7794/2010 ΑΠΟΦΑΣΗ ΜΠΑ: ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ - Α ΚΑΤΟΙΚΙΑ

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 7794/2010

(Γενικός Αριθμός Κατάθεσης 167577/2010)

(Αριθμός Κατάθεσης Δικογράφου 15739/2010)

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ  από  τη  Δικαστή  Μαρία   Πετρίδου,  Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίσθηκε από τον Προϊστάμενο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 30 Σεπτεμβρίου 2010, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα, για να δικάσει την αίτηση με γενικό αριθμό καταθέσεως 167577/28-9-2010 και αριθμό καταθέσεως δικογράφου 15739/28-9-2010 και αντικείμενο αναστολή εκτελέσεως, κατ' άρθρο 938 του ΚΠολΔ, μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Λαμπρινής Ζώγκα του Γρηγορίου, κατοίκου Νέα Κυψέλης Αττικής, οδός Χρησηίδος 22-24, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου της δικηγόρου του Ευανθίας Στεφανέα Δ.Σ.Α. (AM 25877).

ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΣΙΛΚΟΪΛ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ -ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ & ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», που εδρεύει στη Ρόδο, Δήμος Πεταλούδων, οδός Καποδιστρίου 1, νομίμως εκπροσωπούμενης, που παραστάθηκε διά της πληρεξουσίου της δικηγόρου Α.Ν. Δ.Σ.Α. (AM 23548).

          ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους

          και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αιτούσα με την κρινόμενη αίτηση της, έτσι όπως το περιεχόμενο της εκτιμάται από το Δικαστήριο, ζητεί να ανασταλεί, σύμφωνα με το άρθρο 938 του ΚΠολΔ, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος της από την καθ' ης,   δυνάμει της 116/12-7-2010 κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μαρίας Λιανού  και της 118/21-7-2010 περίληψη αυτής, της ιδίας δικαστικής επιμελήτριας, με πλειστηριασμό που έχει προσδιοριστεί για την 6-10-2010, μέχρι να εκδοθεί οριστική  απόφαση επί της ανακοπής που νομότυπα και εμπρόθεσμα άσκησε, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά των ως άνω πράξεων της εκτέλεσης, για τους λόγους που αναφέρει στην ενσωματωμένη (κατά το περιεχόμενο της) στο δικόγραφο ανακοπή της, καθόσον είναι βέβαιο ότι θα γίνει δεκτή η τελευταία, ενώ η εκτέλεση θα επιφέρει στην ίδια ανεπανόρθωτη βλάβη.

Η αίτηση αρμόδια εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. του ΚΠοΔ), έχει ασκηθεί παραδεκτά και δη έχει κατατεθεί προ πέντε εργασίμων ημερών πριν την από την ημέρα του πλειστηριασμού και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 933, 934 και 938 του ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί ττεραιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 3869/2010 που αφορά «Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις» ορίζεται ότι «1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών που: α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου και β) που προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. 3. Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου μπορεί να γίνει μόνο μία φορά». Ακολούθως στις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 4 του ιδίου νόμου, γίνεται αναφορά   στη διαδικασία εξωδικαστικού συμβιβασμού, το αρμόδιο δικαστήριο και ακολούθως την κατάθεση των εγγράφων στη γραμματεία του δικαστηρίου και ιδίως της αίτησης, για την έναρξη της διαδικασίας ενώπιον αυτού. Εξάλλου η εισοδηματική στενότητα, τα υψηλά επιτόκια στο χώρο ιδίως της καταναλωτικής πίστης, οι επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, ατυχείς προγραμματισμοί, απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή των δανειοληπτών (απώλεια εργασίας κ.α.), αποτέλεσαν παράγοντες που, δρώντας υπό την απουσία θεσμών συμβουλευτικής υποστήριξης των καταναλωτών σε θέματα υπερχρέωσης,  συνέβαλαν ανενόχλητα στην αυξανόμενη υπερχρέωση νοικοκυριών που, αδυνατώντας εν συνεχεία να αποπληρώσουν τα χρέη τους, υπέστησαν και υφίστανται, τις αλυσιδωτά επερχόμενες καταστροφικές συνέπειες της, προκειμένου δε να αντιμετωπιστεί το πραγματικό, ιδιαίτερα μεγάλο και οξυμμένο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας κατά τρόπο ουσιαστικό, σύγχρονο, θεσμικό, εναρμονισμένο με τις επιταγές ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου, οδήγησαν στη θέσπιση των διατάξεων αυτών του νόμου, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτει (βλ. Αιτιολογική Έκθεση). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρ. 9 του ιδίου νόμου, ορίζεται η διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας και προστασία κύριας κατοικίας ειδικότερα «1. Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής μπορεί να ορίζεται το πρόσωπο που προτείνουν πιστωτές οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία  των  πιστώσεων  ή  πρόσωπο  από  τον  κατάλογο  των πραγματογνωμόνων που προβλέπεται στο άρθρο 371§ του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας 2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό». Τέλος κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 19 του νόμου αυτού ορίζεται ότι «1. Για έξι μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως απαγορεύεται ο πλειστηριασμός του ακινήτου της παραγράφου 2 του άρθρου 9. 2. Αιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 υποβάλλονται μετά την πάροδο πέντε μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως», ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του ιδίου νόμου «η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από την 1Π Σεπτεμβρίου 2010, εκτός από τα άρθρα 20 και 21 η ισχύς των οποίων αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ.Π. για την αιτούσα και Π.Μ. για την καθ' ης, οι οποίοι εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, απ' όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι, αυτά που ανέπτυξαν προφορικά οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους και διέλαβαν στα σημειώματα τους που κατέθεσαν και γενικά από την όλη συζήτηση της υποθέσεως, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Με επίσπευση της καθ' ης και προς ικανοποίηση της απαίτησης της, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 8240/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, που εκδόθηκε σε βάρος μεταξύ άλλων και της αιτούσας, για το ποσό των 20.000,00 ευρώ, ευθυνομένης εις ολόκληρον αυτής με τους λοιπούς, πλέον τόκων και εξόδων, επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος της περιουσίας της αιτούσας με την 116/2010 κατασχετήρια έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ.Λ. και ειδικότερα επί ενός ακινήτου - διαμερίσματος, υπό στοιχεία Β-5 του δευτέρου ορόφου πάνω από το ισόγειο πολυκατοικίας κείμενης σε οικόπεδο που βρίσκεται στην Αθήνα, στη θέση «Τουρκοβούνια» Κυψέλης στη περιφέρεια του Δήμου Αθηναίων, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως των Αθηνών, επί της οδού Χρυσηίδος 22-24, το οποίο αποτελείται από τρία δωμάτια, χωλ, προχώλ, κουζίνα, λουτρό και αποθήκη, έχει μικτή επιφάνεια 76 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 33,90/1000 εξ αδιαιρέτου, το οποίο περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα στην αιτούσα δυνάμει του υπ' αριθμ. 13193/13-9-1996 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Καρνάβου - Στέρπη, που μεταγράφηκε νόμιμα και της 118/21-7-2010 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης της ιδίας δικαστικής επιμελήτριας, ορίσθηκε ως ημερομηνία του πλειστηριασμού η 6-10-2010, με τιμή πρώτης προσφοράς στο ποσό των 72.000,00 ευρώ. Κατά των ανωτέρω πράξεων της εκτελεστικής, σε βάρος της αιτούσας, διαδικασίας, που επισπεύδεται από την καθ' ης, άσκησε αυτή, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου (που είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο κατά το άρθρο 933 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ) την, ενσωματωμένη στο δικόγραφο της αίτησης της, από 28-9-2010 ανακοπή της, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 167455/11019/2010, την οποία επέδωσε νομίμως στην αντίδικο της την 28-9-2010 (βλ. τη σχετική 4493/28-9-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ιωάννη Παπακωνσταντίνου), με την οποία ζητεί να ανασταλεί η σε βάρος της επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση, επικαλούμενη, με τον πρώτο   λόγο   αυτής, έτσι όπως το περιεχόμενο του εκτιμάται, ότι υπάγεται στη ρύθμιση του Ν 3869/2010, περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, δεδομένου ότι το ανωτέρω αναφερόμενο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία της, την οποία και χρησιμοποιεί για το σκοπό αυτό μαζί με την οικογένεια της, και επομένως άκυρα επισττεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της. Ο λόγος αυτός, ο οποίος  είναι νόμιμος σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, στηριζόμενος στις εκεί αναφερόμενες διατάξεις, πιθανολογείται ότι θα γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος, καθόσον η αιτούσα είναι φυσικό πρόσωπο που δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, όπως αξιώνει το άρθρο 1 του Ν 3869/2010, εργαζόμενη ως δημόσιος υπάλληλος- νοσηλεύτρια στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ( ανάλυση αποδοχών μηνός Ιουλίου 2010), το γεγονός ότι η οφειλή της πηγάζει από τριτεγγύηση συναλλαγματικής, υπέρ της πληρώτριας αυτής και αποδέκτριας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Εμπορική Ενεργειακή Δυτικής Ελλάδος Α.Ε.» με έδρα το Δήμο Πρέβεζας, δεν καθιστά αυτήν έμπορο όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η καθ' ης, δεδομένου ότι η τριτεγγύηση συναλλαγματικής δεν αποτελεί εμπορική πράξη, αν δεν γίνεται κατά σύνηθες επάγγελμα (ΕφΠειρ 44/199 Δημοσίευση Νόμος), ούτε εξάλλου αποκτά την εμπορική ιδιότητα με τη συμμετοχή της ως μετόχου στην παραπάνω ανώνυμη εταιρία, ακόμη και αντιπροέδρου, ως προς δε το τελευταίο επί πλέον δεν πιθανολογείται ότι συνεχίζει να έχει την ιδιότητα αυτή σήμερα, καθώς η θητεία του πρώτου διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας έληγε με την σύγκληση της πρώτης τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, που θα συγκαλείτο το πρώτο εξάμηνο του έτους 2009, όπως αυτό προκύπτει από το καταστατικό της εταιρίας που προσκομίζει η καθ' ης και επομένως όλα τα ανωτέρω ουδόλως στερούν από την αιτούσα το δικαίωμα να υπαχθεί στη ρύθμιση αυτή του νόμου. Επί πλέον το χρέος αυτό, όπως προκύπτει από τη διαταγή πληρωμής που αναφέρεται   ανωτέρω δεν ανελήφθη κατά τον τελευταίο χρόνο, καθώς η συναλλαγματική, όπως αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής είναι λήξης 20-7-2008, ενώ δεν πιθανολογήθηκε ότι η καθ' ης δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του ληξιπροθέσμου αυτού χρέους της. Εξάλλου το ως άνω δε αναφερόμενο ακίνητο -διαμέρισμα Β-5, που αναλυτικά αναφέρεται ανωτέρω, αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας, όπου διαμένει με την οικογένεια της, ήτοι το σύζυγο της και το ανήλικο τέκνο της (βλ. πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Ζαλόγγου Πρέβεζας), βρίσκεται δε  επί της οδού Χρυσηίδος 22-24 στην Κυψέλη Αττικής, το οποίο περιήλθε, σε αυτήν δυνάμει του προαναφερομένου συμβολαίου, όπως αυτό αναφέρεται στην ως άνω περίληψη κατασχετήριας έκθεσης. Περαιτέρω κατά την ως άνω αναφερόμενη τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρ. 9 του Ν 3869/2010, η κύρια αυτή κατοικία του οφειλέτη δεν πρέπει να υπερβαίνει το προβλεπόμενο όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό, το οποίο αφορολόγητο όριο ανέρχεται,  με βάση της διάταξη της παρ. 2 του αρθρ. 21 του Ν 3842/2010, για έγγαμο, όπως εν προκειμένω η αιτούσα, μέχρι ποσού αξίας 250.000,00 ευρώ, προσαυξανόμενο αυτό κατά 25.000,00 ευρώ για το τέκνο τους,  ήτοι σε 275.000,00 ευρώ, από την ίδια δε την εκτίμηση της δικαστικής επιμελήτριας στην περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, προκύπτει ότι η αξία του ακινήτου αυτού δεν υπερβαίνει το ποσό των 80.000,00 ευρώ, και κατά συνέπεια όχι μόνο δεν υπερβαίνει αυτή το ανώτατο όριο του θέτει ο νόμος, αλλά υπολείπεται κατά πολύ αυτού, χωρίς να υπολογίζεται και η προσαύξηση του 50% που κατά την ίδια διάταξη προσμετράται. Επομένως, εφόσον κατά το στάδιο αυτό, κατά το οποίο ισχύουν οι μεταβατικές διατάξεις της παρ. 1 του  άρθρ.19  του προαναφερομένου νόμου, κατά το οποίο ρητά ορίζεται ότι για έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 1-9-2010, απαγορεύεται ο πλειστηριασμός του ακινήτου της παρ. 2 του άρθρ. 9- πρώτης κατοικίας, όπως εν προκειμένω της αιτούσας, καθόσον δεν έχει τεθεί ακόμη σε εκκίνηση η διαδικασία για τη ρύθμιση των οφειλών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, πληρουμένων των προαναφερομένων λοιπών προϋποθέσεων, και λαμβανομένου υπόψιν του σκοπού του νομοθέτη, ο οποίος προέκρινε την προστασία της κύριας κατοικίας των οφειλετών, που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, δίνοντας σε αυτούς τη δυνατότητα να τα ρυθμίσουν,  διασφαλίζοντας  σε αυτούς ένα ελάχιστο επίπεδο οικονομικής διαβίωσης, παράλληλα υπό όρους και διαδικασίες που δεν θίγουν τα συμφέροντα των πιστωτών, ακύρως επισπεύδεται σε βάρος της αιτούσας η αναγκαστική εκτέλεση, πιθανολογείται δε ότι θα γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος ο αυτός λόγος της ανακοπής, παρέλκοντας  η  εξέταση  των  λοιπών  λόγων  αυτής.   Οπότε,   αφού πιθανολογείται περαιτέρω ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει, κατά τα προαναφερθέντα, ανεπανόρθωτη βλάβη στην αιτούσα, κατά τη βάσιμη κατάθεση του μάρτυρα της, θα πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή και ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη και να ανασταλεί η επισπευδόμενη από την καθ' ης, σε βάρος της αιτούσας, εκτελεστική διαδικασία, απορριπτόμενου του αιτήματος της καθ' ης περί καταβολής εγγυοδοσίας;. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της καθ' ης θα πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού νομότυπου αιτήματος της που υπέβαλε με το σημείωμα της, να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντα (άρθρα 178 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως το ποσό αυτών ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκτελεστική διαδικασία που επισπεύδεται από την καθ' ης σε βάρος της αιτούσας, με την υπ' αριθμ. 116/12-7-2010 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Μαρίας Λιανού και την υπ' αριθμ. 118/21-7-2010 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης της ιδίας δικαστικής επιμελήτριας, δυνάμει της οποίας ορίστηκε η 6-10-2010, ως ημερομηνία διενέργειας αναγκαστικού πλειστηριασμού επί του περιγραφομένου στο σκεπτικό της παρούσας ακινήτου της αιτούσας, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της από 28-9-2010 ανακοπής της, με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 167455/ 11019/28-9-2010, που άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αιτούσα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της καθ' ης η αίτηση, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων εξήντα ευρώ (260,00).

ΚΡΙΘΗΚΕ, Αποφασίσθηκε και Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του, σε έκτακτη,  δημόσια συνεδρίαση, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου  2010.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

ΑΠΟΦΑΣΗ 7794/2010

(Γενικός Αριθμός Κατάθεσης 167577/2010)

(Αριθμός Κατάθεσης Δικογράφου 15739/2010)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ  από  τη  Δικαστή  Μαρία   Πετρίδου,  Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίσθηκε από τον Προϊστάμενο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 30 Σεπτεμβρίου 2010, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα, για να δικάσει την αίτηση με γενικό αριθμό καταθέσεως 167577/28-9-2010 και αριθμό καταθέσεως δικογράφου 15739/28-9-2010 και αντικείμενο αναστολή εκτελέσεως, κατ' άρθρο 938 του ΚΠολΔ, μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Λαμπρινής Ζώγκα του Γρηγορίου, κατοίκου Νέα Κυψέλης Αττικής, οδός Χρησηίδος 22-24, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου της δικηγόρου του Ευανθίας Στεφανέα Δ.Σ.Α. (AM 25877).

ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΣΙΛΚΟΪΛ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ -ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ & ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», που εδρεύει στη Ρόδο, Δήμος Πεταλούδων, οδός Καποδιστρίου 1, νομίμως εκπροσωπούμενης, που παραστάθηκε διά της πληρεξουσίου της δικηγόρου Α.Ν. Δ.Σ.Α. (AM 23548).

          ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους

          και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αιτούσα με την κρινόμενη αίτηση της, έτσι όπως το περιεχόμενο της εκτιμάται από το Δικαστήριο, ζητεί να ανασταλεί, σύμφωνα με το άρθρο 938 του ΚΠολΔ, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος της από την καθ' ης,   δυνάμει της 116/12-7-2010 κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μαρίας Λιανού  και της 118/21-7-2010 περίληψη αυτής, της ιδίας δικαστικής επιμελήτριας, με πλειστηριασμό που έχει προσδιοριστεί για την 6-10-2010, μέχρι να εκδοθεί οριστική  απόφαση επί της ανακοπής που νομότυπα και εμπρόθεσμα άσκησε, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά των ως άνω πράξεων της εκτέλεσης, για τους λόγους που αναφέρει στην ενσωματωμένη (κατά το περιεχόμενο της) στο δικόγραφο ανακοπή της, καθόσον είναι βέβαιο ότι θα γίνει δεκτή η τελευταία, ενώ η εκτέλεση θα επιφέρει στην ίδια ανεπανόρθωτη βλάβη.

Η αίτηση αρμόδια εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. του ΚΠοΔ), έχει ασκηθεί παραδεκτά και δη έχει κατατεθεί προ πέντε εργασίμων ημερών πριν την από την ημέρα του πλειστηριασμού και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 933, 934 και 938 του ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί ττεραιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 3869/2010 που αφορά «Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις» ορίζεται ότι «1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών που: α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου και β) που προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. 3. Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου μπορεί να γίνει μόνο μία φορά». Ακολούθως στις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 4 του ιδίου νόμου, γίνεται αναφορά   στη διαδικασία εξωδικαστικού συμβιβασμού, το αρμόδιο δικαστήριο και ακολούθως την κατάθεση των εγγράφων στη γραμματεία του δικαστηρίου και ιδίως της αίτησης, για την έναρξη της διαδικασίας ενώπιον αυτού. Εξάλλου η εισοδηματική στενότητα, τα υψηλά επιτόκια στο χώρο ιδίως της καταναλωτικής πίστης, οι επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, ατυχείς προγραμματισμοί, απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή των δανειοληπτών (απώλεια εργασίας κ.α.), αποτέλεσαν παράγοντες που, δρώντας υπό την απουσία θεσμών συμβουλευτικής υποστήριξης των καταναλωτών σε θέματα υπερχρέωσης,  συνέβαλαν ανενόχλητα στην αυξανόμενη υπερχρέωση νοικοκυριών που, αδυνατώντας εν συνεχεία να αποπληρώσουν τα χρέη τους, υπέστησαν και υφίστανται, τις αλυσιδωτά επερχόμενες καταστροφικές συνέπειες της, προκειμένου δε να αντιμετωπιστεί το πραγματικό, ιδιαίτερα μεγάλο και οξυμμένο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας κατά τρόπο ουσιαστικό, σύγχρονο, θεσμικό, εναρμονισμένο με τις επιταγές ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου, οδήγησαν στη θέσπιση των διατάξεων αυτών του νόμου, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτει (βλ. Αιτιολογική Έκθεση). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρ. 9 του ιδίου νόμου, ορίζεται η διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας και προστασία κύριας κατοικίας ειδικότερα «1. Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής μπορεί να ορίζεται το πρόσωπο που προτείνουν πιστωτές οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία  των  πιστώσεων  ή  πρόσωπο  από  τον  κατάλογο  των πραγματογνωμόνων που προβλέπεται στο άρθρο 371§ του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας 2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό». Τέλος κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 19 του νόμου αυτού ορίζεται ότι «1. Για έξι μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως απαγορεύεται ο πλειστηριασμός του ακινήτου της παραγράφου 2 του άρθρου 9. 2. Αιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 υποβάλλονται μετά την πάροδο πέντε μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως», ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του ιδίου νόμου «η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από την 1Π Σεπτεμβρίου 2010, εκτός από τα άρθρα 20 και 21 η ισχύς των οποίων αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ.Π. για την αιτούσα και Π.Μ. για την καθ' ης, οι οποίοι εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, απ' όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι, αυτά που ανέπτυξαν προφορικά οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους και διέλαβαν στα σημειώματα τους που κατέθεσαν και γενικά από την όλη συζήτηση της υποθέσεως, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Με επίσπευση της καθ' ης και προς ικανοποίηση της απαίτησης της, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 8240/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, που εκδόθηκε σε βάρος μεταξύ άλλων και της αιτούσας, για το ποσό των 20.000,00 ευρώ, ευθυνομένης εις ολόκληρον αυτής με τους λοιπούς, πλέον τόκων και εξόδων, επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος της περιουσίας της αιτούσας με την 116/2010 κατασχετήρια έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ.Λ. και ειδικότερα επί ενός ακινήτου - διαμερίσματος, υπό στοιχεία Β-5 του δευτέρου ορόφου πάνω από το ισόγειο πολυκατοικίας κείμενης σε οικόπεδο που βρίσκεται στην Αθήνα, στη θέση «Τουρκοβούνια» Κυψέλης στη περιφέρεια του Δήμου Αθηναίων, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως των Αθηνών, επί της οδού Χρυσηίδος 22-24, το οποίο αποτελείται από τρία δωμάτια, χωλ, προχώλ, κουζίνα, λουτρό και αποθήκη, έχει μικτή επιφάνεια 76 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 33,90/1000 εξ αδιαιρέτου, το οποίο περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα στην αιτούσα δυνάμει του υπ' αριθμ. 13193/13-9-1996 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Καρνάβου - Στέρπη, που μεταγράφηκε νόμιμα και της 118/21-7-2010 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης της ιδίας δικαστικής επιμελήτριας, ορίσθηκε ως ημερομηνία του πλειστηριασμού η 6-10-2010, με τιμή πρώτης προσφοράς στο ποσό των 72.000,00 ευρώ. Κατά των ανωτέρω πράξεων της εκτελεστικής, σε βάρος της αιτούσας, διαδικασίας, που επισπεύδεται από την καθ' ης, άσκησε αυτή, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου (που είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο κατά το άρθρο 933 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ) την, ενσωματωμένη στο δικόγραφο της αίτησης της, από 28-9-2010 ανακοπή της, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 167455/11019/2010, την οποία επέδωσε νομίμως στην αντίδικο της την 28-9-2010 (βλ. τη σχετική 4493/28-9-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ιωάννη Παπακωνσταντίνου), με την οποία ζητεί να ανασταλεί η σε βάρος της επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση, επικαλούμενη, με τον πρώτο   λόγο   αυτής, έτσι όπως το περιεχόμενο του εκτιμάται, ότι υπάγεται στη ρύθμιση του Ν 3869/2010, περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, δεδομένου ότι το ανωτέρω αναφερόμενο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία της, την οποία και χρησιμοποιεί για το σκοπό αυτό μαζί με την οικογένεια της, και επομένως άκυρα επισττεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της. Ο λόγος αυτός, ο οποίος  είναι νόμιμος σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, στηριζόμενος στις εκεί αναφερόμενες διατάξεις, πιθανολογείται ότι θα γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος, καθόσον η αιτούσα είναι φυσικό πρόσωπο που δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, όπως αξιώνει το άρθρο 1 του Ν 3869/2010, εργαζόμενη ως δημόσιος υπάλληλος- νοσηλεύτρια στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ( ανάλυση αποδοχών μηνός Ιουλίου 2010), το γεγονός ότι η οφειλή της πηγάζει από τριτεγγύηση συναλλαγματικής, υπέρ της πληρώτριας αυτής και αποδέκτριας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Εμπορική Ενεργειακή Δυτικής Ελλάδος Α.Ε.» με έδρα το Δήμο Πρέβεζας, δεν καθιστά αυτήν έμπορο όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η καθ' ης, δεδομένου ότι η τριτεγγύηση συναλλαγματικής δεν αποτελεί εμπορική πράξη, αν δεν γίνεται κατά σύνηθες επάγγελμα (ΕφΠειρ 44/199 Δημοσίευση Νόμος), ούτε εξάλλου αποκτά την εμπορική ιδιότητα με τη συμμετοχή της ως μετόχου στην παραπάνω ανώνυμη εταιρία, ακόμη και αντιπροέδρου, ως προς δε το τελευταίο επί πλέον δεν πιθανολογείται ότι συνεχίζει να έχει την ιδιότητα αυτή σήμερα, καθώς η θητεία του πρώτου διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας έληγε με την σύγκληση της πρώτης τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, που θα συγκαλείτο το πρώτο εξάμηνο του έτους 2009, όπως αυτό προκύπτει από το καταστατικό της εταιρίας που προσκομίζει η καθ' ης και επομένως όλα τα ανωτέρω ουδόλως στερούν από την αιτούσα το δικαίωμα να υπαχθεί στη ρύθμιση αυτή του νόμου. Επί πλέον το χρέος αυτό, όπως προκύπτει από τη διαταγή πληρωμής που αναφέρεται   ανωτέρω δεν ανελήφθη κατά τον τελευταίο χρόνο, καθώς η συναλλαγματική, όπως αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής είναι λήξης 20-7-2008, ενώ δεν πιθανολογήθηκε ότι η καθ' ης δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του ληξιπροθέσμου αυτού χρέους της. Εξάλλου το ως άνω δε αναφερόμενο ακίνητο -διαμέρισμα Β-5, που αναλυτικά αναφέρεται ανωτέρω, αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας, όπου διαμένει με την οικογένεια της, ήτοι το σύζυγο της και το ανήλικο τέκνο της (βλ. πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Ζαλόγγου Πρέβεζας), βρίσκεται δε  επί της οδού Χρυσηίδος 22-24 στην Κυψέλη Αττικής, το οποίο περιήλθε, σε αυτήν δυνάμει του προαναφερομένου συμβολαίου, όπως αυτό αναφέρεται στην ως άνω περίληψη κατασχετήριας έκθεσης. Περαιτέρω κατά την ως άνω αναφερόμενη τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρ. 9 του Ν 3869/2010, η κύρια αυτή κατοικία του οφειλέτη δεν πρέπει να υπερβαίνει το προβλεπόμενο όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό, το οποίο αφορολόγητο όριο ανέρχεται,  με βάση της διάταξη της παρ. 2 του αρθρ. 21 του Ν 3842/2010, για έγγαμο, όπως εν προκειμένω η αιτούσα, μέχρι ποσού αξίας 250.000,00 ευρώ, προσαυξανόμενο αυτό κατά 25.000,00 ευρώ για το τέκνο τους,  ήτοι σε 275.000,00 ευρώ, από την ίδια δε την εκτίμηση της δικαστικής επιμελήτριας στην περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, προκύπτει ότι η αξία του ακινήτου αυτού δεν υπερβαίνει το ποσό των 80.000,00 ευρώ, και κατά συνέπεια όχι μόνο δεν υπερβαίνει αυτή το ανώτατο όριο του θέτει ο νόμος, αλλά υπολείπεται κατά πολύ αυτού, χωρίς να υπολογίζεται και η προσαύξηση του 50% που κατά την ίδια διάταξη προσμετράται. Επομένως, εφόσον κατά το στάδιο αυτό, κατά το οποίο ισχύουν οι μεταβατικές διατάξεις της παρ. 1 του  άρθρ.19  του προαναφερομένου νόμου, κατά το οποίο ρητά ορίζεται ότι για έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 1-9-2010, απαγορεύεται ο πλειστηριασμός του ακινήτου της παρ. 2 του άρθρ. 9- πρώτης κατοικίας, όπως εν προκειμένω της αιτούσας, καθόσον δεν έχει τεθεί ακόμη σε εκκίνηση η διαδικασία για τη ρύθμιση των οφειλών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, πληρουμένων των προαναφερομένων λοιπών προϋποθέσεων, και λαμβανομένου υπόψιν του σκοπού του νομοθέτη, ο οποίος προέκρινε την προστασία της κύριας κατοικίας των οφειλετών, που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, δίνοντας σε αυτούς τη δυνατότητα να τα ρυθμίσουν,  διασφαλίζοντας  σε αυτούς ένα ελάχιστο επίπεδο οικονομικής διαβίωσης, παράλληλα υπό όρους και διαδικασίες που δεν θίγουν τα συμφέροντα των πιστωτών, ακύρως επισπεύδεται σε βάρος της αιτούσας η αναγκαστική εκτέλεση, πιθανολογείται δε ότι θα γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος ο αυτός λόγος της ανακοπής, παρέλκοντας  η  εξέταση  των  λοιπών  λόγων  αυτής.   Οπότε,   αφού πιθανολογείται περαιτέρω ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει, κατά τα προαναφερθέντα, ανεπανόρθωτη βλάβη στην αιτούσα, κατά τη βάσιμη κατάθεση του μάρτυρα της, θα πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή και ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη και να ανασταλεί η επισπευδόμενη από την καθ' ης, σε βάρος της αιτούσας, εκτελεστική διαδικασία, απορριπτόμενου του αιτήματος της καθ' ης περί καταβολής εγγυοδοσίας;. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της καθ' ης θα πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού νομότυπου αιτήματος της που υπέβαλε με το σημείωμα της, να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντα (άρθρα 178 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως το ποσό αυτών ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκτελεστική διαδικασία που επισπεύδεται από την καθ' ης σε βάρος της αιτούσας, με την υπ' αριθμ. 116/12-7-2010 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Μαρίας Λιανού και την υπ' αριθμ. 118/21-7-2010 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης της ιδίας δικαστικής επιμελήτριας, δυνάμει της οποίας ορίστηκε η 6-10-2010, ως ημερομηνία διενέργειας αναγκαστικού πλειστηριασμού επί του περιγραφομένου στο σκεπτικό της παρούσας ακινήτου της αιτούσας, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της από 28-9-2010 ανακοπής της, με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 167455/ 11019/28-9-2010, που άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αιτούσα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της καθ' ης η αίτηση, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων εξήντα ευρώ (260,00).

ΚΡΙΘΗΚΕ, Αποφασίσθηκε και Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του, σε έκτακτη,  δημόσια συνεδρίαση, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου  2010.