3/2012: ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ



       Αριθμός απόφασης                       
                          3/Φ165/2012
                 
             ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Δωροθέα Μπούγα, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Κωνσταντίνα Βασιλείου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1 Σεπτεμβρίου 2011, για να δικάσει μεταξύ:

Της αιτούσας: Σ.Ν.του Δ., κατοίκου Δ. Αττικής, οδός Δ.αρ...., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Πάρι Αναστασάκου, συμπαριστάμενης και της ασκούμενης δικηγόρου Σεμέλης Πουρνάρα.

Των μετεχόντων στη δίκη πιστωτών οι οποίοι κατέστησαν διάδικοι μετά τη νόμιμη κλήτευσή τους και παρίστανται ως εξής:

1) τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «M.E. ΒΑΝΚ ΑΕ» που εδρεύει στη ..........και διατηρεί υποκατάστημα στη ..........., οδός ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Μ.Μ., 2) τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «A. BANK ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ......αρ.... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Α.Κ., 3) τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ . ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός .......... αρ....και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ε.Γ., 4) τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «..... 
...............
ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ......αρ..και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ν.Μ. και 5) τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Ε.ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα,  οδός .......... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γ.Ε.

Η αιτούσα με την από 11-3-2011 αίτηση της εκούσιας δικαιοδοσίας, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης 165/22-3-2011, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ζήτησε όσα αναφέρονται σ' αυτή.

Το Δικαστήριο μετά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αιτούσα, επικαλούμενη με την αίτησή της ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, ζητεί τη διευθέτησή τους από το δικαστήριο κατά το προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αίτηση εισάγεται αρμόδια ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 Ν.3869/2010). Για το παραδεκτό της προσκομίζονται νόμιμα οι προβλεπόμενες από την παρ.2 του άρθρου 4 του Ν.3869/2010 α) βεβαίωση αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού (βλ. την από 10-3-2011 βεβαίωση του δικηγόρου Αθηνών Πάρι Αναστασάκου) και β) η από 8-3-2011 υπεύθυνη δήλωση της αιτούσας με ημερομηνία κατάθεσης 22-3- 2011 για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων της περιουσίας και των εισοδημάτων της, των πιστωτών της και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα καθώς και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων της κατά την τελευταία τριετία. Εξάλλου από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία, προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη σχετική αίτηση της αιτούσας, ούτε έχει εκδοθεί προγενεστέρως απόφαση για ρύθμιση και απαλλαγή από τις οφειλές της (άρθρο 13 παρ.2 Ν.38769/2010).

Η κρινόμενη αίτηση, στην οποία περιλαμβάνονται απαραίτητα στοιχεία του άρθρου 4 παρ. 1 Ν.3869/2010, είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών των καθών και είναι νόμιμη διότι στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 8, 9 και 11 του ιδίου ως άνω νόμου. Εφόσον δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ της αιτούσας και των πιστωτών της, πρέπει η αίτηση να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.

Ο ισχυρισμός των πιστωτών ότι η αιτούσα εκ δόλου περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής, διότι απέκρυπτε από τους δανειστές της την κακή της οικονομική κατάσταση και την αδυναμία της να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρεώσεως, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από τον δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας από τους πιστωτές. Δεν εξειδικεύονται, λοιπόν στην ένσταση οι συγκεκριμένες ενέργειες, με τις οποίες η αιτούσα απέκρυψε από τους πιστωτές της την οικονομική της κατάσταση και το σύνολο των δανειακών της υποχρεώσεων, προκειμένου να τύχει περαιτέρω δανεισμού, δεδομένου ότι οι πιστωτές (τράπεζες εν προκειμένω) έχουν την δυνατότητα, εκτός από την έρευνα των οικονομικών στοιχείων του αιτουμένου το δάνειο, μέσω εκκαθαριστικού σημειώματος ή βεβαίωσης αποδοχών, να διαπιστώσουν και τις τυχόν δανειακές του υποχρεώσεις σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα και την εν γένει οικονομική του συμπεριφορά (ύπαρξη ακάλυπτων επιταγών, κατασχέσεων κλπ.), μέσω του συστήματος «Τειρεσίας» (σύστημα οικονομικής συμπεριφοράς και σύστημα συγκέντρωσης κινδύνων).

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της αιτούσας που δόθηκε στο ακροατήριο και περιλαμβάνεται στα με ίδιο αριθμό πρακτικά της παρούσας, τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, όσα επικαλέστηκαν προφορικά και γραπτά οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα:

Η αιτούσα Ν.Σ., κάτοικος Δ.Αττικής, είναι υπάλληλος της εταιρείας «............» με μηνιαίο εισόδημα που κατά τη διάρκεια του έτους 2011 ανέρχεται στο ποσό των 1.270 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενη βεβαίωση αποδοχών σε συνδυασμό με τον υπολογισμό δώρων και επιδόματος αδείας). Η αιτούσα έχει περιέλθει χωρίς δική της υπαιτιότητα σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της, οι οποίες δεν έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν από την υποβολή της υπό κρίση αίτησης, θεωρούνται δε με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης αυτής. Πιστωτές της είναι οι παρακάτω προς τους οποίους αυτή έχει τις εξής αντίστοιχα οφειλές: 1) Τράπεζα M. E. ΑΕ: α) από την με αριθμό 8010624000605 σύμβαση πιστωτικής κάρτα ποσού 331,53 € και β) από την με αριθμό 4940620013948 χορήγησης πιστωτικής κάρτας ποσού 12.727,34 € ήτοι συνολικά 13.058,87 € μέχρι την 29-3-2011 (ημερομηνία κοινοποίησης της κρινόμενης αίτησης), 2) Τράπεζα A. BANK ΑΕ: α) από τη με αριθμό 1974465 σύμβαση δανείου ποσού 11.063,37 €, β) από την με αριθμό 200712145128000 σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 364,72 €, γ) από την με αριθμό 200504112000000 σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 299,41 €, ήτοι συνολικά 11.727,5 €, 3) Τράπεζα Π. ΑΕ: α) από τη με αριθμό 4908450411787023 σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 12.962,42 € και β) από τη με αριθμό 5100530369808005 σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 12.813,03 €, ήτοι συνολικά 25.775,45 € μέχρι την 29-3-2011 (ημερομηνία κοινοποίησης της κρινόμενης αίτησης), 4) Τράπεζα E.E.ΑΕ: α) από τη με αριθμό 601976080 6999012 σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 13.628,82 €, β) από τη με αριθμό 6019760900606869 σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 1.490,89 €, γ) από τη με αριθμό 4063010025493490 σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 1.754,47 €, δ) από τη με αριθμό 4792730674877010 σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 4.117,33 €, ε) από τη με αριθμό 5458651082682622 σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 3.405,95 € και στ) από τη με αριθμό 002691109605219680 σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσού 5.741,95 €, ήτοι συνολικά 30.139,41 €, 5) Τράπεζα Ε: α) από την με αριθμό 4917910004952069 σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 2.612,78 €, β) από την με αριθμό  5278900010884786 σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 11.318,64 € και γ) από τη με αριθμό 6773110047780910 σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 2.173,93 €, ήτοι συνολικά 16.105,35 €, μέχρι την 29-3-2011 (ημερομηνία κοινοποίησης της κρινόμενης αίτησης). Έτσι οι συνολικές οφειλές της αιτούσας προς τους πιστωτές της ανέρχονται στο ποσό των 96.806,58 €.

Η αιτούσα είναι διαζευγμένη (βλ. το με αριθ.πρωτ.15062/2010 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Δ) και έχει μία ενήλικη κόρη ηλικίας 26 ετών, από την οποία φιλοξενείται σε διαμέρισμα της οδού Δ.αρ... στη Δ.και η οποία εργάζεται και μπορεί να συνεισφέρει στην κάλυψη των οικογενειακών δαπανών. Η αιτούσα είχε στην κυριότητα της ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου του προαναφερομένου διαμερίσμα­τος 74,03 τ.μ. στη Δ.Αττικής, το οποίο μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στη κόρη  της Α.Κ. δυνάμει του με αριθμό 5395/2010 συμβολαίου του συμβ/φου Αθηνών Σ.Α. αντικειμενικής αξίας 8.657,35 €. Δεν διαθέτει άλλη ιδιόκτητη οικία, ούτε κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο, ούτε καταθέσεις σε τράπεζες ενώ το ποσό που είναι αναγκαίο να δαπανάται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών ανέρχεται σε 600 €. Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, τα περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας δεν είναι επαρκή για την ικανοποίηση των πιστωτριών τραπεζών.

Συνεπώς το Δικαστήριο πρέπει να προβεί σε ρύθμιση μηνιαίων καταβολών από τα εισοδήματα της για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών προς μερική εξόφληση των οφειλών της και με δεδομένο ότι κατά τη διάρκεια του 2010 η αιτούσα προέβη σε μεταβίβαση του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου που είχε στην κόρη της, η κάθε μηνιαία καταβολή πρέπει να οριστεί στο ποσό των 670 € σε 48 μηνιαίες άτοκες δόσεις (άρθρο 6§3 του Ν.3869/10), ενώ η ίδια αναφέρει ότι μπορεί να διαθέτει το ποσό των 380,61 €. Ειδικότερα στην τραπεζική εταιρία «M.E.ΑΕ» της οποίας η συνολική απαίτηση ανέρχεται σε ποσοστό 13,49% επί του συνόλου των απαιτήσεων η αιτούσα θα είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει μηνιαίως για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών το ποσό των ενενήντα (90) €. Στην τραπεζική εταιρία «A.B.ΑΕ» της οποίας η συνολική απαίτηση ανέρχεται σε ποσοστό 12,11% επί του συνόλου των απαιτήσεων η αιτούσα θα είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει μηνιαίως για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών το ποσό των ογδόντα ενός (81) €. Στην τραπεζική εταιρία «Π..ΑΕ» της οποίας η συνολική απαίτηση ανέρχεται σε ποσοστό 26,63% επί του συνόλου των απαιτήσεων η αιτούσα θα είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει μηνιαίως για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών το ποσό των εκατόν εβδομήντα εννέα (179) €. Στην τραπεζική εταιρία «E.E.ΑΕ» της οποίας η συνολική απαίτηση ανέρχεται σε ποσοστό 31,13% επί του συνόλου των απαιτήσεων η αιτούσα θα είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει μηνιαίως για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών το ποσό των διακοσίων οκτώ (208) €. Τέλος στην τραπεζική εταιρία «Ε. ΑΕ» της οποίας η συνολική απαίτηση ανέρχεται σε ποσοστό 16,64% επί του συνόλου των απαιτήσεων η αιτούσα θα είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει μηνιαίως για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών το ποσό των εκατόν δώδεκα (112) €.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η αίτηση που κρίνεται να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατά την ουσιαστική της πλευρά και να ρυθμιστούν οι αναφερόμενες στην αίτηση οφειλές της αιτούσας, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Η απαλλαγή της από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι των πιστωτριών της θα επέλθει σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 11§1 Ν. 3869/2010). Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8§6 του Ν.3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων. Δέχεται εν μέρει την αίτηση. Καθορίζει τις μηνιαίες επί μία τετραετία καταβολές της αιτούσας προς τις πιστώτριες της στο ποσό των εξακοσίων εβδομήντα (670) €, το οποίο θα διανέμεται συμμετρικά μεταξύ τους κατά τα ποσά που αναφέρονται στο σκεπτικό και θα καταβάλλεται μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον πρώτο μετά τη δημοσίευση της απόφασης μήνα.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2012.