1733/2009 ΜΠΑ: ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ - ΔΑΝΕΙΑ

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 1733/2009

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Ηλία Δελαζάνο, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών και την Γραμματέα Αγγελική Μπαρλαμπά.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 26/11/2008, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του ενάγοντος: ...του ....., κατοίκου Κουνουπιδιανών Ακρωτηρίου Χανίων-Κρήτης, τον οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Μαρία Λάππα.

Της εναγομένης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα καI εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησες ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ......

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 29/10/2007 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με αριθμό κατάθεσης ...../2007 προσδιορίστηκε για την παραπάνω αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

                                                       ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 Ν. 3259/2004: «1. ... 5. Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου και προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση. Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το έτος 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία των οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου, η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του έτους 1990 ρύθμιση. (...) Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει».

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 2520/1997 (Φ.Ε.Κ. ΑΊ73/1-9-1997) «Μέτρα για τους νέους αγρότες, σύσταση Οργανισμού Γεωργικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, Κατάρτισης και Απασχόλησης και άλλες διατάξεις», αγρότες για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου είναι οι απασχολούμενοι κατά κύρια απασχόληση με κάθε είδους αγροτική εργασία, των οποίων το εισόδημα από την εργασία αυτή αποτελεί τουλάχιστον το πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικού τους εισοδήματος και οι οποίοι αφιερώνουν τουλάχιστον το ήμισυ του χρόνου τους σε αγροτική δραστηριότητα. ... Από τη διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, συνάγεται ότι οι προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπο κάποιου ώστε να χαρακτηρισθεί αγρότης-πλέον της ενασχολήσεως του με τη γεωργία, κτηνοτροφία, πτηνοτροφία, μελισσοκομία, σηροτροφία, αλιεία και δασοπονία (...) -απαιτούνται μόνον για την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2520/1997 και όχι του Ν. 3259/2004. Για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 5 του άρθρου 39 Ν. 3259/2004 απαιτούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται από αυτήν, δηλαδή ο δανειολήπτης να είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότης, δηλαδή να απασχολείται με μία από τις προαναφερόμενες δραστηριότητες που καλύπτει η ιδιότητα του «αγρότη» και η οφειλή του να είναι σχετική με την επαγγελματική αγροτική του δραστηριότητα (πρβλ. ΕφΘρ 653/2007, δημοσίευση τράπεζας νομικών πληροφοριών Νόμος). .... Περαιτέρω υποστηρίζεται, ότι άνοιγμα πίστωσης είναι η σύμβαση, με την οποία μία τράπεζα αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του πελάτη της (πιστωλήπτη-πιστούχου) να ενισχύσει προσωρινά την αγοραστική δύναμη του για ορισμένο χρονικό διάστημα και σύμφωνα με τη βούληση του έναντι συμφωνημένου χρηματικού ανταλλάγματος (βλ. Κ. Παμπούκη, Τραπεζικαί Πιστωτικαί Συμβάσεις, 1962, σελ. 382 επ.). Επί του ορισμού αυτού παρατηρητέα τα ακόλουθα: α) αντικείμενο του ανοίγματος της πίστωσης μπορούν να είναι κάθε μορφής τραπεζικές πιστωτικές συμβάσεις, όπως για παράδειγμα τα δάνεια, οι προεξοφλήσεις συναλλαγματικών, οι εγγυητικές επιστολές κτλ, β) το αντάλλαγμα για την ετοιμότητα της τράπεζας προς παροχή της πίστωσης-που χαρακτηρίζεται ως προμήθεια ετοιμότητας ή αδρανείας- δεν αποτελεί μεν ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης, μαρτυρεί όμως την αυτοτελή αξία της υπόσχεσης της τράπεζας, αφού οφείλεται και στην περίπτωση ακόμα που δεν εκτελεσθεί η υπόσχεση αυτή, δεν παραχωρηθεί δηλαδή οποιαδήποτε πίστωση στον πελάτη, γ) η σύμβαση ανοίγματος πίστωσης δεν δημιουργεί υποχρέωση του πιστολήπτη πελάτη να ζητήσει τη χορήγηση οποιασδήποτε πίστωσης, ώστε να οφείλει επ' αυτής τόκους ή προμήθειες από του ανοίγματος ήδη της πίστωσης. Σε μία τέτοια περίπτωση θα πρόκειται για απευθείας κατάρτιση πιστωτικής σύμβασης και όχι για σύμβαση ανοίγματος πίστωσης. Εξάλλου, ως προς τη νομική φύση της σύμβασης ανοίγματος πίστωσης, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Από τα στοιχεία της έννοιας της, όπως αποδόθηκε αυτή παραπάνω, συνάγεται ότι η σύμβαση διακρίνεται σαφώς από την ή τις πιστωτικές συμβάσεις στις οποίες μπορεί να αναφέρεται, έχοντας κάποια αυτοτέλεια απέναντι τους. Ταυτόχρονα προκαθορίζει ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων που θα καταρτισθούν στα πλαίσια της, όπως ύψος πιστώσεως και όροι, ώστε να είναι αναπόφευκτη η επιρροή και εξάρτηση του νομικού χαρακτηρισμού από τις συμβάσεις αυτές. Για τους λόγους αυτούς μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί πως το άνοιγμα πίστωσης είναι ιδιόρρυθμη συναινετική σύμβαση, που αποτελεί το γενεσιουργό λόγο της ενοχής για την παροχή πίστωσης και αιτία (causa) της πίστωσης που παρέχεται με την άσκηση του αντίστοιχου διαπλαστικού δικαιώματος του πελάτη, ώστε κατ' αρχήν να εντάσσεται η σύμβαση αυτή στο δίκαιο του δανείου, της εντολής ή της πώλησης, ανάλογα με το νομικό χαρακτηρισμό της πιστωτικής σύμβασης που ακολουθεί, εξαιτίας όμως της ιδιομορφίας και του βασικού πιστωτικού της χαρακτήρα να υπάγεται ειδικά και στις ιδιαίτερες διατάξεις περί δανείου, που ελλείψει άλλων καλούνται να καλύψουν τα κενά στην αντιμετώπιση θεμάτων αρρύθμιστων πιστωτικών συμβάσεων. Στη νομοθεσία μας πάντως, δεν περιλαμβάνεται ιδιαίτερη ρύθμιση της σύμβασης ανοίγματος πίστωσης. Σε αυτήν αναφέρονται αποσπασματικά οι διατάξεις των άρθρων 35, 47 και 64 επ. του ν.δ. της 17.7/13.8.1923, στις οποίες όμως γίνεται λόγος μόνο «περί δανείου (πίστωσης) επ' ανοικτώ λογαριασμό)». Υποστηρίζεται ότι ο όρος υπονοεί το άνοιγμα πίστωσης που συνδυάζεται με σύμβαση τρέχοντος λογαριασμού, ενώ άλλη άποψη ερμηνεύει τον όρο ως συναινετικό δάνειο συνδυασμένο με τρέχοντα λογαριασμό. Ορθότερο φαίνεται-ενόψει τόσο της ratio legis, όσο και της λειτουργίας του τρέχοντος λογαριασμού, που δεν συμβιβάζεται με την εξυπηρέτηση μοναδικής, απλής, αυτοτελούς δανειακής ή άλλης πιστωτικής σύμβασης-να δεχθεί κανείς ότι με τον όρο «δάνειο (πίστωση) επ' ανοικτό λογαριασμό)», εννοείται αφενός μεν με συσταλτική του όρου ερμηνεία το συναινετικό, ανακυκλούμενο (επαναλαμβανόμενο) δάνειο, αφετέρου δε με διασταλτική ερμηνεία και το άνοιγμα πίστωσης, όταν οι συμβάσεις αυτές εξυπηρετούνται ταυτόχρονα με τρέχοντα λογαριασμό. Εξάλλου, από τη γενικότερη θεώρηση των ρυθμίσεων του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 και των επιδιώξεων του νομοθέτη του προκύπτει ότι οι διατάξεις του εφαρμόζονται, παρά τη στενή διατύπωση τους, σε κάθε περίπτωση συναινετικού ως άνω δανείου και ανοίγματος πίστωσης, ακόμα και χωρίς συνύπαρξη τους με σύμβαση τρέχοντος λογαριασμού. Μάλιστα, κατά μία άποψη (Λ. Γεωργακόπουλου, Χρηματιστηριακό και Τραπεζικό δίκαιο, 1999, σελ. 383), ο νόμος δεν αναφέρεται στην πραγματικότητα σε ανοικτό λογαριασμό, αλλά σε σύμβαση ανοίγματος πίστωσης. Από την άλλη πλευρά, δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος περιορισμού της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 47 και 64 επ. μόνο στις περιπτώσεις που οι αντίστοιχες συμβάσεις είναι ασφαλισμένες με ενέχυρο ή υποθήκη, όπως επιβάλλει ως προϋπόθεση το ν.δ., ή μόνο υπέρ "της τράπεζας. Έτσι, αυτές μπορούν να εφαρμοσθούν-ιδίως σε κάθε περίπτωση ανοίγματος πίστωσης ακόμα και υπέρ του πιστολήπτη πελάτη. Περαιτέρω, η σύμβαση ανοίγματος πίστωσης καταρτίζεται μεταξύ τράπεζας και πελάτη με ρητές δηλώσεις βουλήσεως ή ακόμα και σιωπηρά, χωρίς ανάγκη τήρησης ιδιαίτερου τύπου. Το άτυπο της σύμβασης δεν αίρουν οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 50 παρ.1 και 67 του ν. δ/τος, που επιβάλλουν τη σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου για το άνοιγμα της πίστωσης, όταν αυτό ασφαλίζεται με υποθήκη, ή για την τροπή απλού ή χρεωλυτικού ενυπόθηκου δανείου σε (ενυπόθηκο) άνοιγμα πίστωση. Στις περιπτώσεις πράγματι αυτές η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου δ εν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της σύμβασης, αλλά της δυνατότητας μόνο ως προς την εκτέλεση της απαίτησης της τράπεζας κατά την ειδική διαδικασία που προβλέπει το νομοθετικό διάταγμα. Διαγνωστικό στοιχείο της κατάρτισης της σύμβασης είναι ο προσδιορισμός του «πιστωτικού ορίου» που υποδηλοί τη θέληση της τράπεζας να αναλάβει τη σχετική υποχρέωση παροχής πίστωσης. Επειδή δε οι κίνδυνοι που αναλαμβάνει η τράπεζα σταθμίζονται και καλύπτονται συνήθως με επαρκείς ασφάλειες μέχρι του παραπάνω ορίου για οποιαδήποτε μορφή πίστωσης που τυχόν θα επιλέξει ο πελάτης, δεν φαίνεται να είναι απαραίτητος για το κύρος της σύμβασης ο προσδιορισμός και του είδους  της  πίστωσης  που   θα  παρασχεθεί.   Δεν  είναι επίσης αναγκαία και η πρόβλεψη συγκεκριμένης διάρκειας της σύμβασης, εφόσον αυτή μπορεί να καταγγελθεί οποτεδήποτε από τα μέρη. Δυνητικό περιεχόμενο της σύμβασης ανοίγματος είναι και η συμφωνία για την τυχόν ανανέωση της ανοιγμένης πίστωσης μετά από μερική ή ολική επιστροφή της αρχικής, οπότε γίνεται λόγος για ανακυκλούμενη πίστωση. Πολύ συχνά δε στην τραπεζική πρακτική το άνοιγμα πίστωσης συνδυάζεται με τρέχοντα λογαριασμό που από τη φύση του υποδηλοί συμφωνία ανακυκλούμενης πίστωσης. Θα πρέπει να λεχθεί, ότι σύμβαση τρέχοντος λογαριασμού είναι η σύμβαση, με την οποία οι μονομερείς χρηματικές απαιτήσεις που παράγονται από μία βασική, πιστωτική εν προκειμένω, σχέση που συνδέει τα μέρη και οι καταβολές έναντι των απαιτήσεων αυτών χάνουν την αυτοτέλεια τους καθιστάμενες μη απαιτητά κονδύλια πιστώσεως και χρεώσεως ενός ενιαίου λογαριασμού, του οποίου μόνο το υπόλοιπο είναι απαιτητό, που θα προκύψει μετά το πέρας της συμβατικής σχέσης. Όμως προϋποτίθεται ότι η λειτουργία της συμβιβάζεται προς τη λειτουργία του τρέχοντος λογαριασμού. Έτσι, η απλή, μεμονωμένη σύμβαση δανείου ή η εφάπαξ έκδοση εγγυητικής επιστολής ή η προεξόφληση συναλλαγματικής κτλ, δεν μπορούν να συνδυασθούν με τρέχοντα λογαριασμό, αφού ιδίως δημιουργούν μονόπλευρα μεμονωμένη απαίτηση και αποκλείουν τη δυνατότητα δημιουργίας συμψηφισμών προς αντίθετες απαιτήσεις, ή συμψηφισμών απλώς των πολλαπλών αμοιβαίων παροχών μεταξύ των μερών. Ως πίστωση επομένως με τρέχοντα λογαριασμό θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς μονάχα τις περιπτώσεις που ο τρέχων λογαριασμός συνδυάζεται με σύμβαση ανοίγματος πίστωσης ή απλώς με σύμβαση ανακυκλούμενης ή επαναλαμβανόμενης πίστωσης, ιδίως δε συναινετικού δανείου. Στην πράξη βέβαια οι δύο συμβάσεις δεν διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους. Απλώς, όταν πρόκειται για πίστωση και όχι για άνοιγμα πίστωσης με τρέχοντα λογαριασμό, ο πιστολήπτης αναλαμβάνει αμέσως υποχρέωση χρήσης της πίστωσης και η τράπεζα δικαιούται αντίστοιχα να εισπράττει τόκους και προμήθειες επ'αυτής. Μετά τις παρατηρήσεις αυτές διαφωτίζεται και το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου που χρησιμοποιεί συχνά ο νομοθέτης στο ν.δ. της 17.7/13.8.1923 (αλλά και στο ν.δ. 588/48 «περί ελέγχου της πίστεως», δηλαδή του «δανείου (πιστώσεως) επ' ανοικτώ λογαριασμώ». Είναι φανερό ότι κατά την πεποίθηση του νομοθέτη μπορεί και το δάνειο ως μορφή πίστωσης να συνδυάζεται αυτοτελώς, χωρίς προηγούμενη σύμβαση ανοίγματος πίστωσης (όπως άλλωστε και κάθε άλλη πιστωτική σύμβαση) με τρέχοντα λογαριασμό, όταν συμφωνείται με τη μορφή της επαναλαμβανόμενης (ανακυκλούμενης) πίστωσης, δηλαδή εκείνης που δημιουργεί δικαίωμα και υποχρέωση του πελάτη να κάνει χρήση νέας πίστωσης μετά τη μερική ή ολική επιστροφή της παλαιότερης. Επειδή όμως η περίπτωση αυτή είναι ιδιαίτερα επαχθής για τον πελάτη της τράπεζας σε σχέση με τη σύμβαση ανοίγματος πίστωσης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι σε περίπτωση αμφιβολίας θα πρόκειται για άνοιγμα πίστωσης και όχι για επαναλαμβανόμενη πίστωση. Με την πίστωση πάντως με «ανοικτό» λογαριασμό ο πιστολήπτης στην πράξη είτε αποκτά την ευχέρεια να προβαίνει σε διαθέσεις επί του τρέχοντος λογαριασμού του μέχρις ενός συμφωνημένου χρεωστικού ορίου, είτε πιστώνεται απλώς στον τρέχοντα λογαριασμό του το ποσό της χορηγούμενης πίστωσης με ταυτόχρονη χρέωση άλλου ειδικού δανειακού λογαριασμού με το ίδιο ποσό. Χαρακτηριστικό της σχέσης αυτής είναι ότι ο πελάτης μπορεί οποτεδήποτε να κάνει επιστροφές ή νέες αναλήψεις ή να κατευθύνει στον τρέχοντα λογαριασμό εμβάσματα τρίτων προς μείωση του χρεωστικού υπολοίπου. Με την ελαστικότητα αυτή είναι ιδιαίτερα ωφέλιμος για τον πιστολήπτη και κατάλληλος ιδίως για πληρωμές σε σχέσεις γύρου. Η πίστωση με ανοικτό λογαριασμό παρίσταται ως μεικτή σύμβαση, αφού αποτελεί συνδυασμό σύμβασης ανοίγματος πίστωση επαναλαμβανόμενης πίστωσης, σύμβασης τρέχοντος λογαριασμού και κατά τις περιστάσεις σύμβασης γύρου. Εξάλλου, ως προς τη σχέση τρέχοντος (τρεχούμενου) και αλληλοχρέου λογαριασμού, θα πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα: Αλληλόχρεος λογαριασμός, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 112 ΕισΝΑΚ (αλλά και της ΑΚ 874) σημαίνει κατ'ακριβολογία το λογαριασμό, στον οποίο καταχωρούνται «χρέη» (οφειλές)-συνεπώς, με αντίθετη θεώρηση, απαιτήσεις-«αλλήλων», δηλαδή και του ενός και του άλλου μέρους. Με άλλα λόγια, απαιτείται κατά το νόμο αμοιβαιότητα των καταχωρούμενων στο λογαριασμό απαιτήσεων για να υπάρξει δυνατότητα ανατοκισμού. Δεν αρκεί ένας απλός «τρέχων» λογαριασμός, ούτε όμως και ένας απλός «ανοικτός» λογαριασμός τον οποίο συναντά κανείς ως έννοια στις διατάξεις του ν.δ. της 17.7.1923 ή τη διάταξη του άρθρου 1ν.5638/1932 περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό. Πράγματι, μόνο η αμοιβαιότητα των απαιτήσεων και μάλιστα σε σχέσεις μεταξύ εμπόρων - και μόνον κατ'εξαίρεση σε σχέση μεταξύ εμπόρου και μη εμπόρου-μπορεί να αμβλύνει τους φόβους του νομοθέτη για τον ανατοκισμό και την επακόλουθη επιβάρυνση των μερών με μη αντικειμενικά ελέγξιμους τόκους. Επί «αλληλοχρέου» κατά κυριολεξία λογαριασμού ο κίνδυνος είναι αμοιβαίος. Η τυχόν επιβάρυνση με τόκους τόκων αφορά και τη χρεωστική και την πιστωτική στήλη του λογαριασμού. Δεν περιορίζεται, δηλαδή, στο ένα σκέλος, υπέρ του ενός μόνο συμβαλλομένου, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στους εν χρήσει τραπεζικούς τρέχοντες λογαριασμούς. Η αμοιβαιότητα, δηλαδή των απαιτήσεων συνεπάγεται και την αμοιβαιότητα του ανατοκισμού. Αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο εκείνο, που δικαιολογεί προφανώς την παρέκκλιση από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 296 ΑΚ και 111 ΕισΝΑΚ. Διαφορετικά, ουδείς λόγος παρέκκλισης υφίσταται. Ο συμβληθείς σε τρέχοντα λογαριασμό, χωρίς να διαθέτει και ο ίδιος απαιτήσεις προς καταχώρηση, αλλά υποχρεούμενος μόνο σε καταβολές έναντι τ ων μοναδικών απαιτήσεων του άλλου μέρους, σε τίποτε δεν διαφέρει από τον οφειλέτη των παραπάνω προστατευτικών άρθρων. Συνεπώς, στις τραπεζικές συναλλαγές, η συνύπαρξη πιστωτικής σύμβασης με αλληλόχρεο λογαριασμό, στα πλαίσια του οποίου είναι δυνατός ο αυτοδίκαιος εξάμηνος πλέον ανατοκισμός της διάταξης του άρθρου 112 ΕισΝΑΚ, θα είναι μάλλον σπάνια. Μόνον η περίπτωση του συνδυασμού συμβάσεων ανοίγματος πιστώσεως και γύρου προσφέρεται σε ανάπτυξη με αλληλόχρεο λογαριασμό. Βέβαια, οι διαπιστώσεις αυτές δεν πρέπει να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι κάθε άλλη περίπτωση τήρησης τρέχοντος ή τρεχούμενου ή ανοικτού λογαριασμού δεν μπορεί να συνυπάρξει με πιστωτική σύμβαση. Ο τρέχων ή τρεχούμενος λογαριασμός παραέχει μεν τη δυνατότητα πολλών, επαναλαμβανόμενων mfio κάθε πλευρά καταχωρήσεων, όπως και ο αλληλόχρεος, δεν διαθέτει όμως όλα τα στοιχεία του τελευταίου, όπως εμπορική ιδιότητα του ενός ή και των δύο μερών, αμοιβαιότητα καταχωρούμενών απαιτήσεων και-ενδεχομένως- αναγνώριση του υπολοίπου που έχει συμπεριλάβει τόκους προορισμένους για ανατοκισμό. Στη βάση πάντως της συμβατικής ελευθερίας, η λειτουργία και αυτού του λογαριασμού είναι κατά τα λοιπά όμοια με εκείνην του αλληλοχρέου. Δεν παρέχει όμως (κατ' αρχήν) τη δυνατότητα ανατοκισμού. Ο τρεχούμενος λογαριασμός, εφαρμοζόμενος στις τραπεζικές συναλλαγές, όπως ιδίως στις καταθέσεις και τις πιστώσεις, έχει την ίδια με τον αλληλόχρεο λογαριασμό λειτουργία, με εξαίρεση μόνον την δυνατότητα αυτοδίκαιου ανατοκισμού κατά τη διάταξη το άρθρου 112 ΕισΝΑΚ, αφού οι λογαριασμοί αυτοί δεν συνιστούν αλληλόχρεους λογαριασμούς. Οι τρεχούμενοι λογαριασμοί καταθέσεων δεν διαφέρουν εν πολλοίς από τους αντίστοιχους πιστωτικούς λογαριασμούς, αφού και στις δύο περιπτώσεις δημιουργούνται απαιτήσεις από το ένα μόνο συμβαλλόμενο μέρος, ενώ το άλλο υποχρεούται απλώς σε καταβολές έναντι των απαιτήσεων. Από την άλλη πλευρά, ο κατά κυριολεξία «ανοικτός» λογαριασμός είναι εκείνος, στον οποίο καταχωρούνται οι απαιτήσεις του  ενός  πάντα  μέρους,  καθιστάμε