90/2011: ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

 

Αριθμός απόφασης

90/Φ96/2011

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Δωροθέα Μπούγα, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Δέσποινα Μαυρίδου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 14 Ιουνίου 2011, για να δικάσει μεταξύ:

Της αιτούσας Α.Π. του Β. κατοίκου Καισαριανής Αττικής, οδός Κ. αρ.. η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Πάρι Αναστασάκου.

Των μετεχόντων στη δίκη πιστωτών οι οποίοι κατέστησαν διάδικοι μετά τη νόμιμη κλήτευση τους και παρίστανται ως εξής: 1) τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Ε.ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γ.Ε. και 2) τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Ε.Ε», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Π.Μ.

Η αιτούσα με την από 23-2-2011 αίτηση της εκούσιας δικαιοδοσίας, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης 96/28-2-2011, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ζήτησε όσα αναφέρονται σ' αυτή.

Το Δικαστήριο μετά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αιτούσα, επικαλούμενη με την αίτηση της ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, ζητεί τη διευθέτηση τους από το δικαστήριο κατά το προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αίτηση εισάγεται αρμόδια ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 Ν.3869/2010). Για το παραδεκτό της προσκομίζονται νόμιμα οι προβλεπόμενες από την παρ.2 του άρθρου 4 του Ν.3869/2010 α) βεβαίωση αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού (βλ. την από 21-2-2011 βεβαίωση του δικηγόρου Αθηνών Πάρι Αναστασάκου) και β) υπεύθυνη δήλωση της αιτούσας με ημερομηνία 25-2-2011 για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων της περιουσίας και των εισοδημάτων της, των πιστωτών της και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα καθώς και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων της κατά την τελευταία τριετία. Εξάλλου από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία, προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη σχετική αίτηση της αιτούσας, ούτε έχει εκδοθεί προγενεστέρως απόφαση για ρύθμιση και απαλλαγή από τις οφειλές της (άρθρο 13 παρ.2 Ν.38769/2010).

Η κρινόμενη αίτηση, στην οποία περιλαμβάνονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία του άρθρου 4 παρ.1 Ν.3869/2010, είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτόμενης ως αβασίμου της σχετικής ένστασης αοριστίας της πιστώτριας τράπεζας και είναι νόμιμη διότι στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 8, 9 και 11 του ιδίου νόμου. Εφόσον δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ της αιτούσας και των πιστωτών της, πρέπει η αίτηση να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της.

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος της αιτούσας που περιλαμβάνεται στα με ίδιο αριθμό πρακτικά της παρούσας, τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, όσα επικαλέστηκα προφορικά και γραπτά οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα: Η αιτούσα Α.Π. του Β., κάτοικος Καισαριανής Αττικής, είναι άνεργη, ενώ από τις 3-5-2010 έχει εγγραφεί στα μητρώα του ΟΑΕΔ και έχει εφοδιαστεί με τη σχετική κάρτα ανεργίας. Είναι έγγαμη και διαμένει σε ιδιόκτητο διαμέρισμα μαζί με το σύζυγο της, ο οποίος είναι συνταξιούχος και λαμβάνει μηνιαία σύνταξη αναπηρίας (ποσοστό 67%) ποσού 589,21 ευρώ, το δε ετήσιο οικογενειακό εισόδημα τους ανέρχεται στο ποσό των 9.633 ευρώ (βλ. φορολογική δήλωση οικ. έτους 2010). Όπως δε κατέθεσε ο μάρτυρας - γαμπρός της στο ακροατήριο, η αιτούσα συντηρείται και με την οικονομική βοήθεια των αδελφών της και επομένως από το προαναφερόμενο οικογενειακό εισόδημα της μπορεί να διαθέσει το ποσό των 110 ευρώ, για την κάλυψη των χρηματικών οφειλών της, δεδομένου ότι η ίδια προσδιορίζει το ποσό που μπορεί να διαθέσει σε 95 ευρώ, απομένοντας το υπόλοιπο για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ίδιας και του συζύγου της.

Η αιτούσα έχει περιέλθει χωρίς δική της υπαιτιότητα σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της, οι οποίες δεν έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν από την υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Πιστωτές της αιτούσας είναι οι παρακάτω προς τους οποίους αυτή έχει τις εξής αντίστοιχα οφειλές: 1) Τράπεζα Ε.: α) από την με αριθμό 4917910003658881 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας ποσού 91,29 ευρώ, με τους τόκους μέχρι την κοινοποίηση της αίτησης την 9-3-2011, β) από την με αριθμό 4917910015584976 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας ποσού 0,26 ευρώ, με τους τόκους μέχρι την κοινοποίηση της αίτησης την 9-3-2011, γ) από την με αριθμό 4223777483 σύμβαση καταναλωτικής πίστης ποσού 21.050,70 ευρώ, με τους τόκους μέχρι την κοινοποίηση της αίτησης την 9-3-2011, ήτοι συνολικά 21.142,75 ευρώ. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι οι οφειλές της αιτούσας από τις με αριθμό 5278900109169222 και 6773110021112510 συμβάσεις χορήγησης πιστωτικών καρτών ύψους 92,50 ευρώ και 28,66 ευρώ αντίστοιχα που εμφαίνονται στην αναλυτική κατάσταση οφειλών που επικαλείται η αιτούσα, έχουν εξοφληθεί, όπως αυτό ομολογεί η καθ' ης πιστώτρια τράπεζα, 2) Τράπεζα E.E. από το με αριθμό 0026911096069003 καταναλωτικό δάνειο ποσού 21.200 ευρώ, με τους τόκους μέχρι την κοινοποίηση της αίτησης την 9-3-2011. Έτσι οι συνολικές οφειλές της αιτούσας προς τους πιστωτές της ανέρχονται στο ποσό των 42.342,75 ευρώ. Η αιτούσα είναι κυρία ενός διαμερίσματος, εμβαδού 41 τμ, που βρίσκεται στο υπόγειο της πολυκατοικίας της οδού Κ. αρ.. στην Καισαριανή Αττικής, έτους κατασκευής 1965 το οποίο αποτελεί και την κύρια κατοικία της ιδίας και του συζύγου της. Η εμπορική αξία του ακινήτου αυτού, λαμβανομένων υπόψη των σημερινών συνθηκών, της θέσης αυτού και της παλαιότητας της πολυκατοικίας ανέρχεται στο ποσό των 20.000 ευρώ. Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, τα περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας δεν είναι επαρκή για την ικανοποίηση των πιστωτριών τραπεζών, συνεπώς το Δικαστήριο πρέπει να προβεί σε ρύθμιση μηνιαίων καταβολών από τα εισοδήματα της για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών προς μερική εξόφληση των οφειλών της. Η κάθε μηνιαία καταβολή πρέπει να οριστεί στο ποσό των 110 ευρώ σε 48 μηνιαίες άτοκες δόσεις (άρθρο 6 παρ.3 του ν.3869/2010). Ειδικότερα στην Ε.Τ. της οποίας η συνολική απαίτηση ανέρχεται σε ποσοστό 49,93% επί του συνόλου των απαιτήσεων η αιτούσα θα είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει μηνιαίως για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών το ποσό των πενήντα τεσσάρων ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (54,93) ευρώ. Στην τράπεζα E.E. ΑΕ της οποίας η συνολική απαίτηση ανέρχεται σε ποσοστό 50,07% επί του συνόλου των απαιτήσεων η αιτούσα θα είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει μηνιαίως για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών το ποσό των πενήντα πέντε ευρώ και επτά λεπτών (55,07) ευρώ. Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της τετραετίας κάθε πιστώτρια θα έχει λάβει τα εξής ποσά: α) Η Ε.τράπεζα 2.636,43 ευρώ, με υπόλοιπο οφειλής 18.506,11 ευρώ και β) η τράπεζα E.E. ΑΕ 2.643,36 ευρώ, με υπόλοιπο οφειλής 18.556,64 ευρώ. Συνολικά δε η αιτούσα θα έχει καταβάλλει στις καθ' ων το ποσό των 5.280 ευρώ ενώ απομένει ανεξόφλητο το ποσό των 37.062,75 ευρώ. Η αιτούσα προβάλλει σχετικό αίτημα εξαίρεσης της κατοικίας της από την εκποίηση. Έτσι η ρύθμιση αυτή θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010, εφόσον με τις καταβολές επί τετραετία της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών της αιτούσας. Με βάση δε τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ.2 εφόσον το υπόλοιπο του χρέους του οφειλέτη μετά τις καταβολές της τετραετίας (άρθρο 8 παρ.2) υπερβαίνει το ποσό του 85% της εμπορικής αξίας της κατοικίας του, το δικαστήριο θα ρυθμίσει το χρέος ίσο με το ποσό του 85% της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας και θα απαλλαγεί του πέραν του 85% του ποσού, ενώ εάν τα υπόλοιπα των χρεών του είναι μικρότερα του 85% θα υποχρεωθεί σε καταβολές μέχρι το ύψος αυτού, του ποσού. Στην προκειμένη περίπτωση το 85% της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας της αιτούσας ανέρχεται σε 17.000 ευρώ (20.000 ευρώ η εμπορική αξία της κύριας κατοικίας Χ 85%). Το υπόλοιπο των χρεών της αιτούσας ανέρχεται σε 37.062,75 ευρώ που είναι μεγαλύτερο του 85% της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας της και επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, το χρέος πρέπει να ρυθμιστεί ίσο με το ποσό του 85% ήτοι μέχρι 17.000 ευρώ. Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το νόμο εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με σταθερό επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, ο χρόνος δε τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης του ποσού αυτού, πρέπει να οριστεί σε δέκα χρόνια. Το ποσό που θα καταβάλλει η αιτούσα, στα πλαίσια αυτής της ρύθμισης, θα ανέρχεται στο ποσό των 142 ευρώ μηνιαίως (17.000: 120 (10 Χ 12 μήνες) = 142, οι δε μηνιαίες δόσεις θα αρχίσουν να καταβάλλονται τέσσερα χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, καθόσον κρίνεται ότι στην αιτούσα πρέπει να παρασχεθεί περίοδος χάριτος διάρκειας τεσσάρων ετών. Με τις καταβολές αυτές θα ικανοποιηθούν συμμέτρως οι απαιτήσεις των πιο πάνω τραπεζών, καθόσον καμία απ' αυτές δεν είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη και συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση προνομιακής ικανοποίησης κάποιας απ' αυτές (άρθρο 9 παρ.2). Ειδικότερα στην πρώτη των καθ' ων Ε.Τ. με υπόλοιπο απαίτησης 18.506,11 ευρώ, η αιτούσα υποχρεούται να καταβάλλει για χρονικό διάστημα 120 μηνών (10 χρόνια Χ 12) το ποσό των 71 ευρώ. Στην δεύτερη E.E. ΑΕ με υπόλοιπο απαίτησης 18.556,64 ευρώ, θα καταβληθεί το ποσό των 71 ευρώ το μήνα και επί 120 μήνες.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η αίτηση που κρίνεται να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατά την ουσιαστική της πλευρά και να ρυθμιστούν τα χρέη της αιτούσας, εξαιρουμένης της εκποίησης της κύριας κατοικίας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Η απαλλαγή της από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι των πιστωτών της, θα επέλθει σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 11 παρ.1 ν.3869/2010) μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων, που της επιβάλλονται με την απόφαση αυτή με σκοπό την απαλλαγή της με την τήρηση των όρων της ρύθμισης. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.6 του Ν.3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται εν μέρει την αίτηση.

Καθορίζει τις μηνιαίες επί μία τετραετία καταβολές της αιτούσας προς τους πιστωτές της στο ποσό των εκατόν δέκα (110) ευρώ, το οποίο θα διανέμεται συμμετρικά μεταξύ τους κατά τα ποσά που αναφέρονται στο σκεπτικό και το οποίο θα καταβάλλεται μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον πρώτο μετά τη δημοσίευση της απόφασης μήνα.

Εξαιρεί της εκποίησης την κύρια κατοικία της αιτούσας, δηλαδή την κατοικία, εμβαδού 41 τ.μ., που βρίσκεται στην Καισαριανή Αττικής, οδός Κ. αρ....

Επιβάλλει στην αιτούσα την υποχρέωση να καταβάλλει για τη διάσωση της κατοικίας της το συνολικό ποσό των δέκα επτά χιλιάδων (17.000 ευρώ), που θα καταβληθεί, σε μηνιαίες καταβολές ποσού εκατόν σαράντα δύο (142) ευρώ, το οποίο θα διανέμεται συμμέτρως μεταξύ των πιστωτών της και ειδικότερα στη τράπεζα Ε. θα καταβάλλει το ποσό των εβδομήντα ενός (71) ευρώ το μήνα και επί 120 μήνες και στην τράπεζα E.E. ΑΕ το ποσό των εβδομήντα ενός (71) ευρώ το μήνα και επί 120 μήνες. Οι καταβολές αυτές θα είναι έντοκες, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με σταθερό επιτόκιο, που . θα ισχύει κατά το χρόνο αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, θα αρχίσουν την 1η ημέρα του πρώτου μήνα τέσσερα χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης και θα διαρκέσουν επί μία δεκαετία.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 29 Σεπτεμβρίου 2011.