8326/2010 ΑΠΟΦΑΣΗ ΜΠΑ: ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ - Α ΚΑΤΟΙΚΙΑ

 

Αριθμός Απόφασης 8326/2010

Αριθμός κατάθεσης αίτησης 17318/19-10-2010

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 (ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ)

 

                 ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Αρετή Παπαθανασίου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, οποία όρισε ο Πρόεδρος του τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου.

                 ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2010, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα, για να δικάσει την από 19-10-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 17318/19-10-2010 αίτηση, με αντικείμενο αναστολή του εκτελέσεως, κατ' άρθρο 938 ΚΠολΔ, μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Γ.Σ. του Κ. συζ. Κ.Ρ., κατοίκου Καλλιθέας που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της, Ευανθίας Στεφανέα, (AM 25877), η οποία κατέθεσε σημείωμα.

                ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία «CΙΤΙΒΑΝΚ INTERNATIONAL PLC», που εδρεύει στο Λονδίνο του Ηνωμένου Βασιλείου και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα (Όθωνος 8 - Αθήνα) και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Ν.Ν. (AM ......), ο οποίος κατέθεσε σημείωμα.

                 Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

 

                                                                                            ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 

                                                                                           ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

 

               Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 που αφορά «Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις» ορίζεται ότι « 1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών  αυτών και  απαλλαγή.   Την ύπαρξη  δόλου  αποδεικνύει  ο πιστωτής.   2.  Δεν  επιτρέπεται  η  ρύθμιση  οφειλών  που:   α)   έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την των κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου και β) που προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. 3. Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου μπορεί να γίνει μόνο μία φορά». Ακολούθως στις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 4 του ιδίου   νόμου,   γίνεται   αναφορά   στη    διαδικασία   εξωδικαστικού συμβιβασμού, το αρμόδιο δικαστήριο και ακολούθως την κατάθεση των εγγράφων στη γραμματεία του δικαστηρίου και ιδίως της αίτησης, για την έναρξη  της  διαδικασίας ενώπιον  αυτού. Εξάλλου  η  εισοδηματική στενότητα, τα υψηλά επιτόκια στο χώρο ιδίως της καταναλωτικής πίστης, οι    επιθετικές    πρακτικές    προώθησης    των    πιστώσεων,    ατυχείς προγραμματισμοί, απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή των δανειοληπτών (απώλεια εργασίας κ.α.), αποτέλεσαν παράγοντες που, δρώντας υπό την απουσία θεσμών συμβουλευτικής υποστήριξης των καταναλωτών σε θέματα   υπερχρέωσης,   συνέβαλαν   ανενόχλητα   στην   αυξανόμενη υπερχρέωση νοικοκυριών που, αδυνατώντας εν συνεχεία  να αποπληρώσουν τα χρέη τους, υπέστησαν και υφίστανται, τις αλυσιδωτά επερχόμενες   καταστροφικές   συνέπειες   της,   προκειμένου   δε   να αντιμετωπιστεί το πραγματικό, ιδιαίτερα μεγάλο και οξυμένο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας κατά τρόπο ουσιαστικό, σύγχρονο, θεσμικό, εναρμονισμένο με τις επιταγές ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου, οδήγησαν στη θέσπιση των διατάξεων αυτών του νόμου, με τους κατά όρους και τις προϋποθέσεις που θέτει (βλ. Αιτιολογική Έκθεση). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, ορίζεται η διαδικασία   ρευστοποίησης   της   περιουσίας   και   προστασία   κύριας κατοικίας ειδικότερα «1. Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής μπορεί να ορίζεται το πρόσωπο που προτείνουν πιστωτές οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία   των   πιστώσεων   ή   πρόσωπο   από   τον   κατάλογο   των πραγματογνωμόνων που προβλέπεται  στο  άρθρο  371  του  Κώδικα Πολιτικής  Δικονομίας   2.   Ο   οφειλέτης  μπορεί  να  υποβάλει   στο δικαστήριο  πρόταση  εκκαθάρισης  ζητώντας να  εξαιρεθεί  από  την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο   από   τις   ισχύουσες   διατάξεις   όριο   αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό». Τέλος κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 19 του νόμου αυτού ορίζεται ότι «1. Για έξι μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως απαγορεύεται   πλειστηριασμός του ακινήτου της   παραγράφου   2   του   άρθρου   9.   2.   Αιτήσεις   που προβλέπονται στο άρθρο 4 υποβάλλονται μετά την πάροδο πέντε μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως», ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του ιδίου νόμου «η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από την 1η Σεπτεμβρίου 2010, εκτός από τα άρθρα 20 και 21η ισχύς των οποίων αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως», η οποία (δημοσίευση) έγινε στις   3-8-2010. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 40 του ν. 3858/2010: Διασυνοριακή πτώχευση/τροποποίηση Πτωχ.Κώδ. «Αναστολή πλειστηριασμών. Αναστέλλονται από την 1η Ιουλίου 2010 έως και την 31η Δεκεμβρίου 2010 οι πλειστηριασμοί, οι οποίοι επισπεύδονται για την ικανοποίηση απαιτήσεων που δεν υπερβαίνουν το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, από πιστωτικά ιδρύματα, εταιρείες παροχής πιστώσεων και από τους εκδοχείς των απαιτήσεων αυτών».

Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα, με την υπό κρίση αίτηση της, ζητεί να ανασταλεί, σύμφωνα με το άρθρο 938 του ΚΠολΔ, η διαδικασία της ναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος της από την καθ' ης, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2090/22-10-2009 κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ.Γ. και της υπ'αριθμ. 2237/7-4-2010 πρώτης επαναληπτικής περίληψης του ιδίου δικαστικού επιμελητή, με πλειστηριασμό που έχει προσδιοριστεί για την 27-10-2010, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ανακοπής που νομότυπα και εμπρόθεσμα άσκησε, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά των ως άνω πράξεων της εκτέλεσης, για τους λόγους που αναφέρει στην ενσωματωμένη (κατά το περιεχόμενο της) στο δικόγραφο ανακοπή της, καθόσον είναι βέβαιο ότι θα γίνει δεκτή η τελευταία, ενώ η εκτέλεση θα επιφέρει στην ίδια ανεπανόρθωτη βλάβη.

Η αίτηση αρμόδια εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί παραδεκτά και δη έχει κατατεθεί προ πέντε εργασίμων ημερών πριν την από την ημέρα του πλειστηριασμού και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 933,934 και 938 του ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της.

                Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης ......................., απ' όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι, αυτά που ανέπτυξαν προφορικά οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους και διέλαβαν στα σημειώματα τους που κατέθεσαν και γενικά από την όλη συζήτηση της υποθέσεως, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Με επίσπευση της καθ' ης η αίτηση και προς ικανοποίηση της απαίτησης της, ποσού (κατά κεφάλαιο) 9.589,73 ευρώ, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 2090/22-01-2009 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος της περιουσίας της αιτούσας, με την υπ'αριθμ. 2090/22-10-2009 κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ.Γ. Ειδικότερα κατασχέθηκε το υπό στοιχεία Γ-2 διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, οικοδομής που βρίσκεται σε οικόπεδο στη θέση Πηλός της περιφέρειας του Δήμου Καλλιθέας και επί της οδού Ξενοφώντος αρ. 32, το οποίο αποτελείται από τρία κύρια δωμάτια, χωλ, οφφίς, κουζίνα λουτροαποχωρητήριο και δύο εξώστες, έχει επιφάνεια 65,00 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 150/1000 εξ αδιαιρέτου. Με την υπ'αριθμ. 2098/2009 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή, ορίσθηκε ως ημερομηνία του πλειστηριασμού η 10η Φεβρουαρίου 2010, πλην όμως αυτός ανεστάλη έως τις 30-6-2010, δυνάμει του όρθρου 5 του νόμου 3814/2009, κατά το οποίο «Αναστέλλονται έως και 31.12.2009 οι πλειστηριασμοί, οι οποίοι επισπεύδονται για την ικανοποίηση απαιτήσεων που δεν υπερβαίνουν το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, από πιστωτικά ιδρύματα και εταιρείες παροχής πιστώσεων, καθώς και από τους εκδοχείς των απαιτήσεων αυτών». Στην συνέχεια, δυνάμει της υπ'αριθμ. 2237/7-4-2010 πρώτης επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή, ορίσθηκε ως νέα ημερομηνία πλειστηριασμού η 27η Οκτωβρίου 2010. Κατά των ανωτέρω πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της αιτούσας, που επισπεύδεται από την καθ' ης η αίτηση, η πρώτη άσκησε, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου (που είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο κατά το άρθρο 933 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ) την, ενσωματωμένη στο δικόγραφο της αίτησης της, από 18-10-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11961/19-10-2010 ανακοπή της, την οποία επέδωσε νομίμως στην αντίδικο αντίδικό της, στις 19-10-2010 (βλ. την υπ'αριθμ. 4869/19-10-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ιωάννη Παπακωνσταντίνου), με την   οποία   ζητεί   να   ανασταλεί   η   σε βάρος της επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση, επικαλούμενη, με τον λόγο αυτής ότι υπάγεται στη ρύθμιση του Ν 3869/2010, περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, δεδομένου ότι το ανωτέρω   αναφερόμενο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία της, την οποία και χρησιμοποιεί για το σκοπό αυτό και επομένως άκυρα επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της. Ο λόγος αυτός, ο οποίος είναι νόμιμος σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, στηριζόμενος στις εκεί αναφερόμενες διατάξεις, πιθανολογείται ότι θα γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος, καθόσον η αιτούσα είναι φυσικό πρόσωπο που δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, όπως αξιώνει το άρθρο 1 του Ν 3869/2010, το δε χρέος της προς την καθής η αίτηση δεν ανελήφθη κατά τον τελευταίο χρόνο, ενώ δεν πιθανολογήθηκε ότι η καθ' ης δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του ληξιπρόθεσμου αυτού χρέους της,   στοιχείο άλλωστε που δεν επικαλείται η καθής η αίτηση. Εξάλλου το ως άνω διαμέρισμα αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας, όπως πιθανολογείται από την κατάθεση του μάρτυρα σε συνδυασμό με το γεγονός ότι σε όλα τα προσκομιζόμενα έγγραφα αναφέρεται ως διεύθυνση της κατοικίας της, η οδός Ξενοφώντος αρ. 32, όπου κείται το ως άνω ακίνητο. Περαιτέρω κατά την ως άνω αναφερόμενη τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρο 9 του Ν 3869/2010 η κύρια αυτή κατοικία του οφειλέτη δεν πρέπει να υπερβαίνει το προβλεπόμενο όριο αφορολόγητης   απόκτησης   πρώτης   κατοικίας   προσαυξημένο   κατά πενήντα τοις εκατό, το οποίο αφορολόγητο όριο ανέρχεται, με βάση την διάταξη της παρ. 2 του αρθρ. 21 του Ν 3842/2010, για χήρα όπως εν προκειμένω η αιτούσα, μέχρι ποσού αξίας 200.000,00 ευρώ,   από την ίδια δε την εκτίμηση   του δικαστικού στην περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, προκύπτει ότι η αξία του ακινήτου αυτού    ανέρχεται σε 56.000,00 ευρώ, και κατά συνέπεια όχι μόνο δεν υπερβαίνει αυτή το ανώτατο όριο του θέτει ο νόμος, αλλά υπολείπεται κατά πολύ αυτού. Επομένως, εφόσον κατά το στάδιο αυτό, κατά το οποίο    κατά τις μεταβατικές διατάξεις της παρ. 1 του άρθρο 19 του 3869/2010, για έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 03-08-2010, απαγορεύεται ο πλειστηριασμός του ακινήτου της παρ. 2 του άρθρου 9 πρώτης κατοικίας, όπως εν προκειμένω της αιτούσας, καθόσον δεν έχει τεθεί ακόμη σε εκκίνηση η διαδικασία για τη ρύθμιση των οφειλών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, πληρουμένων των προαναφερομένων λοιπών προϋποθέσεων, και  λαμβανομένου   υπόψιν  του   σκοπού   του  νομοθέτη,   ο  οποίος προέκρινε την προστασία της κύριας κατοικίας των οφειλετών, που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, δίνοντας, σε αυτούς τη δυνατότητα να τα ρυθμίσουν, διασφαλίζοντας σε αυτούς ένα ελάχιστο επίπεδο οικονομικής διαβίωσης, παράλληλα υπό όρους και διαδικασίες που δεν θίγουν τα συμφέροντα των πιστωτών, ακύρως επισπεύδεται σε βάρος της αιτούσας η αναγκαστική εκτέλεση, πιθανολογείται δε ότι θα γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος. Επιπλέον δε με το άρθρο 40 του ν. 3858/2010, που ισχύει από τις 1-7-2010, ανεστάλησαν και πάλι οι πλειστηριασμοί που επισπεύδονται για την ικανοποίηση  απαιτήσεων  που  δεν  υπερβαίνουν το  ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, από πιστωτικά ιδρύματα, εταιρείες παροχής πιστώσεων και από τους εκδοχείς των απαιτήσεων αυτών για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιουλίου 2010 έως και την 31η Δεκεμβρίου 2010. Συνεπώς και ο λόγος αυτός της ανακοπής που είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη  διάταξη αυτή πιθανολογείται ότι θα γίνει δεκτός, ενώ πρέπει να τονισθεί ότι η διάταξη αυτή είναι ομοίου περιεχομένου με τη διάταξη του άρθρου 5 του νόμου 3814/2009, εξαιτίας της ισχύος του οποίου δεν διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός του εν λόγω ακινήτου κατά την αρχική ημερομηνία που ορίσθηκε   (στις 10 Φεβρουαρίου 2010). Περαιτέρω,   πιθανολογείται περαιτέρω ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει, κατά τα προαναφερθέντα,  ανεπανόρθωτη βλάβη στην αιτούσα, κατά τη βάσιμη κατάθεση του μάρτυρα της. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να ανασταλεί η επισπευδόμενη από την καθ' ης, σε βάρος της αιτούσας, αναγκαστική εκτέλεση. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αιτούσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της καθής η αίτηση, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, κατόπιν της υποβολής σχετικού αιτήματος από την τελευταία, με το έγγραφο σημείωμά της (άρθρα 178 παρ. 3 του κώδικα περί δικηγόρων, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

 

 

                                   ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκτελεστική διαδικασία που επισπεύδεται από την καθής η αίτηση σε βάρος της αιτούσας, με την υπ'αριθμ. 2090/22-10-2009 κατασχετήρια έκθεση του δυναστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γεώργιου Γραμματόπουλου και την υπ'αριθμ. 2237/7-4-2010 πρώτη επαναληπτική περίληψη του ιδίου δικαστικού επιμελητή, δυνάμει της οποίας ορίστηκε η 27η Οκτωβρίου 2010, ως ημερομηνία διενέργειας αναγκαστικού πλειστηριασμού επί του περιγραφομένου στο σκεπτικό της παρούσας ακινήτου της αιτούσας, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της από 18-10-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11961/19-10-2010 ανακοπής της, που άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και υπό τον όρο ότι η ανακοπή θα συζητηθεί κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αιτούσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της καθ' ης η αίτηση, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250,00).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2010.

 

Αριθμός Απόφασης 8326/2010

Αριθμός κατάθεσης αίτησης 17318/19-10-2010

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 (ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ)

                 ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Αρετή Παπαθανασίου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, οποία όρισε ο Πρόεδρος του τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου.

                 ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2010, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα, για να δικάσει την από 19-10-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 17318/19-10-2010 αίτηση, με αντικείμενο αναστολή του εκτελέσεως, κατ' άρθρο 938 ΚΠολΔ, μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Γ.Σ. του Κ. συζ. Κ.Ρ., κατοίκου Καλλιθέας που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της, Ευανθίας Στεφανέα, (AM 25877), η οποία κατέθεσε σημείωμα.

                ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία «CΙΤΙΒΑΝΚ INTERNATIONAL PLC», που εδρεύει στο Λονδίνο του Ηνωμένου Βασιλείου και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα (Όθωνος 8 - Αθήνα) και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Ν.Ν. (AM ......), ο οποίος κατέθεσε σημείωμα.

                 Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

                                                                                            ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 

                                                                                           ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

               Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 που αφορά «Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις» ορίζεται ότι « 1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών  αυτών και  απαλλαγή.   Την ύπαρξη  δόλου  αποδεικνύει  ο πιστωτής.   2.  Δεν  επιτρέπεται  η  ρύθμιση  οφειλών  που:   α)   έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την των κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου και β) που προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. 3. Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου μπορεί να γίνει μόνο μία φορά». Ακολούθως στις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 4 του ιδίου   νόμου,   γίνεται   αναφορά   στη    διαδικασία   εξωδικαστικού συμβιβασμού, το αρμόδιο δικαστήριο και ακολούθως την κατάθεση των εγγράφων στη γραμματεία του δικαστηρίου και ιδίως της αίτησης, για την έναρξη  της  διαδικασίας ενώπιον  αυτού. Εξάλλου  η  εισοδηματική στενότητα, τα υψηλά επιτόκια στο χώρο ιδίως της καταναλωτικής πίστης, οι    επιθετικές    πρακτικές    προώθησης    των    πιστώσεων,    ατυχείς προγραμματισμοί, απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή των δανειοληπτών (απώλεια εργασίας κ.α.), αποτέλεσαν παράγοντες που, δρώντας υπό την απουσία θεσμών συμβουλευτικής υποστήριξης των καταναλωτών σε θέματα   υπερχρέωσης,   συνέβαλαν   ανενόχλητα   στην   αυξανόμενη υπερχρέωση νοικοκυριών που, αδυνατώντας εν συνεχεία  να αποπληρώσουν τα χρέη τους, υπέστησαν και υφίστανται, τις αλυσιδωτά επερχόμενες   καταστροφικές   συνέπειες   της,   προκειμένου   δε   να αντιμετωπιστεί το πραγματικό, ιδιαίτερα μεγάλο και οξυμένο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας κατά τρόπο ουσιαστικό, σύγχρονο, θεσμικό, εναρμονισμένο με τις επιταγές ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου, οδήγησαν στη θέσπιση των διατάξεων αυτών του νόμου, με τους κατά όρους και τις προϋποθέσεις που θέτει (βλ. Αιτιολογική Έκθεση). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, ορίζεται η διαδικασία   ρευστοποίησης   της   περιουσίας   και   προστασία   κύριας κατοικίας ειδικότερα «1. Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής μπορεί να ορίζεται το πρόσωπο που προτείνουν πιστωτές οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία   των   πιστώσεων   ή   πρόσωπο   από   τον   κατάλογο   των πραγματογνωμόνων που προβλέπεται  στο  άρθρο  371  του  Κώδικα Πολιτικής  Δικονομίας   2.   Ο   οφειλέτης  μπορεί  να  υποβάλει   στο δικαστήριο  πρόταση  εκκαθάρισης  ζητώντας να  εξαιρεθεί  από  την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο   από   τις   ισχύουσες   διατάξεις   όριο   αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό». Τέλος κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 19 του νόμου αυτού ορίζεται ότι «1. Για έξι μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως απαγορεύεται   πλειστηριασμός του ακινήτου της   παραγράφου   2   του   άρθρου   9.   2.   Αιτήσεις   που προβλέπονται στο άρθρο 4 υποβάλλονται μετά την πάροδο πέντε μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως», ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του ιδίου νόμου «η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από την 1η Σεπτεμβρίου 2010, εκτός από τα άρθρα 20 και 21η ισχύς των οποίων αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως», η οποία (δημοσίευση) έγινε στις   3-8-2010. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 40 του ν. 3858/2010: Διασυνοριακή πτώχευση/τροποποίηση Πτωχ.Κώδ. «Αναστολή πλειστηριασμών. Αναστέλλονται από την 1η Ιουλίου 2010 έως και την 31η Δεκεμβρίου 2010 οι πλειστηριασμοί, οι οποίοι επισπεύδονται για την ικανοποίηση απαιτήσεων που δεν υπερβαίνουν το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, από πιστωτικά ιδρύματα, εταιρείες παροχής πιστώσεων και από τους εκδοχείς των απαιτήσεων αυτών».

Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα, με την υπό κρίση αίτηση της, ζητεί να ανασταλεί, σύμφωνα με το άρθρο 938 του ΚΠολΔ, η διαδικασία της ναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος της από την καθ' ης, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2090/22-10-2009 κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ.Γ. και της υπ'αριθμ. 2237/7-4-2010 πρώτης επαναληπτικής περίληψης του ιδίου δικαστικού επιμελητή, με πλειστηριασμό που έχει προσδιοριστεί για την 27-10-2010, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ανακοπής που νομότυπα και εμπρόθεσμα άσκησε, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά των ως άνω πράξεων της εκτέλεσης, για τους λόγους που αναφέρει στην ενσωματωμένη (κατά το περιεχόμενο της) στο δικόγραφο ανακοπή της, καθόσον είναι βέβαιο ότι θα γίνει δεκτή η τελευταία, ενώ η εκτέλεση θα επιφέρει στην ίδια ανεπανόρθωτη βλάβη.

Η αίτηση αρμόδια εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί παραδεκτά και δη έχει κατατεθεί προ πέντε εργασίμων ημερών πριν την από την ημέρα του πλειστηριασμού και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 933,934 και 938 του ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της.

                Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης ......................., απ' όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι, αυτά που ανέπτυξαν προφορικά οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους και διέλαβαν στα σημειώματα τους που κατέθεσαν και γενικά από την όλη συζήτηση της υποθέσεως, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Με επίσπευση της καθ' ης η αίτηση και προς ικανοποίηση της απαίτησης της, ποσού (κατά κεφάλαιο) 9.589,73 ευρώ, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 2090/22-01-2009 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος της περιουσίας της αιτούσας, με την υπ'αριθμ. 2090/22-10-2009 κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ.Γ. Ειδικότερα κατασχέθηκε το υπό στοιχεία Γ-2 διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, οικοδομής που βρίσκεται σε οικόπεδο στη θέση Πηλός της περιφέρειας του Δήμου Καλλιθέας και επί της οδού Ξενοφώντος αρ. 32, το οποίο αποτελείται από τρία κύρια δωμάτια, χωλ, οφφίς, κουζίνα λουτροαποχωρητήριο και δύο εξώστες, έχει επιφάνεια 65,00 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 150/1000 εξ αδιαιρέτου. Με την υπ'αριθμ. 2098/2009 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή, ορίσθηκε ως ημερομηνία του πλειστηριασμού η 10η Φεβρουαρίου 2010, πλην όμως αυτός ανεστάλη έως τις 30-6-2010, δυνάμει του όρθρου 5 του νόμου 3814/2009, κατά το οποίο «Αναστέλλονται έως και 31.12.2009 οι πλειστηριασμοί, οι οποίοι επισπεύδονται για την ικανοποίηση απαιτήσεων που δεν υπερβαίνουν το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, από πιστωτικά ιδρύματα και εταιρείες παροχής πιστώσεων, καθώς και από τους εκδοχείς των απαιτήσεων αυτών». Στην συνέχεια, δυνάμει της υπ'αριθμ. 2237/7-4-2010 πρώτης επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή, ορίσθηκε ως νέα ημερομηνία πλειστηριασμού η 27η Οκτωβρίου 2010. Κατά των ανωτέρω πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της αιτούσας, που επισπεύδεται από την καθ' ης η αίτηση, η πρώτη άσκησε, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου (που είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο κατά το άρθρο 933 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ) την, ενσωματωμένη στο δικόγραφο της αίτησης της, από 18-10-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11961/19-10-2010 ανακοπή της, την οποία επέδωσε νομίμως στην αντίδικο αντίδικό της, στις 19-10-2010 (βλ. την υπ'αριθμ. 4869/19-10-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ιωάννη Παπακωνσταντίνου), με την   οποία   ζητεί   να   ανασταλεί   η   σε βάρος της επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση, επικαλούμενη, με τον λόγο αυτής ότι υπάγεται στη ρύθμιση του Ν 3869/2010, περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, δεδομένου ότι το ανωτέρω   αναφερόμενο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία της, την οποία και χρησιμοποιεί για το σκοπό αυτό και επομένως άκυρα επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της. Ο λόγος αυτός, ο οποίος είναι νόμιμος σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, στηριζόμενος στις εκεί αναφερόμενες διατάξεις, πιθανολογείται ότι θα γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος, καθόσον η αιτούσα είναι φυσικό πρόσωπο που δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, όπως αξιώνει το άρθρο 1 του Ν 3869/2010, το δε χρέος της προς την καθής η αίτηση δεν ανελήφθη κατά τον τελευταίο χρόνο, ενώ δεν πιθανολογήθηκε ότι η καθ' ης δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του ληξιπρόθεσμου αυτού χρέους της,   στοιχείο άλλωστε που δεν επικαλείται η καθής η αίτηση. Εξάλλου το ως άνω διαμέρισμα αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας, όπως πιθανολογείται από την κατάθεση του μάρτυρα σε συνδυασμό με το γεγονός ότι σε όλα τα προσκομιζόμενα έγγραφα αναφέρεται ως διεύθυνση της κατοικίας της, η οδός Ξενοφώντος αρ. 32, όπου κείται το ως άνω ακίνητο. Περαιτέρω κατά την ως άνω αναφερόμενη τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρο 9 του Ν 3869/2010 η κύρια αυτή κατοικία του οφειλέτη δεν πρέπει να υπερβαίνει το προβλεπόμενο όριο αφορολόγητης   απόκτησης   πρώτης   κατοικίας   προσαυξημένο   κατά πενήντα τοις εκατό, το οποίο αφορολόγητο όριο ανέρχεται, με βάση την διάταξη της παρ. 2 του αρθρ. 21 του Ν 3842/2010, για χήρα όπως εν προκειμένω η αιτούσα, μέχρι ποσού αξίας 200.000,00 ευρώ,   από την ίδια δε την εκτίμηση   του δικαστικού στην περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, προκύπτει ότι η αξία του ακινήτου αυτού    ανέρχεται σε 56.000,00 ευρώ, και κατά συνέπεια όχι μόνο δεν υπερβαίνει αυτή το ανώτατο όριο του θέτει ο νόμος, αλλά υπολείπεται κατά πολύ αυτού. Επομένως, εφόσον κατά το στάδιο αυτό, κατά το οποίο    κατά τις μεταβατικές διατάξεις της παρ. 1 του άρθρο 19 του 3869/2010, για έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 03-08-2010, απαγορεύεται ο πλειστηριασμός του ακινήτου της παρ. 2 του άρθρου 9 πρώτης κατοικίας, όπως εν προκειμένω της αιτούσας, καθόσον δεν έχει τεθεί ακόμη σε εκκίνηση η διαδικασία για τη ρύθμιση των οφειλών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, πληρουμένων των προαναφερομένων λοιπών προϋποθέσεων, και  λαμβανομένου   υπόψιν  του   σκοπού   του  νομοθέτη,   ο  οποίος προέκρινε την προστασία της κύριας κατοικίας των οφειλετών, που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, δίνοντας, σε αυτούς τη δυνατότητα να τα ρυθμίσουν, διασφαλίζοντας σε αυτούς ένα ελάχιστο επίπεδο οικονομικής διαβίωσης, παράλληλα υπό όρους και διαδικασίες που δεν θίγουν τα συμφέροντα των πιστωτών, ακύρως επισπεύδεται σε βάρος της αιτούσας η αναγκαστική εκτέλεση, πιθανολογείται δε ότι θα γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος. Επιπλέον δε με το άρθρο 40 του ν. 3858/2010, που ισχύει από τις 1-7-2010, ανεστάλησαν και πάλι οι πλειστηριασμοί που επισπεύδονται για την ικανοποίηση  απαιτήσεων  που  δεν  υπερβαίνουν το  ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, από πιστωτικά ιδρύματα, εταιρείες παροχής πιστώσεων και από τους εκδοχείς των απαιτήσεων αυτών για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιουλίου 2010 έως και την 31η Δεκεμβρίου 2010. Συνεπώς και ο λόγος αυτός της ανακοπής που είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη  διάταξη αυτή πιθανολογείται ότι θα γίνει δεκτός, ενώ πρέπει να τονισθεί ότι η διάταξη αυτή είναι ομοίου περιεχομένου με τη διάταξη του άρθρου 5 του νόμου 3814/2009, εξαιτίας της ισχύος του οποίου δεν διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός του εν λόγω ακινήτου κατά την αρχική ημερομηνία που ορίσθηκε   (στις 10 Φεβρουαρίου 2010). Περαιτέρω,   πιθανολογείται περαιτέρω ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει, κατά τα προαναφερθέντα,  ανεπανόρθωτη βλάβη στην αιτούσα, κατά τη βάσιμη κατάθεση του μάρτυρα της. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να ανασταλεί η επισπευδόμενη από την καθ' ης, σε βάρος της αιτούσας, αναγκαστική εκτέλεση. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αιτούσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της καθής η αίτηση, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, κατόπιν της υποβολής σχετικού αιτήματος από την τελευταία, με το έγγραφο σημείωμά της (άρθρα 178 παρ. 3 του κώδικα περί δικηγόρων, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

                  ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκτελεστική διαδικασία που επισπεύδεται από την καθής η αίτηση σε βάρος της αιτούσας, με την υπ'αριθμ. 2090/22-10-2009 κατασχετήρια έκθεση του δυναστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γεώργιου Γραμματόπουλου και την υπ'αριθμ. 2237/7-4-2010 πρώτη επαναληπτική περίληψη του ιδίου δικαστικού επιμελητή, δυνάμει της οποίας ορίστηκε η 27η Οκτωβρίου 2010, ως ημερομηνία διενέργειας αναγκαστικού πλειστηριασμού επί του περιγραφομένου στο σκεπτικό της παρούσας ακινήτου της αιτούσας, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της από 18-10-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11961/19-10-2010 ανακοπής της, που άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και υπό τον όρο ότι η ανακοπή θα συζητηθεί κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αιτούσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της καθ' ης η αίτηση, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250,00).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2010.