632/2018 ΜΟΝ.ΠΡΩΤ/ΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ [Β ΒΑΘΜΟΣ]

ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Αριθμός απόφασης 632/2018
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

 

Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή ....., Πρωτόδικη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα ......
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις .... του 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Ν.Μ. του .... και της ..., κάτοικου ... Αττικής, οδός ... αριθμός ..., με ΑΦΜ ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πάρι Αναστασάκο του Σεραφείμ, κάτοικο Αθήνας, οδός Διδότου αριθμός 37, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και το Π... γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών.
Της εφεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο ".....", με ΑΦΜ ...., η οποία έχει την έδρα της στην Αθήνα, οδός ... αριθμός ... και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου .... του Στασινού, κάτοικου Αθήνας, οδός .. αριθμός .., η οποία κατέθεσε προτάσεις και το Π .... γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών.
Η εκκαλούσα υπέβαλε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου την από .....2011, με αριθμό κατάθεσης ....2011, αίτηση, ζητώντας να γίνει δεκτή για τους διαλαμβανόμενους λόγους.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 87/2013 οριστική του απόφαση, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, απέρριψε την αίτηση.
Ήδη η εκκαλούσα με την από .....2016 έφεση, που έχει κατατεθεί στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με ΓΑΚ ... και ΕΑΚ .../ .....2016, προσβάλλει την παραπάνω απόφαση. Η έφεση προσδιορίστηκε (γενικός αριθμός κατάθεσης στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου .... και ειδικός αριθμός κατάθεσης ....2016) για τη δικάσιμο που αναφέρεται παραπάνω και γράφτηκε στο πινάκιο (αριθμός ΙΔΔ/...).
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη έφεση της ηττηθείσας αιτούσας κατά της 87/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, η οποία εκδόθηκε με τη δικονομική παρουσία των διαδίκων κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και που απέρριψε την από .....2011 αίτησή της, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δοθέντος ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ενώ από τη δημοσίευσή της στις 12.12.2013 μέχρι την άσκηση της έφεσης στις 7.12.2016 δεν παρήλθε τριετία (άρθρα 495, 518§2, ως ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015, 741, 761, 762 ΚΠολΔ & 14 ν.3869/2010). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 17Α ΚΠολΔ) κατά την ίδια διαδικασία ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 533§1 & 741 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έχει καταβληθεί από την εκκαλούσα το απαιτούμενο παράβολο ύψους 200€ (άρθρα 495§4 & 741 ΚΠολΔ, βλ. το συνημμένο σε φωτοαντίγραφο διπλότυπο είσπραξης τύπου Α' με αριθμό ... της σειράς Θ Δ.Ο.Υ. ..).
Με την από ....2011 αίτησή της η εκκαλούσα, διατεινόμενη ότι στερείται πτωχευτικής ικανότητας και πως έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, αιτήθηκε την επικύρωση του προτεινόμενου σχεδίου διευθέτησης των οφειλών της έναντι της εφεσίβλητης, άλλως τη δικαστική ρύθμισή τους και συγκεκριμένα τον προσδιορισμό μηδενικών καταβολών προς την πιστώτριά της, άλλως επικουρικός μηνιαίων καταβολών ύψους 50€ για τέσσερα χρόνια, όπως το αρχικό αίτημά της είχε ως άνω μεταβληθεί με τις πρωτόδικες προτάσεις της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την εκκαλούμενη 87/2013 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα η εκκαλούσα με την έφεσή της και τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου η αίτησή της, αφού κριθεί ως παραδεκτός ασκηθείσα, στη συνέχεια να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν.
Με το άρθρο 744 ΚΠολΔ εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του ίδιου Κώδικα και έτσι καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και πρωτοβουλίας συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία λόγω της απλότητας και της συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέσου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από τον νόμο και άρα είναι απεριόριστη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4§2 περιπτ. β΄ του ν.3869/2010, όπως ισχύει για τις αιτήσεις που υποβάλλονται από την 19.8.2015, οπότε άρχισε η ισχύς του (βλ. το άρθρο 4 αυτού) και εντεύθεν, η αίτηση της §1 συνοδεύεται από έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του οφειλέτη όσον αφορά στην ορθότητα του περιεχομένου της. Κατά την αμέσως προηγούμενη διατύπωση της διάταξης αυτής, ως είχε αντικατασταθεί η αρχική διάταξη με το άρθρο 12§1 ν.4161/2013 και ίσχυσε το διάστημα από τις 14.6.2013 μέχρι τις 18.8.2015, το οποίο περιλαμβάνει και τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (20.9.2013), η αίτηση της παραγράφου 1, προς διευκόλυνση του προδικαστικού συμβιβασμού και όχι ως στοιχείο παραδεκτού, συνοδεύεται από υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α' και β΄ της προηγούμενης παραγράφου και για τις μεταβιβάσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευταία τριετία. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται πως αποκλείεται το απαράδεκτο της αίτησης, έστω και επί τυχόν ελλείψεων της υπεύθυνης δήλωσης και ότι το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητά της. Προηγουμένως και συγκεκριμένα κατά τον χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης (5-7-2012) ίσχυε η εν λόγω διάταξη στην αρχική της διατύπωση, κατά την οποία μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της αίτησης ο οφειλέτης υποχρεούταν να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α' και β' της §1 του εν λόγω άρθρου 4 και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευταία τριετία. Πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη του άρθρου 19§3 του ν.4161/2013, κατά την οποία "για τις εκκρεμούσες αιτήσεις εφαρμόζεται η προδικασία που ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του παρόντος", αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 5 του ν.3869/20X0, που ρυθμίζει την προδικασία και όχι σε εκείνη του άρθρου 4§2 εδάφ. β' του ίδιου νόμου. Πέραν αυτού, η παράλειψη ή ατέλεια της υπεύθυνης δήλωσης ούτως ή άλλως δεν δημιουργεί οριστικό απαράδεκτο, που να οδηγεί σε έκδοση απορριπτικής της αίτησης απόφασης (ΑΠ 66/2017 και 236/2015 ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα με την έφεσή της παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου απέρριψε την αίτησή της ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι η σύνταξη της προβλεπόμενης στο άρθρο 4§2 περ. β' του ν.3869/2010 υπεύθυνης δήλωσή της στις 30.11.2013, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο από εκείνον της άσκησης της αίτησης στις 13.12.2011, είχε ως αποτέλεσμα τούτη να βεβαιώνει το περιεχόμενο δικογράφου που δεν είχε διαμορφωθεί ούτε υφίστατο κατά τον χρόνο υπογραφής της και συνακόλουθα να ισοδύναμε! με ανυπαρξία της. Πράγματι, από την παραδεκτή επισκόπηση της εκκαλουμένης προκύπτει όχι η αίτηση της νυν εκκαλούσας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την προεκτεθείσα αιτιολογία, επειδή δηλαδή η υπεύθυνη δήλωσή της έφερε ημερομηνία την 30.10.2011, ενώ η αίτησή της είχε κατατεθεί στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου στις 23.12.2011. Συγκεκριμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τούτο ισοδυναμούσε με ανυπαρξία αυτής και όχι με τυχόν ατέλεια ως προς το περιεχόμενό της. Με την κρίση του αυτή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε, διότι - σύμφωνα και με την προηγηθείσα μείζονα πρόταση - ανεξάρτητα από το ότι η παράλειψη ή ατέλεια της υπεύθυνης δήλωσης ούτως ή άλλως δεν δημιουργεί οριστικό απαράδεκτο, που να οδηγεί σε έκδοση απορριπτικής της αίτησης απόφασης, το Δικαστήριο εκείνο όφειλε, κατά το ανακριτικό σύστημα στην παρούσα ειδική διαδικασία (άρθρο 3 ν.3869/2010), να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 4§2 εδάφιο β' του παραπάνω νόμου (3869/2010), όπως αντικαταστάθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, με το άρθρο 12§1 ν.4161/2013 και ίσχυε κατά τον χρόνο συζήτησης, που αποκλείει το απαράδεκτο της αίτησης. Επομένως, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου στην εκκαλούσα (άρθρο 495§4 ΚΠολΔ), να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση για ουσιαστική έρευνα από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535§1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η ένδικη αίτηση, όπως το περιεχόμενο της αναφέρθηκε σε προηγούμενη θέση της παρούσας απόφασης, είναι πλήρως ορισμένη, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του στις προτάσεις της εφεσίβλητης διατυπούμενου ισχυρισμού περί αοριστίας της, δεδομένου ότι η αιτούσα αναλυτικά διαλαμβάνει για το ορισμένο αυτής ότι είναι φυσικό πρόσωπο στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, ότι κατέβαλε προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού, ο οποίος απέτυχε και ότι βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της. Προσέτι, επικαλείται ότι στερείται διαχρονικά παντελώς εισοδημάτων από εργασία, όπως και προσωπικής περιουσίας, ενώ παραθέτει την αναλυτική κατάσταση των εισοδημάτων και περιουσιακών στοιχείων του συζύγου της και επιπλέον περιγράφει τις απαιτήσεις της πιστώτριας- καθ'ης - εφεσίβλητης κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, διατυπώνοντας μάλιστα και σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της προς αυτή. Εξάλλου η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 8 & 11 του ν.3869/2010, όπως τροποποιήθηκε και ίσχυσε με τον ν.4161/2013, δοθέντος ότι ναι μεν στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας νομολογιακά έχει επικρατήσει, παρά τη διάταξη του άρθρου 533§2 ΚΠολΔ, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει τον ισχύοντα κανόνα δικαίου κατά τον χρόνο συζήτησης της έφεσης ενώπιον του (βλ. και σε ΑΠ 236/2015 ΕφΑΔ 2015.1019), εντούτοις οι τροποποιήσεις που επήλθαν στον ν.3869/2010 με τον ν.4336/2015 καταλαμβάνουν μόνο τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (19.8.2015, άρθρο 2 υποπαρ. Α.Ε άρθρο 2§5 και άρθρο 4 ν.4336/2015).
Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάστηκε με την επιμέλεια της απούσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν, πλήρως αποδεικνύονται τα εξής: Η αιτούσα είναι ηλικίας 63 ετών (ημερομηνία γέννησης ....1955) και έγγαμη από το έτος 1991 με τον .... του ... και της ..., ηλικίας 62 χρόνων (ημερομηνία γέννησης ....1956), με τον οποίο πάντως δεν έχει αποκτήσει τέκνα. Διαμένει με τον τελευταίο σε διαμέρισμα, συγκυριότητας του συζύγου της κατά ποσοστό 31,20% και κατά το υπόλοιπο της αδελφής του, κείμενο σε πολυκατοικία επί της οδού ... αριθμός ... στην .... Αττικής. Τυγχάνει δε άνεργη, μη δυνάμενη να ανεύρει εργασία λόγω της προχωρημένης ηλικίας της, κυρίως όμως εξαιτίας των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει ήδη από το 1986. Ειδικότερα από το έτος αυτό και εντεύθεν έχει υποβληθεί σε επτά (7) διαδοχικές επεμβάσεις για οσφυοισχιαλγία επί εδάφους αραχνοειδούς κύστεως της ιππουρίδας, μιας δηλαδή εξαιρετικά σοβαρή νευρολογικής κατάστασης (βλ. την από 15.4.2011 ιατρική βεβαίωση του Διευθυντή της Β' Ορθοπεδικής Κλινικής του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών). Επιπλέον, η αιτούσα παρουσιάζει εικόνα υπερτροφικής αποφρακτικής μυοκαρδιοπάθειας και σοβαρού βαθμού ανεπάρκειας της μητροειδούς βαλβίδας (βλ. την από 3.4.2017 γνωμάτευση της ...., Ιατρού της Α' Καρδιολογικής Κλινικής του Ιπποκρατείου Γενικού Νοσοκομείου Αθήνας). Νοσεί επίσης το τελευταίο διάστημα και από συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, ευρισκόμενη υπό κορτιζονοθεραπεία (βλ. το ενημερωτικό σημείωμα νοσηλείας από 27.3.2017 έως 29.3.2017 των ιατρών της Β' Καρδιολογικής Κλινικής του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών). Ελλείψει δε οποιοσδήποτε επαγγελματικής εμπειρίας σε κάποιον τομέα εξαιτίας της ανωτέρω κατάστασης της υγείας της διαχρονικά, σε συνδυασμό και με την παρούσα κατάσταση της υγείας της, λαμβανομένης υπ' όψιν και της δυσχερούς οικονομικής συγκυρίας στη Χώρα, που δεν ευνοεί τη δημιουργία και διατήρηση θέσεων εργασίας για άτομα προχωρημένης ηλικίας και δη με μηδαμινή επαγγελματική εμπειρία, πάσχοντα μάλιστα από χρόνια νοσήματα, τεκμαίρεται η ανεπιτυχής προσπάθεια της για την ανεύρεση εργασίας, όπως επιβάλλεται από τη διάταξη του άρθρου 8§3 του ν.3869/2010. Εξάλλου, η αιτούσα δεν έχει καμία απολύτως πηγή εισοδημάτων. Ο δε σύζυγός της είναι συνταξιούχος, απόστρατος του πολεμικού ναυτικού και λαμβάνει μηνιαία σύνταξη ύψους - κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο - 998.82 € (βλ. το ενημερωτικό σημείωμα σύνταξης Μαΐου του 2017). Αντίθετα, από τα έγγραφα που προσκομίζονται δεν αποδεικνύεται αν αυτός λαμβάνει κατά τον παρόντα χρόνο από το Μετοχικό Ταμείο Ναυτικού μέρισμα, το οποίο σε κάθε περίπτωση σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά και των φορολογικών δηλώσεών του των προηγούμενων ετών, δεν υπερβαίνει το ποσό των 150€-250€ μηνιαίως. Άλλα εισοδήματα από εργασία ή περιουσία του δεν αποδεικνύεται ότι διαθέτει ο σύζυγος της απούσας. Επομένως, το μηνιαίο ατομικό εισόδημά του ανέρχεται στο ρηθέν ποσό των 998,82 €. Τούτο άλλωστε αποτελεί το μοναδικό οικογενειακό τους εισόδημα, ενώ δεν διαθέτουν έτερη ακίνητη περιουσία, πλην του ως άνω ποσοστού συγκυριότητας του συζύγου της αιτούσας επί του διαμερίσματος, το οποίο αξιοποιούν ως οικογενειακή στέγη. Προσέτι, η αιτούσα και ο σύζυγός της δεν απέκτησαν τέκνα, κυρίως εξαιτίας της ως άνω περιγραφείσας κατάστασης της υγείας της πρώτης από μικρή ηλικία (βλ. σχετικά τα όσα ενόρκως κατέθεσε ο μάρτυρας-σύζυγός της). Υπό τα δεδομένα αυτά, το ποσό που απαιτείται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της απούσας και του συζύγου της, για διατροφή δηλαδή, ένδυση, υπόδηση, μετακίνηση, λειτουργικά έξοδα της κατοικίας τους, επισκευή και συντήρηση οικιακού εξοπλισμού, είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, δαπάνες εστίασης κλπ, με δεδομένο το γεγονός της μη καταβολής ενοικίου, καθώς διαμένουν σε ιδιόκτητη κατοικία ως ήδη αναφέρθηκε, κυρίως όμως για την κάλυψη των αυξημένων ιατροφαρμακευτικών αναγκών της αιτούσας, η οποία στο αμέσως προσεχές διάστημα επιβάλλεται να υποβληθεί σε χειρουργική αντιμετώπιση της μιτροειδοπάθειάς της, ανέρχεται στο ύψος των τουλάχιστον 1.000 €, το οποίο άλλωστε ανταποκρίνεται στην απαίτηση διατήρησης του ελάχιστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσής τους (άρθρο 2§1 Συντ.), λαμβανομένου όμως υπόψη ότι η οφειλέτρια, η οποία αιτείται την υπαγωγή της στις ευεργετικές ρυθμίσεις του ν.3869/2010, πρέπει από την πλευρά της να μειώσει τις δαπάνες της στις απολύτως απαραίτητες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα των τριών έως πέντε ετών. Το παραπάνω ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της αιτούσας και του συζύγου της υπολείπεται κατ' ελάχιστον από το ως άνω μηνιαίο εισόδημα του τελευταίου, οπότε εξαντλείται η υποχρέωσή του ένεκα της συζυγικής τους σχέσης, χωρίς να εξετάζεται εάν δύναται αυτός να καταβάλει οιοδήποτε ποσό από το εισόδημά του στις πιστώτριές της. Και τούτο διότι η εκ του νόμου επιβαλλόμενη, βάσει του άρθρου 1389 ΑΚ, υποχρέωση των συζύγων για την από κοινού συνεισφορά τους στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας τους, περιλαμβάνει όσα ορίζονται από το άρθρο 1390 ΑΚ και δη την αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή τους, την κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά την υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου. Δεν θεμελιώνεται όμως στις παραπάνω διατάξεις ευθύνη του συζύγου για τα προσωπικά χρέη της συζύγου-οφειλέτριας, καθόσον τούτο θα ήταν αντίθετο στο σύστημα της περιουσιακής αυτοτέλειας των συζύγων, που ισχύει κατά κανόνα (άρθρο 1397 ΑΚ), εφόσον δεν έχει επιλεγεί από αυτούς το σύστημα της κοινοκτημοσύνης. Με τα δεδομένα αυτά, η τυχόν συνεισφορά της αιτούσας στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών με την προσωπική της εργασία στον κοινό οίκο, εφόσον είναι άνεργη και απασχολείται με τις συνήθεις οικιακές εργασίες, δεν δύναται να αποτιμηθεί σε χρήμα και ακολούθως να γεννάται υποχρέωση σε βάρος του συζύγου της προς καταβολή του αντίστοιχου ποσού σε αυτήν και ως εκ τούτου να θεωρείται πλασματικά αυτό ως εισόδημά της από την πιστώτριά της στο πλαίσιο του ν.3869/2010, διότι κάτι τέτοιο δεν είναι σύμφωνο με τις προπαρατεθείσες θεμελιώδεις διατάξεις του οικογενειακού δικαίου ούτε όμως και του νόμου περί ρύθμισης υπερχρεωμένων οφειλετών. Από τη διάταξη δε του άρθρου 8§2 του νόμου αυτού, που ορίζει ότι προκειμένου να ρυθμιστούν τα χρέη τέτοιου οφειλέτη λαμβάνονται υπόψη τα πάσης φύσης εισοδήματα του ίδιου και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου του, προκύπτει ότι τα εισοδήματα του τελευταίου ερευνώνται μόνο στο πλαίσιο κάλυψης των αναγκών της οικογένειας, για να προσδιορίσουν, βάσει του παραπάνω άρθρου 1389 ΑΚ, το ανάλογο ποσό κατά το οποίο συνεισφέρει ο οφειλέτης με το εισόδημά του στις οικογενειακές ανάγκες και όχι για να καλύψουν, σε περίπτωση έλλειψης εισοδημάτων του οφειλέτη, τις υποχρεώσεις έναντι των δανειστών του (βλ. σχετ. σε Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, κάτω από το άρθρο 8, αριθμ.69, σελ, 334-335). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η αιτούσα υποχρεούταν σε πληρωμή των παρακάτω αναφερόμενων χρεών προς την καθ' ης, τα οποία θεωρούνται ληξιπρόθεσμα με την κοινοποίηση της αίτησης και υπολογίζονται με την τρέχουσα κατά το χρόνο της κοινοποίησης αξία τους (βλ. σχετ. την υπ' αριθ...../3.1.2012 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ....), ενώ οι αντίστοιχες απαιτήσεις της πιστώτριας, καθόσο