4/2012: ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ



Αριθμός απόφασης 4/ Φ166/2012

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Δωροθέα Μπούγα, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Κωνσταντίνα Βασιλείου, Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1 Σεπτεμβρίου 2011, για να δικάσει μεταξύ:

Της αιτούσας Α.Ν. του Δ., κατοίκου Α.Αττικής, οδός .......αρ.. η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Πάρι.Αναστασάκου, συμπαριστάμενης και της ασκούμενης δικηγόρου Σεμέλης Πουρνάρα.

Των μετεχόντων στη δίκη πιστωτών οι οποίοι κατέστησαν διάδικοι μετά τη νόμιμη κλήτευσή τους και παρίστανται ως εξής:

1) τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «A.B.ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός .......αρ.... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της.Α.Κ. και 2) τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Ε.Τ.ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ......αρ....και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γ.Ε..

Η αιτούσα με την από 11-3-2011 αίτηση της εκούσιας δικαιοδοσίας, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης 166/22-3-2011, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ζήτησε όσα αναφέρονται σ' αυτή. Το Δικαστήριο μετά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αιτούσα, επικαλούμενη με την αίτησή της ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, ζητεί τη διευθέτησή τους από το δικαστήριο κατά το προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αίτηση εισάγεται αρμόδια ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 Ν.3869/2010). Για το παραδεκτό της προσκομίζονται νόμιμα οι προβλεπόμενες από την §2 του άρθρου 4 του Ν.3869/2010: α) βεβαίωση αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού (βλ. την από 10-3-2011 βεβαίωση του δικηγόρου Αθηνών Πάρι Αναστασάκου) και β) υπεύθυνη δήλωση της αιτούσας με ημερομηνία κατάθεσης 22-3-2011 για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων της περιουσίας και των εισοδημάτων της, των πιστωτών της και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα καθώς και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων της κατά την τελευταία τριετία. Εξάλλου από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία, προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη σχετική αίτηση της αιτούσας, ούτε έχει εκδοθεί προγενεστέρως απόφαση για ρύθμιση και απαλλαγή από τις οφειλές της (άρθρο 13§2 Ν.38769/2010).

Η κρινόμενη αίτηση, στην οποία περιλαμβάνονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία του άρθρου 4§1 Ν.3869/2010, είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών των καθών και είναι νόμιμη διότι στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 8, 9 και 11 του ιδίου ως άνω νόμου. Εφόσον δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ της αιτούσας και των πιστωτών της, πρέπει η αίτηση να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της αιτούσας που δόθηκε στο ακροατήριο και περιλαμβάνεται στα με ίδιο αριθμό πρακτικά της παρούσας, τα έγγραφα που προσκομίζουν επικαλούνται οι διάδικοι, όσα επικαλέστηκαν προφορικά  και γραπτά οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα:

Η αιτούσα Ν.Α., κάτοικος Α.Αττικής, είναι υπάλληλος της εταιρείας «.............» με μηνιαίο εισόδημα που κατά τη διάρκεια του έτους 2011 ανέρχεται στο ποσό των 1.055 € (βλ. προσκομιζόμενη βεβαίωση αποδοχών σε συνδυασμό με τον υπολογισμό δώρων και επιδόματος αδείας). Η αιτούσα έχει περιέλθει χωρίς δική της υπαιτιότητα σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της, οι οποίες δεν έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν από την υποβολή της υπό κρίση αίτησης, θεωρούνται δε με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης αυτής. Πιστωτές της είναι οι παρακάτω προς τους οποίους αυτή έχει τις εξής αντίστοιχα οφειλές: 1) Τράπεζα A.B.ΑΕ: α) από τη με αριθμό 1887441 σύμβαση δανείου ποσού 16.926,19 € β) από την με αριθμό 200807095180000 σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 3.054,46 €, γ) από την με αριθμό 200606225140000 σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 482,13 € και δ) από την με αριθμό 200707135341000 σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 277,60 €, ήτοι συνολικά 20.740,38 € 2) Τράπεζα ΕΘΝΙΚΗ: α) από την με αριθμό 4217793375 σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσού 2.690,98 €, β) από την με αριθμό 4217594097 σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσού 1.392,70 €, ήτοι συνολικά 4.083,68 €. Έτσι οι συνολικές οφειλές της αιτούσας προς τους πιστωτές της ανέρχονται στο ποσό των 24.824,06 €.

Η αιτούσα είναι διαζευγμένη (βλ. το με αριθμ.πρωτ.215/2010 διαζευκτήριο του Μητροπολίτη Ν.Σ.) και διαμένει σε μισθωμένο διαμέρισμα με μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 350 € (βλ. το από 11-6-2009 μισθωτήριο). Έχει ένα γιό, ηλικίας 22 ετών, ο οποίος μένει μαζί της, εργάζεται και μπορεί να συνεισφέρει στην κάλυψη των οικογενειακών δαπανών. Η αιτούσα έχει στην κυριότητα της ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος 74,03 τ.μ. στη Δ.Αττικής, οδός Δ.αρ.. με έτος κατασκευής το 1965, που η αξία του ανέρχεται στο ποσό των 8.241,75 € σύμφωνα με το ΕΤΑΚ 2009. Δεν διαθέτει άλλη ιδιόκτητη οικία, ούτε κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο ή καταθέσεις σε τράπεζες ενώ το ποσό που είναι αναγκαίο να δαπανάται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών ανέρχεται σε 805 €. Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, τα περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας δεν είναι επαρκή για την ικανοποίηση των πιστωτριών τραπεζών, δεδομένου ότι η εκποίηση του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της ήτοι του ποσοστού 18,75% του προαναφερομένου διαμερίσματος δεν θα προκαλέσει ιδιαίτερο αγοραστικό ενδιαφέρον αλλά ούτε και θα αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών της αιτούσας, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης. Συνεπώς το Δικαστήριο πρέπει να προβεί σε ρύθμιση μηνιαίων καταβολών από τα εισοδήματα της για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών προς μερική εξόφληση των οφειλών της. Η κάθε μηνιαία καταβολή πρέπει να οριστεί στο ποσό των 250 € σε 48 μηνιαίες άτοκες δόσεις (άρθρο 6§3 του Ν.), ενώ η ίδια η αιτούσα προτείνει το ποσό των 208,35 €. Ειδικότερα στην τραπεζική εταιρία «A.B. ΑΕ» της οποίας η συνολική απαίτηση ανέρχεται σε ποσοστό 83,55% επί του συνόλου των απαιτήσεων η αιτούσα θα είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει μηνιαίως για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών το ποσό των διακοσίων εννέα (209) €. Στην τραπεζική εταιρία «Ε. ΑΕ» της οποίας η συνολική απαίτηση ανέρχεται σε ποσοστό 16,45% επί του συνόλου των απαιτήσεων η αιτούσα θα είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει μηνιαίως για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών το ποσό των σαράντα ενός (41) €.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η αίτηση που κρίνεται να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατά την ουσιαστική της πλευρά και να ρυθμιστούν οι αναφερόμενες στην αίτηση οφειλές της αιτούσας, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Η απαλλαγή της από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι των πιστωτριών της θα επέλθει σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 11§1 Ν. 3869/2010). Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8§6 του Ν.3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων. Δέχεται εν μέρει την αίτηση. Καθορίζει τις μηνιαίες επί μία τετραετία καταβολές της αιτούσας προς τις πιστώτριες της στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) €, το οποίο θα διανέμεται συμμετρικά μεταξύ τους κατά τα ποσά που αναφέρονται στο σκεπτικό και θα καταβάλλεται μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον πρώτο μετά τη δημοσίευση της απόφασης μήνα. Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2012.