1783/2009 ΠΠΑ: ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ - ΔΑΝΕΙΑ

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

1783/2009

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

  

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Νάκου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Αναστάσιο Αναστασίου, Πρωτοδίκη, Ευτυχία Κατσά Πρωτοδίκη- Εισηγήτρια, και από το Εραμματέα Σωτήριο Κούλα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του ενάγοντος: .....του ...., κατοίκου Καππαδοκικού Καρδίτσας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βωβού.

Της εναγόμενης: Της Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Πανεπιστημίου αριθ. 23) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ........ .........

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 18.07.2007 αγωγή του που κατατέθηκε  στην γραμματεία  του Δικαστηρίου τούτου  με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ...../2007 και Αριθμό Κατάθεσης Δικογράφου ......../2007, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους  

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 47, 64, 67 του Ν.Δ. 17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», 112 Εισ.ΝΑΚ, 668 ΕμπΝ και 361, 436, 438 ΑΚ συνάγεται ότι αλληλόχρεος (ή ανοιχτός ή τρεχούμενος) επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένα οι εκατέρωθεν απαιτήσεις, που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να φέρονται σε κοινό λογαριασμό με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβέννυνται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτό, που θα γίνεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα, με τρόπο ώστε μοναδική μεταξύ τους απαίτηση να αποτελέσει το κατάλοιπο του λογαριασμού, που τυχόν θα υπάρχει. Βασικό στοιχείο της έννοιας του αλληλοχρέου λογαριασμού είναι η ύπαρξη συμφωνίας υπαγωγής σε κοινό λογαριασμό απαιτήσεων και των δύο μερών και συνεπώς δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός, εάν δεν υπάρχει η δυνατότητα, τουλάχιστον, αποστολών και από τα δύο μέρη. Η ύπαρξη απλώς της δυνατότητας αυτής είναι αρκετή για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός και  είναι  αδιάφορο  εάν  πραγματικά έγιναν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του αποστολές και από τα δύο μέρη ή μόνο από το ένα από αυτά. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 και 361 ΑΚ, σαφώς προκύπτει ότι η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ήτοι εκείνη κατά την οποία ο αντισυμβαλλόμενος προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς τη δανείστρια τράπεζα, καθορισμένες εκ των προτέρων κατά, χρόνο και κατά ποσό για την κάλυψη παρασχεθέντος δανείου, είναι τελείως διαφορετική από εκείνη του αλληλόχρεου λογαριασμού, οι δε δοσοληψίες από το τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ως εκ της φύσεως τους, δεν δύνανται να εξυπηρετηθούν με την τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού, αφού δεν είναι απαιτητό από την αρχή το σύνολο του χρέους και για το λόγο αυτό α) κάθε δόση είναι διακριτή από τις υπόλοιπες και διατηρεί την αυτοτέλεια και ατομικότητα της ενώ δεν είναι δυνατή η παρακολούθηση της ως μέρους ενός ετερογενούς συνόλου, που περιέχει κεφάλαια και άληκτα χρεωλύσια, αλλά και κονδύλια του ίδιου λογαριασμού, τα οποία προέρχονται από διαφορετικές αιτίες που επιβάλλουν ανομοιογενή μεταχείριση και β) δεν είναι δυνατό το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού και ο ανά τρίμηνο ανατοκισμός του συνόλου του καταλοίπου, διότι κάθε δόση του τοκοχρεωλυτικού δανείου περιέχει και άληκτους τόκους, οι οποίοι δεν είναι επιτρεπτό να εκτοκίζονται. Κάθε δε συνομολόγηση, κατά την οποία το τοκοχρεωλυτικό δάνειο θεωρείται ως αλληλόχρεος λογαριασμός είναι παράνομη, αφού γίνεται με το σκοπό πορισμού από μέρους της Τράπεζας έμμεσα και ανεπίτρεπτα ωφελήματα που παρέχονται από το άρθρο 112 ΕισΝΑΚ και ιδίως τον ανά τρίμηνο ανατοκισμό. (ΑΠ 79/1995 ΔΕΕ 1995.527, ΝοΒ 1996.628, ΕφΘεσ 3078/2002   ΔΕΕ   2003.958,   ΕφΑθ   3345/1999   ΝοΒ   48.54).

Περαιτέρω, ο νομικός χαρακτηρισμός της συμβάσεως και η επιλογή των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο αποφαίνεται με βάση τα προτεινόμενα από τους διαδίκους και αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά και είναι αδιάφορη η ονομασία, την οποία έδωσαν στη σύμβαση τα μέρη. (ΑΠ 1468/2005 ΕλΔ 67.90, ΑΠ 157/2004 ΕλλΔικ 45.1642, ΑΠ 1261/1993 ΕλλΔικ 36. 131, ΑΠ 121/1981 ΝοΒ 29.1280, ΕΑ 5415/2003 ΕλλΔικ 45.492). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ.1 του Ν.3259/2004 : « 1. ....5. Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση. Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το έτος 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία των οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου, η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του έτους 1990 ρύθμιση. ....12) Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.2789/2000, όπως ισχύει. ....... 

Η εναγομένη, με τις προτάσεις της, .... διατείνεται ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά την ένδικη αγωγή, για το λόγο ότι, δυνάμει των υπ' αριθ. 764/1990 και 846/1999 ρυθμίσεων των οφειλών του, έχει αναγνωρίσει το -ύψος αυτών, χωρίς να έχει προβάλει μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής ουδεμία αντίρρηση, ακόμη κι όταν παρέλαβε την επιστολή της εναγομένης, με την οποία η τελευταία τον ενημέρωνε για το συνολικό ύψος των οφειλών του, στο περιεχόμενο της οποίας, επίσης, δεν προέβαλε καμία εναντίωση. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, και αληθής υποτιθέμενος, δεν δύναται να θεμελιώσει την κατ' άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, καθ' όσον από το χρονικό σημείο κατάρτισης των συμβάσεων ρύθμισης των οφειλών μεταξύ των διαδίκων έως την άσκηση της αγωγής μεσολάβησε η θέση σε ισχύ του ν. 3259/2004 με την οποία παρασχέθηκε σε αυτόν η δυνατότητα επαναπροσδιορισμού της οφειλής του, ενώ καθ' ο μέρος αφορά το δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού του πρέπει να σημειωθεί ότι η απλή παραλαβή της ως άνω αποστολής δεν μπορεί να αποτελέσει άνευ ετέρου αναγνώριση χρέους, ενώ, σε κάθε περίπτωση, εάν ήθελε υποτεθεί ότι ο εν λόγω ισχυρισμός αφορά σε αποδυνάμωση του δικαιώματος του ενάγοντος, ο χρόνος που παρήλθε από την αποστολή αυτής (της επιστολής) μέχρι και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής δεν είναι επαρκής για να θεμελιώσει τέτοιο ισχυρισμό. Πρέπει, επομένως, ο εν λόγω ισχυρισμός να απορριφθεί ως μη νόμιμος.

Από την εκτίμηση των έγγραφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, ... αποδείχθηκαν τα εξής: Για την εξυπηρέτηση των αγροτικών δραστηριοτήτων του ο ενάγων, ο οποίος τυγχάνει αγρότης, κατήρτισε στις Σοφάδες  τις ακόλουθες συμβάσεις  ..... ..... Περαιτέρω, όπως, αποδεικνύεται από προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως υπ' αριθ. 68/18.07.1996 σύμβαση, σύμφωνα με ρητούς όρους αυτής: ..... Με βάση τους ανωτέρω όρους η σύμβαση αυτή αποτελεί σύμβαση δανείου και όχι σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, καθ' όσον δεν προβλέπεται σε αυτή ότι οι εκατέρωθεν χρεοπιστώσεις θα χάνουν την αυτοτέλεια τους και η αξίωση της εναγομένης θα γεννάται από το προκύπτον κατάλοιπο, ο δε αναφερόμενος σε αυτές λογαριασμός για την παρακολούθηση των δανείων έχει την έννοια του απλού δοσοληπτικού λογαριασμού, αφού η τήρηση του λογαριασμού που απεικονίζει, κατά τους κανόνες της λογιστικής, τις εκατέρωθεν τμηματικές παροχές, από τις οποίες οι παροχές του ενός μέρους αποτελούν καταβολές στις από τις παροχές αυτές απαιτήσεις του άλλου, οι οποίες δημιουργούνται εξαιτίας της μη άμεσης τακτοποίηση των δοσοληψιών τους, δεν αποτελεί τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού, αλλά έχει χαρακτήρα απλού δοσοληπτικού λογαριασμού (ΕφΘρ 664/2004 ΔΕΕ 2005.391). Επομένως, με βάση τα ανωτέρω ο σχετικός αγωγικός ισχυρισμός καθ' ο μέρος αφορά την ανωτέρω υπ' αριθ. 68/18.07.1996 σύμβαση πρέπει να γίνει δεκτός και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Περαιτέρω, εν όψει της έκδοσης του προαναφερθέντος νόμου- 3259/2004, ο ενάγων υπέβαλε την από 06.10.2004 αίτησή του προς την εναγομένη με την οποία ζήτησε τον επαναπροσδιορισμό της οφειλής τους σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 39 του ν. 3259/2004. ..... Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και ειδικότερα να αναγνωρισθεί ότι η έννομη σχέση των διαδίκων αναφορικά με την υπ' αριθ. 68/09.12.1996 σύμβαση πίστωσης είναι δάνειο και όχι αλληλόχρεος λογαριασμός και ότι κινήθηκε αυτή με απλό δοσοληπτικό λογαριασμό και όχι με αλληλόχρεο λογαριασμό, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. .....

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

               Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Αναγνωρίζει ότι η έννομη σχέση που συνδέει τους διαδίκους αναφορικά με την υπ' αριθ. 68/09.12.1996 σύμβαση πιστώσεως είναι δάνειο και όχι αλληλόχρεος λογαριασμός.

Αναγνωρίζει ότι η υπ' αριθ. 68/09.12.1996 σύμβαση δυνάμει της οποίας εκταμιεύθηκαν τα βραχυπρόθεσμα δάνεια, κινήθηκε με απλό δοσοληπτικό λογαριασμό και όχι με αλληλόχρεο και ως εκ τούτου η εξεύρεση του υπολοίπου της οφειλής, υπολογίζεται με βάση τα ληφθέντα κεφάλαια και όχι τα λογιστικά υπόλοιπα των λογαριασμών.

Διατάσσει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης που θα διεξαχθεί με την επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων.

Διορίζει πραγματογνώμονα από τον κατάλογο πραγματογνωμόνων ..., ο οποίος, ....  θα αποφανθεί με έγγραφη έκθεση του δεόντως αιτιολογημένη περί του ύψους της πίστωσης που χορηγήθηκε στον ενάγοντα από την εναγομένη με βάση τις υπ' αριθ. 68/1996, 124/1981, 967/1981 συμβάσεις δανείου και την υπ' αριθ. 764/1989 σύμβαση ρύθμισης οφειλών, από την οποία δεν θα ληφθεί υπ' όψιν κατά τον υπολογισμό η ανωτέρω υπ' αριθ. 967/1981 σύμβαση δανείου- προκειμένου να μην υπολογισθεί δύο φορές περί του εάν το υπόλοιπο που προκύπτει είναι χρεωστικό ή πιστωτικό υπέρ του ενάγοντος και σε κάθε περίπτωση ποιο είναι το ύψος αυτού, αφαιρουμένων των καταβολών στις οποίες προέβη ο τελευταίος, υπολογίζοντας αυτό σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 39 παρ. 5 του Ν. 3259/2004 και αφού λάβει υπ' όψιν του ότι η βάση οφειλής στις συμβάσεις δανείου πρέπει να υπολογισθεί με βάση τα ληφθέντα κεφάλαια στο διπλάσιο τους, ενώ στη σύμβαση ρύθμισης πρέπει να υπολογισθεί με βάση τα ληφθέντα κεφάλαια πολλαπλασιασμένα με συντελεστή 1,5 χωρίς να συνυπολογισθούν ποσά που προέρχονται από ανατοκισμό τόκων, εισφορές και λοιπά έξοδα.