταν σε 400,00 € περίπου (βλ. κατάθεση αιτούντος). Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα, το καθαρό (ήτοι μετά την αφαίρεση των φόρων) εισόδημα του αιτούντος από το οικονομικό έτος 2009 (έτος λήψης των στεγαστικών δανείων) μέχρι και το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης (οικονομικό έτος 2014) κυμάνθηκε σε: 18.763,70 € (1.563,64 € μηνιαίως) το οικονομικό έτος 2009, 15.393,22 € (1.282,77 € μηνιαίως) το οικονομικό έτος 2010, 17.294,73 € (1.441,23 € μηνιαίως) το οικονομικό έτος 2011, 17.078,74 € (1.423,23 € μηνιαίως) το οικονομικό έτος 2012, 17.131,99 € (1.427,66 € μηνιαίως) το οικονομικό έτος 2013 και σε 17.430,60 € (1.452,55 € μηνιαίως) το οικονομικό έτος 2014. Μάλιστα και μετά την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης, το εισόδημά του κυμάνθηκε στα ίδια περίπου επίπεδα, ήτοι 17.830,61 € (1.485,88 € μηνιαίως) το φορολογικό έτος 2014, 18.292,27 € (1.524,39 € μηνιαίως) το φορολογικό έτος 2015, 18.548,57 € το (1.524,39 € μηνιαίως) φορολογικό έτος 2016, σήμερα δε 1.638,37 € μηνιαίως. Από τα ανωτέρω αναφερόμενα εισοδήματα προκύπτει εμφανώς ότι ο αιτών ουδέποτε ήταν σε θέση να καταβάλει ο ίδιος με τις δικές του οικονομικές δυνάμεις το σύνολο των μηνιαίων δόσεων (1.600,00 € μηνιαίως), ευρισκόμενος ήδη κατά την κατάθεση της αίτησης σε γενική αδυναμία πληρωμής. Η αδυναμία του αυτή, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται και σήμερα, κρίνεται μόνιμη από το παρόν Δικαστήριο, καθώς δεν αναμένεται αύξηση των εισοδημάτων του τέτοιου ύψους που να επιτρέπει την προσήκουσα αποπληρωμή των υποχρεώσεων του και την κάλυψη των δαπανών διαβίωσής του, εν όψει και των γενικότερων οικονομικών συνθηκών, οι οποίες συγκρατούν τους μισθούς σε χαμηλά επίπεδα. Ωστόσο, η περιέλευσή του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής δεν οφείλεται σε δολιότητα, η δε υποβληθείσα από την πρώτη καθ' ης ένσταση περί περιελεύσεώς του σε αδυναμία πληρωμής από δολιότητα, διότι κατά το χρόνο ανάληψης των χρεών γνώριζε ή και σε κάθε περίπτωση αποδεχόταν ως ενδεχόμενο ότι δεν θα δύναται να εξυπηρετήσει με βάση τα εισοδήματα του τις παραπάνω υποχρεώσεις της, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του Αστικού Δικαίου (330 ΑΚ), συμπίπτει με εκείνη του αρ. 27§1 ΠΚ στην οποία ο δόλος διακρίνεται σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που «θέλει» την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεως του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007, ΕΑ 4681/2009, ΝΟΜΟΣ). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου κι έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 209/2012). Στο πεδίο του ν.3869/2010, ο οφειλέτης, ο οποίος με τις πράξεις ή τις παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά αποδεχόμενος το αποτέλεσμα, δε δικαιούται να υπαχθεί στη διαδικασία του ν.3869/2010 και να ρυθμίσει τις οφειλές του. Αντιθέτως, ο οφειλέτης δεν είναι δόλιος αν προβλέπει μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να οδηγηθεί σε υπερχρέωση και αδυναμία πληρωμών, αλλά πιστεύει ότι κάποια ευνοϊκή ρύθμιση με τις τράπεζες, κάποια μείωση δόσεων ή επιτοκίων ή αλλαγή στις συνθήκες ζωής του και στα εισοδήματα του ίδιου ή της οικογένειας του θα αποτρέψουν μια τέτοια κατάσταση (βλ. I. Βενιέρης Θ. Κατσάς, Εφαρμογή του ν.3869/2010 για τα Υπερχρεωμένα Φυσικά Πρόσωπα, γ' έκδοση, 154). Η διερεύνηση της ψυχικής σχέσης και στάσης του οφειλέτη απέναντι στο αποτέλεσμα της μόνιμης αδυναμίας είναι αυτή που καθορίζει τη διαφοροποίηση ανάμεσα στις δύο όμορες μορφές υπαιτιότητας του (ενδεχόμενου) δόλου και της (ενσυνείδητης) αμέλειας. Στην υπό κρίση περίπτωση, ο αιτών είχε την πίστη ότι η πρωτοφειλέτρια, η οποία είχε καρπωθεί το σύνολο των ποσών των στεγαστικών δανείων, θα ήταν σε θέση να αποπληρώνει τις μηνιαίες δόσεις για αυτά (οι οποίες μάλιστα θα μειώνονταν με την πώληση της μίας εκ των δύο κατοικιών, οπότε θα κυμαίνονταν σε διαχειρίσιμο ακόμα και για τον ίδιο επίπεδο). Ακόμα δε και αν κρίνονται μη ορθολογικοί οι χειρισμοί των οικονομικών του αιτούντος (παροχή εγγύησης επί κεφαλαίου ύψους 250.000,00 €, με μηνιαία δόση, την οποία ουδόλως θα ηδύνατο ο ίδιος να καταβάλλει), τούτο δε συνεπάγεται ύπαρξη δόλου, ούτε καν ενδεχόμενου, αντίθετα, εννοιολογικά, η συμπεριφορά του ίσως να ταυτίζεται με ενσυνείδητη αμέλεια, η οποία, όμως, είναι εν προκειμένω αδιάφορη.
Με βάση τα ανωτέρω συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του ν.3869/2010 και ειδικότερα σε αυτή του άρθρου 8§2 για μηνιαίες καταβολές επί πενταετία, όπως αυτό τροποποιήθηκε με την §2 του άρθρου 16 ν.4161/2013, λαμβανομένων υπόψη ως προς το καθορισμό του παραπάνω χρονικού διαστήματος της ηλικίας του αιτούντος και του ύψους των χρεών του. Το δε προς διάθεση στις καθ' ων ποσό, το οποίο πρέπει να καταβάλει ο αιτών, ανέρχεται σε εκατόν πενήντα (150,00) € μηνιαίως, το οποίο θα καταβάλλει συμμέτρως σε αυτές, λαμβανομένων υπ' όψιν των αναγκών του ίδιου και της οικογένειας του, προκειμένου να του εξασφαλίζεται ένα στοιχειώδες αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Από το ανωτέρω ποσό των 150,00 €, ποσό 146,40 € θα καταβάλλεται στην πρώτη καθ' ης και ποσό 3,60 € στη δεύτερη καθ' ης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση του αιτούντος να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατά την ουσιαστική της πλευρά και να ρυθμιστούν οι αναφερόμενες στην αίτηση οφειλές του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Η απαλλαγή του αιτούντος από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι των καθ' ων, θα επέλθει σύμφωνα με το νόμο (άρθρ. 11§1 ν.3869/2010) μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται με την παρούσα απόφαση. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρ. 8§6 του ν.3869/2010.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην της δεύτερης καθ' ης.
Δέχεται εν μέρει την ένδικη αίτηση.
Ρυθμίζει τα χρέη του αιτούντος με μηνιαίες καταβολές προς τις καθ' ων για πέντε (5) έτη, ήτοι σε εξήντα (60) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από το δεύτερο μήνα μετά τη δημοσίευση της παρούσας, συνολικού ποσού εκάστης μηνιαίας καταβολής εκατόν πενήντα (150,00) €, συμμέτρως διανεμομένου σε αυτές, κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο Ίλιον Αττικής στις ...../2018 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.