2523/2007 ΜΠΑ: ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ - ΔΑΝΕΙΑ

 

 

Αριθμός 2523/2007

TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τον Αναστάσιο Σάββα, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως .του Πρωτοδικείου και από το Γραμματέα Ηλία Ηλιάδη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 1 Φεβρουαρίου 2007, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

Του ενάγοντος: .....του ........, κατοίκου Αρτεσιανού Καρδίτσας, παραστασάς μετά της πληρεξουσίου δικηγόρου Ευανθίας Στεφανέα.                                                                                                  

Της εναγόμενης: Ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, παραστασάσης δια του πληρεξουσίου δικηγόρου ....................

Ο ενάγων ζητά να γίνει δεκτή η από 22/6/05 αγωγή του, που κατατέθηκε με αύξοντα αριθμό κατάθεσης δικογράφου ......./2005, (κατά της εναγομένης, τακτικής διαδικασίας) η οποία προσδιορίστηκε για τη (σημερινή) δικάσιμο που αναφέρει στην αρχή η παρούσα και γράφτηκε στο πινάκιο (με αριθμό πινακίου Η4/18)

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

...... Ειδικότερα δε κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 Ν. 2912/2001, η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβεί το παρακάτω αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαιτήσεως, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί (προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών) κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος αυτών. Προκειμένου για οφειλές από συμβάσεις δανείων στη βάση υπολογισμού του προηγούμενου εδαφίου δεν περιλαμβάνονται τόκοι από ανατοκισμό. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 Ν. 3259/2004 ....Το άρθρο 30 Ν. 2789/2000, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 Ν. 2873/2000 και με το άρθρο 42 Ν. 2912/2001, εγκαθίδρυσε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για την επαναρρύθμιση των προς αυτά οφειλών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν καταγγελθεί ή λήξει έως και την 31/12/2000, ώστε η εκάστοτε προς αυτά συνολική οφειλή να μην υπερβαίνει ορισμένα πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος των κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων, πολλαπλάσια που περιοριστικά καθορίζει ο ίδιος ο νόμος (άρθρο 30 παρ. 1 Ν. 2989/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 Ν. 2912/2001). Ο νομοθέτης προκειμένου να επέλθει οριστική επίλυση της υποχρεώσεως των οφειλετών από συσσωρευμένους τόκους και ανατοκισμούς με τις ως άνω διατάξεις κατέστρωσε και καθιέρωσε ένα σύστημα αυτόματου και υποχρεωτικού για τις δανείστριες τράπεζες, περιορισμού των ληξιπρόθεσμων (έως την 31/12/2000) και απαιτητών προς τα πιστωτικά ιδρύματα οφειλών από συνομολογημένα δάνεια και πιστώσεις και συγκεκριμένα με λήψη προς τούτο τριών σταθερών, βέβαιων και εκκαθαρισμένων συντελεστών: Α.1) του ποσού του καταβληθέντος στον οφειλέτη κεφαλαίου του δανείου ή της πιστώσεως, 2) της προσαυξήσεως του για συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) μέχρι ποσοστό κατ'  ανώτατο όριο 50% και 3) πολλαπλασιασμού του προκύπτοντος, μετά την εν λόγω προσαύξηση, ποσού χ4ήχ3ήχ2,ανάλογα με το χρόνο που η οφειλή έχει γίνει ληξιπρόθεσμη και Β) αφαίρεση από το προκύπτον ποσό των οποτεδήποτε και από οποιονδήποτε γενομένων καταβολών.

Εν προκειμένω ο ενάγων εκθέτει ότι δυνάμει των συμβάσεων που σύνηψε με την εναγόμενη, κατά τα ειδικότερα εκτιθεμένα στην αγωγή, έλαβε ως δάνειο για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ως αγρότης, το ποσό των (250.000 δρχ. + 50.000 δρχ. + 1.000.000 δρχ. + 4.000.000δρχ.) πέντε εκατομμυρίων τριακοσίων (5.300.000) δραχμών συνολικά. Ότι προς εξόφληση των δανείων αυτών προέβη στις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή καταβολές. Ότι περαιτέρω, για τον προσδιορισμό της οφειλής του βάσει των διατάξεων των Ν. 2789/2000, 2915/2001 και 3259/2004 υπέβαλε στην εναγομένη τη σχετική αίτηση επί της οποίας (αιτήσεως) η εναγομένη του απήντησε ότι η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή του ανερχόταν, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του Ν. 3259/2004, στο ποσό των 51.251,27. ..       ....Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 361, 874 Α.Κ., 112 Εισ. Ν.Α.Κ., 668 Εμπ. Ν. και 47,64 67 του Ν.Δ/τος της 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών» συνάγεται ότι αλληλόχρεος (ή ανοιχτός ή τρεχούμενος) λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα συμφωνούν με σύμβαση να μη επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένα οι απαιτήσεις, που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να φέρονται σε κοινό λογαριασμό με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβέννυνται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού, που θα γίνεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα, σε τρόπο ώστε να αποτελέσει τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση το κατάλοιπο του λογαριασμού, που τυχόν θα υπάρχει. Βασικό στοιχείο της έννοιας του αλληλόχρεου λογαριασμού είναι η ύπαρξη συμφωνίας υπαγωγής σε κοινό λογαριασμό απαιτήσεων και των δύο μερών, που θα προκύπτουν από τις συναλλαγές τους και συνεπώς, δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός, αν δεν υπάρχει η δυνατότητα τουλάχιστον αποστολών και από τα δύο μέρη. Η ύπαρξη απλώς της δυνατότητας   αυτής   είναι   αρκετή   για   να   υπάρχει   αλληλόχρεος λογαριασμός και είναι αδιάφορο αν πραγματικά έγιναν κατά τη διάρκεια του αποστολές και από τα δύο μέρη ή αν μόνο το ένα από τα μέρη έκανε αποστολές (Α.Π. 79/1995 ΝοΒ 44.628, Α.Π. 1524/1991 ΕλλΔνη 34.313). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 806,807 και 361 Α.Κ. προκύπτει ότι η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ήτοι εκείνη, κατά την οποία ο αντισυμβαλλόμενος προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς τη δανείστρια τράπεζα, καθορισμένες εκ των προτέρων κατά χρόνο και κατά ποσό για την κάλυψη παρασχεθέντος δανείου, είναι δε τελείως διαφορετική από εκείνη του αλληλόχρεου λογαριασμού, οι δε δοσοληψίες από το τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ως από τη φύση τους, δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν με την τήρηση ανοικτού λογαριασμού, αφού δεν είναι απαιτητό από την αρχή το σύνολο του χρέους και για το λόγο αυτό: α) κάθε δόση είναι διακριτή από τις υπόλοιπες και διατηρεί την αυτοτέλεια και ατομικότητα της και δεν είναι δυνατή η παρακολούθηση της ως μέρους ενός ετερογενούς συνόλου, που περιέχει κεφάλαιο και άληκτα χρεωλύσια, αλλά και κονδύλια του ίδιου λογαριασμού, τα οποία προέρχονται από διαφορετικές αιτίες, που επιβάλλουν ανομοιογενή μεταχείριση και β) δεν είναι δυνατό το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού και ο ανά τρίμηνο ανατοκισμός του συνόλου του καταλοίπου, γιατί κάθε δόση του τοκοχρεωλυτικού δανείου περιέχει και άληκτους τόκους, οι οποίοι δεν είναι επιτρεπτό να εκτοκίζονται. Κάθε δε συνομολόγηση, κατά την οποία το τοκοχρεωλυτικό δάνειο θεωρείται ως ανοιχτός λογαριασμός, είναι παράνομη, αφού γίνεται με τον πρόδηλο σκοπό να πορισθεί η τράπεζα έμμεσα και ανεπίτρεπτα ωφελήματα, που παρέχονται από το άρθρο 112 Εισ.Ν.Α.Κ. και ιδίως τον ανά τρίμηνο ανατοκισμό (Εφ.Θεσσαλονίκης 3078/2002 ΔΕΕ 2003.958, Ε.Εμπ.Δ. 2005. 592, Εφ.Αθ. 3345/1999 ΝοΒ 48.54 όπου και περαιτέρω παραπομπές). Τέλος, ο νομικός χαρακτηρισμός της συμβάσεως και η επιλογή των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο αποφαίνεται με βάση τα προτεινόμενα από τους διαδίκους και αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά και είναι αδιάφορη η ονομασία, την οποία έδωσαν στη σύμβαση τα μέρη. Έτσι, σε περίπτωση που προκύπτει από τις αποδείξεις ότι συνήφθη από τα μέρη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν τη σχέση τους ως σύμβαση παροχής δανείου με ανοιχτό λογαριασμό (Α.Π. 1438/1995 ΕλλΔνη 39.588, Α.Π. 79/1995 ό.π. Εφ. Θεσσαλονίκης 3078/2002 ό.π. Εφ.Αθ. 3345/1999 ό.π.).

Σημειωτέων εν προκειμένω, ότι οι αμέσως ανωτέρω συμβάσεις, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εναγομένη (βλ. προτάσεις της) δεν συνιστούν συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού (όπως προαναφέρθηκε, βασικό στοιχείο της έννοιας του αλληλόχρεου λογαριασμού είναι η ύπαρξη συμφωνίας υπαγωγής σε κοινό λογαριασμό απαιτήσεων και των δύο μερών, που θα προκύπτουν από τις συναλλαγές τους και συνεπώς, δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός, αν δεν υπάρχει η δυνατότητα τουλάχιστον αποστολών και από τα δύο μέρη). .... Εν όψει του προαναφερθέντος νόμου 3259/2004 ο ενάγων υπέβαλε σχετική αίτηση ζητώντας τον επαναπροσδιορισμό της οφειλής του σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 1 Ν. 2912/2001 και 39 Ν. 3259/2004. Την οφειλή αυτή η εναγομένη προσδιόρισε στο ποσό των 51.251,37 ευρώ, πλην όμως ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ο εν λόγω επανυπολογισμός δεν έγινε όπως ορίζουν οι  προαναφερόμενες διατάξεις, δηλαδή χωρίς ανατοκισμό τόκων και λοιπές επιβαρύνσεις, ενώ αν γινόταν με τον επιβαλλόμενο από τις παραπάνω διατάξεις τρόπο θα κατέληγε σε (χρεωστικό υπέρ της εναγομένης)  υπόλοιπο ύψους 16.844,45 ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.

Αναβάλλει την έκδοση της οριστικής του αποφάσεως.

Διατάσσει την διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης που θα διεξαχθεί με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων.

Στους υπολογισμούς των επιμέρους κονδυλίων θα πρέπει να υπολογίσει μόνο το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας χωρίς κονδύλιο εξόδων που πραγματοποίησε η εναγομένη και χωρίς τόκους εξ ανατοκισμού ή άλλες -επιβαρύνσεις. Στην συνέχεια η πραγματογνώμονας θα πρέπει να υπολογίσει και το σύνολο των καταβολών που έχουν γίνει από τον ενάγοντα ένα έτος μετά την λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου μέχρι την 9η-5-2001 (ημερομηνία κατά την οποία ίσχυσε η διάταξη του άρθρου 42 Ν. 2912/2001). Η έκθεση που θα συντάξει η πραγματογνώμονας για τα ανωτέρω ζητήματα, στην οποία θα αναφέρονται όλα τα στοιχεία που έλαβε υπ' όψη προκειμένου να σχηματίσει τη γνώμη της, θα πρέπει να κατατεθεί στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την όρκιση της.