446/2018 ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ

Αριθμός Απόφασης: 446/2018
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ
(Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας)

 

Συγκροτήθηκε από τον Ειρηνοδίκη .... και τη Γραμματέα .... ......
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις .....2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Σ.Τ. του ....., κατοίκου Μελισσίων, επί της οδού ..... ...., με Α.Φ.Μ. ....., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Πάρι ΑΝΑΣΤΑΣΑΚΟΥ του Σεραφείμ, κατοίκου Αθηνών, επί της οδού Διδότου 37 (Α.Μ. ΔΣΑ 22837).
ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα .... ΑΕ» και τον διακριτικό τίτλο «.....», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ....., με Α.Φ.Μ. ......, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της ..... του ...., κατοίκου ...., επί της οδού ... ... (Α.Μ. ΔΣΠ .....).
Η αιτούσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από ....2013 αίτησή της, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού στις ....-2013 με αριθμό κατάθεσης ..../2013, προσδιορίστηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και ενεγράφη στο πινάκιο.
Κατά την ανωτέρω ορισθείσα δικάσιμο, η υπόθεση αυτή εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά του σχετικού πινακίου και συζητήθηκε. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης το Δικαστήριο άκουσε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί αυτοί και όσα αναφέρονται στα πρακτικό και τις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
I) Εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 747§2, 118 ΚΠολΔ και 1επ. ν.3869/2010 συνάγεται ότι στην αίτηση του άρθρ. 4§1 ν.3869/2010, για να είναι αυτή ορισμένη, πρέπει να αναφέρεται ότι ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, ότι κατέβαλε προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού, ο οποίος απέτυχε, και ότι βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του. Περαιτέρω, στην αίτηση πρέπει να περιέχεται ακριβής περιγραφή της οικογενειακής κατάστασης του οφειλέτη (έγγαμος ή μη, προστατευόμενα μέλη), όπως και το συνολικό ύψος των βιοτικών του αναγκών, χωρίς να χρειάζεται ανάλυση των επιμέρους στοιχείων του κόστους αυτών. Επιπλέον, η ανωτέρω αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει: α) κατάσταση της περιουσίας του αιτούντος και των εισοδημάτων του ίδιου και της συζύγου του, β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών. Κατά βάση, το σχέδιο αυτό αποτελεί πρόταση του οφειλέτη προς τους πιστωτές του για τον τρόπο ρύθμισης των χρεών και δύναται να καθορισθεί ελευθέρως από αυτόν, αφού στον νόμο δεν ορίζεται το περιεχόμενό του. Ωστόσο, η διατύπωση του σχεδίου πρέπει να γίνεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ολοκληρωμένο, ώστε να έχουν και οι πιστωτές και το Δικαστήριο υπόψη τους τις θέσεις του οφειλέτη. Εκτός των ως άνω αναφερομένων, ουδέν άλλο στοιχείο απαιτείται για την πληρότητα του ορισμένου της εν λόγω αίτησης. Ως εκ τούτου, ο χρόνος κατάρτισης των δανειακών συμβάσεων, η κατάσταση της περιουσίας και των εισοδημάτων του αιτούντος κατά τον χρόνο δανεισμού του, η αιτία του δανεισμού αυτού και οι μηνιαίες δόσεις που κατέβαλλε, όπως και το πώς περιήλθε ο οφειλέτης στην επικαλούμενη από τον ίδιο κατάσταση γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της αίτησης, αλλά ζητήματα κρίσεως κατόπιν απόδειξης (βλ. Αιτιολογική Έκθεση Ν. 3994/2011, ο οποίος αντικατέστησε το άρθρο 236 ΚΠολΔ, ΜΠρΗρακλείου 21/2013 ΕΔΥΠ 1/2014 σελ. 17επ., ΜΠρΑλεξανδρούπολης 190/2012, ΜΠρΠειρ 141/2014, ΕιρΠειρ 60/2012, ΕιρΝικαίας 39/2012 ΝΟΒ 2012/1444, ΕιρΚορίνθου 67/2012 NOMOS, και Εισήγηση Αθ. Κρητικού με τίτλο «Αοριστία της κατ' άρθρ. 4§1 αιτήσεως του οφειλέτη περί υπαγωγής του στις ρυθμίσεις του ν.3869/2010» στο από 28ης-30η/01/2013 Σεμινάριο ΕΣΔΙ με θέμα «Ζητήματα Ερμηνείας και Εφαρμογής των Νόμων α) 3869/2010 και β) 4055/2012 αρμοδιότητας Ειρηνοδικείων», σελ. 8-10).

 

 

II) Στο άρθρο 1§1 ν.3869/10 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι «φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους ... δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση ... για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών...». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω νόμου υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα τα οποία δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2§1 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν.3588/2007), στο οποίο παραπέμπει ρητώς το ως άνω άρθρο του ν.3869/2010, πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Ορισμός της έννοιας του εμπόρου περιέχεται στο ισχύον άρθρο 1 του Εμπορικού Νόμου (β.δ. της 19.4/1.5.1835) σύμφωνα με το οποίο «έμποροι είναι όσοι μετέρχονται πράξεις εμπορικός και κύριον επάγγελμα έχουν την εμπορίαν». Συνεπώς την εμπορική ιδιότητα αποκτά όποιος α) προβαίνει σε πράξεις εμπορικές και β) η άσκηση των εμπορικών πράξεων γίνεται κατά «σύνηθες» (όχι «κύριο») επάγγελμα, που αποτελεί εσφαλμένη μεταφορά του αντίστοιχου όρου του γαλλικού εμπορικού κώδικα του 1807, μετάφραση του οποίου είναι το εν λόγω άρθρο 1 (βλ. Κ. Ρόκα, Εμπορικόν δίκαιον, Γενικό Μέρος, 1972, σελ. 52 επ., Τσιριντάνη, Στοιχεία εμπορικού δικαίου, 1959, σελ. 93, I. Ρόκα, Εμπορικό δίκαιο, 2011, αριθ. περιθωρ. 140 επ., Περάκη, Γενικό μέρος του εμπορικού δικαίου, 1999, σελ. 241, Σκαλίδη, Εισαγωγή στο εμπορικό δίκαιο, 2007, σελ. 164). Επομένως, η απλή τέλεση εμπορικών πράξεων δεν προσδίδει από μόνη την εμπορική ιδιότητα, αλλά απαιτείται αυτή να γίνεται κατά σύνηθες επάγγελμα, ήτοι όταν η τέλεση των εμπορικών πράξεων γίνεται όχι μεμονωμένα και ευκαιριακό, αλλά με τρόπο διαρκή, δηλ. σταθερά και επαναλαμβανόμενα (χωρίς να είναι αναγκαίο πάντως να γίνεται συνεχώς και χωρίς διακοπές), και με πρόθεση απόκτησης επαγγέλματος, ήτοι με συστηματική επιδίωξη βιοπορισμού (Βλ. Κ. Ρόκα, ό.π., σελ. 52 επ., Τσιριντάνη, ό.π., σελ. 91 επ, Γεωργακόπουλου, Εγχειρίδιο εμπορικού δικαίου, Τόμος 1, Τεύχος 1, 1995, σελ. 78, Περάκη, ό.π., σελ. 240 επ., Σκαλίδη, ό.π., σελ. 163 επ). Περαιτέρω, μεταξύ των προσώπων, που απέκτησαν την εμπορική ιδιότητα και αποκλείονται από την εφαρμογή του ν.3869/2010, συγκαταλέγονται και όσοι παρείχαν κατ' επάγγελμα εγγυήσεις, μέσω των οποίων απέκτησαν την εμπορική ιδιότητα και, συνακόλουθα, την πτωχευτική ικανότητα. Επομένως, η κατ' επάγγελμα παροχή εγγυήσεων, μέσω της οποίας ο εγγυητής επιδιώκει το κέρδος, συνιστά εμπορική πράξη που προσδίδει σε αυτόν την εμπορική ιδιότητα (βλ. ΑΠ 1692/1998, ΕλλΔνη 40/101, ΑΠ 48/1996, ΕλλΔνη 37/1332, ΕφΘεσ 1903/2003, Αρμ 2005/1056, ΠΠρΘεσ 7802/1995 Αρμ. 1996/469). Τούτο διότι, ενώ η εγγύηση είναι -καταρχήν- αστική πράξη, αφού παρέχεται χαριστικά για εξυπηρέτηση ξένου συμφέροντος, μπορεί, εντούτοις, σε συνάφεια με όσα προαναφέρθηκαν, να γίνει παράγωγα εμπορική αν εκτελείται χάριν της εμπορίας του παρέχοντος αυτήν (παράγωγα εκ υποκειμένου εμπορική) είτε χάριν άλλης (αντικειμενικά) εμπορικής πράξης, αν δε η εγγύηση δίδεται από εγγυητή που εκμεταλλεύεται την πίστη του ονόματος του χάριν κερδοσκοπίας κερδοσκοπία με αμοιβή, χρηματική ωφέλεια ή με δικό του οικονομικό όφελος και με την ανάληψη του σχετικού κινδύνου, τότε αυτή είναι εμπορική πράξη για τον εγγυητή, και μάλιστα ανεξάρτητα από τον εμπορικό χαρακτήρα της κύριας οφειλής ή της εμπορικής ιδιότητας του εγγυητή. Επομένως, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, αποτελεί πράξη αντικειμενικά εμπορική, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του αρ. 2 του β. δ/τος 2/14.5.1835 «περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων», διότι συντρέχουν και σε αυτήν τα προσδιοριστικά στοιχεία της εξ αντικειμένου εμπορικότητας, ήτοι η διαμεσολάβηση στην παροχή πίστεως με την ανάληψη του κινδύνου προς το σκοπό απόλαυσης οικονομικού οφέλους (βλ. ΟλΑΠ 1513/80 ΝοΒ 29/865, ΕφΑΘ 4011/1984 ΕΕμπΔ ΛΣΤ/625, ΕφΘεσ 1534/1996 Αρμ 50/1106, Τριανταφυλλάκη, Εφαρμογές εμπορικού δικαίου, 2007, σελ. 70 επ.). Ωστόσο, η μεμονωμένη παροχή εγγυήσεων, έστω και με την κτήση ή προσδοκία κτήσης οφέλους, δεν αρκεί για να προσδώσει στον εγγυητή την ιδιότητα του εμπόρου, αλλά θα πρέπει αυτή να είναι συστηματική και κατά σύνηθες επάγγελμα (βλ. ΜΠρΘεσ 17753/2012 NOMOS, ΠΠΑ 646/2005 ΔΕΕ 2005/1176). Ούτε όμως και η εγγύηση που δίνεται χαριστικώς και από λόγους οικογενειακής αλληλεγγύης προδίδει στον εγγυητή την ιδιότητα του εμπόρου. Η αιτούσα, με την κρινομένη αίτησή της, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς την καθ' ης πιστώτριά της, ζητά, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει, και αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή, εισοδηματική και οικογενειακή της κατάσταση, την ρύθμιση των οφειλών της και την απαλλαγή της από τα χρέη, σε συνδυασμό με την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, αλλά και την μη ρευστοποίηση της λοιπής ακίνητης περιουσίας της, για τους λόγους που αναφέρει στην αίτηση. Με το παραπάνω περιεχόμενο, η αίτηση αρμοδίως κατ' άρθρο 3 ν.3869/2010 φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ως αυτού στην περιφέρεια αρμοδιότητος του οποίου βρίσκεται η κατοικία της αιτούσας κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 741επ. ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρο 3 ν.3869/2010) και για το παραδεκτό της τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με την διαμεσολάβηση προσώπου που είχε σχετική εξουσία (βλ. άρθρο 2 ν.3869/2010, ως ίσχυε κατά τον χρόνο κατάθεσης της κρινομένης αίτησης), ο οποίος (εξωδικαστικός συμβιβασμός) απέτυχε, όπως βεβαιώνεται με την από .....2012 Βεβαίωση Αποτυχίας Εξωδικαστικού Συμβιβασμού του δικηγόρου Πάρι ΑΝΑΣΤΑΣΑΚΟΥ, που υποβλήθηκε στις ....-2013 στον φάκελο που τηρείται στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι η κρινομένη αίτηση κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 2§1 ν.3869/2010 από την ως άνω αποτυχία. Εξάλλου, δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της ίδιας αιτούσας για ρύθμιση των χρεών της σε αυτό ή έτερο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει εκδοθεί απόφαση για ρύθμιση με απαλλαγή από τις οφειλές της, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ' άρθρον 13§2 ν.3869/2010 (βλ. την από 1-2-2018 με αριθ. πρωτ. ....../2018 Βεβαίωση του Τμήματος Ρύθμισης Οφειλών (Ν. 3869/2010) του Ειρηνοδικείου Αθηνών) και η αίτηση εισάγεται προς συζήτηση, ενόψει του ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από την πιστώτριά της αιτούσας (βλ. τις από ..... 2013 έγγραφες παρατηρήσεις της επί του προταθέντος σχεδίου διευθέτησης). Γίνεται μνεία ότι προσκομίζεται η προβλεπόμενη από το άρθρο 4§2β ν.3869/2010 (πριν την τροποποίηση του ν.3869/2010 με τον ν.4161/2013, κατά το άρθρου 12 του οποίου η μη προσκόμιση δεν συνδέεται πλέον με το απαράδεκτο της αίτησης) από .....2013 Υπεύθυνη Δήλωση της αιτούσας, που υποβλήθηκε, και δη εμπροθέσμως, ήτοι στις ....2013, στον φάκελο που τηρείται στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, το περιεχόμενο της οποίας Υπεύθυνης Δήλωσης επαναλαμβάνεται στις από ....2016 Υπεύθυνες Δηλώσεις της ιδίας της αιτούσας και του συζύγου της, αντίστοιχα, οι οποίες υποβλήθηκαν εμπροθέσμως, στις .....2016, στο φάκελο της υπόθεσης, στο πλαίσιο της επικαιροποίησης της αίτησης. Περαιτέρω, η αίτηση είναι ορισμένη, καθώς διαλαμβάνονται στην αίτηση όλα τα κατά νόμον απαιτούμενα στοιχεία, όπως αυτά προσδιορίστηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας (υπό I), απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού, που υπέβαλε η καθ' ης. Εν προκειμένω, δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της αίτησης ο τρόπος περιέλευσης της αιτούσας στην επικαλούμενη από την ίδια αδυναμία πληρωμών, όπως διατείνεται η καθ' ης, αφού η περιέλευση αυτή καθ' αυτή αποτελεί το πρώτιστο αντικείμενο απόδειξης για το Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Ομοίως, δεν απαιτείται για το ορισμένο της αίτησης ο χρόνος ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων και το ύψος των εισοδημάτων της κατά τον χρόνο εκείνο, καθώς τα ανωτέρω αποτελούν αντικείμενο απόδειξης για το Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (βλ. και ΕιρΚουφαλίων 3/2015 NOMOS, ΕιρΠατρ 9/2012 NOMOS για το ορισμένο της αίτησης ρύθμισης οφειλών). Σημειώνεται ότι, σε κάθε περίπτωση, τυχόν απόδειξη ότι αποκρύπτονται εισοδήματα δεν οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας αυτής, αλλά σε κατ' ουσίαν απόρριψη αυτής, κατόπιν προβολής και παραδοχής σχετικής ένστασης. Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6§3, 8 & 9§2 του ν.3869/2010, πλην του αιτήματος να μην ρευστοποιηθούν τα λοιπά περιουσιακά της στοιχεία, καθώς η αιτούσα δύναται εν προκειμένω να ζητήσει μόνο την εξαίρεση της κύριας κατοικίας της από την εκποίηση, ενώ η εκποίηση ή μη της λοιπής περιουσίας της κρίνεται κυριαρχικά από το Δικαστήριο, με κριτήριο την προσφορότητά της προς ρευστοποίηση. Εξάλλου, απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη είναι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που υπέβαλε η καθ' ης, επικαλούμενη την εν γένει συμπεριφορά της αιτούσας και το περιεχόμενο της ένδικης αίτησης, διότι ο ν.3869/2010 παρέχει στην - εκάστοτε- αιτούσα το δικαίωμα να υπαχθεί στις ρυθμίσεις του εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου και ρυθμισθούν οι οφειλές της. Επομένως, η επιλογή να αιτηθεί την υπαγωγή στις ρυθμίσεις του νόμου συνιστά νόμιμο δικαίωμά της και από μόνη αυτή την επιλογή δεν θεμελιώνεται καταχρηστικότητα (ΕιρΝικ 4/2014, ΕιρΘηβ 78/2014, ΕιρΚομοτ 61/2014 σε «ΙΣΟΚΡΑΤΗ»), ανεξαρτήτως του ύψους των οφειλών που προτείνει να καταβάλει σύμφωνα με το υποβληθέν σχέδιο διευθέτησης, το οποίο δεν είναι δεσμευτικό για το Δικαστήριο. Συναφώς σημειώνεται ότι το κατά πόσον η αιτούσα πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για να υπαχθεί στις ρυθμίσεις του ν.3869/2010 και, σε περίπτωση που η αίτηση γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη, το ύψος της μηνιαίας δόσης που αυτή θα κληθεί να καταβάλει, αφού πρώτα αφαιρεθεί από το μηνιαίο εισόδημά της το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών της αναγκών, όπως και το αν το προτεινόμενο από την οφειλέτρια σχέδιο λαμβάνει εν τέλει υπόψη του κατά εύλογο τρόπο τα συμφέροντα της καθ' ης πιστώτριάς της, το κατά πόσον είναι ρεαλιστικό, ενόψει των ειδικών συνθηκών που η αιτούσα αντιμετωπίζει, και το αν το σχέδιο αυτό ανταποκρίνεται στις πραγματικές δυνατότητές της για την αποπληρωμή των οφειλών της συνιστούν ζητήματα ουσίας που θα κριθούν από το Δικαστήριο μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας. Επομένως, η κρινομένη αίτηση πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, καθώς δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ της αιτούσας και της πιστώτριάς της.
Από την δέουσα εκτίμηση της κατάθεσης της αιτούσας, που εξετάστηκε ανωμοτί στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, η κατάθεση της οποίας περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκομίστηκαν στον φάκελο της κρινομένης υπόθεσης και τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται, άλλα εκ των οποίων μνημονεύονται ρητά στην παρούσα και άλλα όχι, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, αλλά και από την όλη εν γένει διαδικασία αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα γεννήθηκε στις ......1958 και είναι έγγαμη με τον Ν.Κ., με τον οποίο έχουν αποκτήσει ένα τέκνο, τον Ι.Κ. που γεννήθηκε στις ......1990 και δεν αποτελεί προστατευόμενο μέλος της οικογένειας της αιτούσας. Μετά την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης, η αιτούσα μετοίκησε προσωρινά μαζί με το σύζυγό της στη Χίο, στην περιοχή της ......, όπου φιλοξενείται από τη μητέρα της, απασχολούμενη ως αγρότισσα με την καλλιέργεια μαστίχας, έχοντας προβεί σε έναρξη ατομικής επιχείρησης (βλ. την προσκομισθείσα βεβαίωση έναρξης εργασιών της ΔΟΥ), για την οποία επιβαρύνεται με τις σχετικές ασφαλιστικές εισφορές προς τον τέως ΟΓΑ. Από την δραστηριότητά της αυτή λαμβάνει περί τα 250 ευρώ μηνιαίως, κατά μέσο όρο, ως καθαρό εισόδημα. Παράλληλα, μετά την μετοίκηση στη Χίο, προέβη σε σύναψη άτυπης μίσθωσης της οικίας της στα Μελίσσια, από την οποία λαμβάνει 430 € μηνιαίως, σύμφωνα με το προσκομισθέν αντίγραφο κίνησης λογαριασμού της αιτούσας. Ο δε σύζυγός της διατηρούσε ατομική επιχείρηση εκμετάλλευσης περίπτερου, τις εργασίες της οποίας διέκοψε στις .....2013 (βλ. την προσκομισθείσα σχετική βεβαίωση διακοπής εργασιών της ΔΟΥ) και, έκτοτε, παραμένει εγγεγραμμένος στο Μητρώο Ανέργων του ΟΑΕΔ. Ως εκ τούτου, το σημερινό συνολικό οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας ανέρχεται στο ποσό των 700 € μηνιαίως, κατά μέσο όρο, μετά από στρογγυλοποίηση. Περαιτέρω, το δηλωθέν οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας ανερχόταν, προ φόρων, κατά μέσο όρο, στο ποσό των 10.284,99 € για το οικ. 2007 (έτος 2006), σε 16.412,76 € για το οικ. έτος 2008 (έτος 2007), σε 19.573,13 € για το οικ. έτος 2009 (έτος 2008), σε 19.445,16 € για το οικ. έτος 2010 (έτος 2009), σε μηδενικό εισόδημα κατά τα οικ. έτη 2011-2013 (έτη 2010-2012), καθώς ο σύζυγος της αιτούσας παρουσίασε επιχειρηματική ζημία κατά το έτη εκείνα, στο ποσό των 1.549,70 € για το οικ. έτος 2014 (έτος 2013), στο ποσό των 2.492,12 € για το φορολογικό έτος 2014 (οικ. έτος 2015, έτος 2014), σε 2.907,24 € για το φορ. έτος 2015 (οικ. έτος 2016, έτος 2015) και σε 2.587,52 € για το φορ. έτος 2016 (οικ. έτος 2017, έτος 2016), όπως αποδεικνύεται από τα προσκομισθέντα Εκκαθαριστικά Σημειώματα των αντίστοιχων οικονομικών ετών. Εξάλλου, στην αιτούσα ανήκει κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 100% το διαμέρισμα του ..... ορόφου, επιφάνειας κύριων χώρων 80τ.μ. και βοηθητικών χώρων 13τ.μ., έτους κατασκευής 1998, με την ανήκουσα σε αυτό ως παράρτημα αποθήκη του υπογείου, επιφάνειας 8τ.μ., έτους κατασκευής 1998 (επί της οποίας η αιτούσα έχει, ομοίως, την πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 100%), που βρίσκονται στα Μελίσσια Αττικής, επί της οδού .......... Το ως άνω διαμέρισμα αποτελεί τη δυνητική κατοικία της οικογένειας της αιτούσας, η οποία ζητεί την εξαίρεσή του από την εκποίηση. Η αντικειμενική αξία του ανωτέρω ακινήτου ανέρχεται, συμπεριλαμβανομένης της αποθήκης- παραρτήματος, στο ποσό των (78.057 + 1.296) 79.353 € (βλ. το προσκομισθέν εκκαθαριστικό ΕΝ.Φ.Ι.Α. 2017). Περαιτέρω, στην αιτούσα ανήκει κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 37,5% ένα διαμέρισμα του υπογείου, επιφάνειας 37τ.μ., έτους κατασκευής 1968, ευρισκόμενο στα Μελίσσια Αττικής, επί της οδού ..... Η αντικειμενική αξία του ποσοστού της αιτούσας επί του ακινήτου ανέρχεται σε 6.068,93 €, σύμφωνα με το ως άνω ΕΝ.Φ.Ι.Α. 2017. Το ακίνητο αυτό, το οποίο ευρίσκεται στην ίδια οικοδομή με την ως άνω οικία της αιτούσας, κρίνεται, κατά τη σύγχρονη οικονομική αντίληψη των συναλλαγών, ότι είναι στενά συνδεδεμένο με αυτήν, σε βαθμό ώστε να θεωρείται ιδιαίτερα δυσχερής στην πράξη η χωριστή εκποίησή του. Για το λόγο αυτό, η αντικειμενική αξία του ποσοστού συγκυριότητας της αιτούσας επί του υπογείου διαμερίσματος αυτού, θα συνυπολογιστεί, μαζί με την προαναφερθείσα αποθήκη, κατά τα ανωτέρω, στην συνολική