2632/2008 ΜΠΑ: ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ - ΔΑΝΕΙΑ

Αριθμός Αποφάσεως 2632/2008

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ελένη Στέργιου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Βασιλική Κατσουρού.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 2 Απριλίου 2008 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγόντων: 1) ...... του ... και 2) .......... του ...., κατοίκων αμφοτέρων Καλπακίου Ιωαννίνων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο, Ευανθία Στεφανέα. Της εναγομένης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, ....... .......

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 20-4-2007 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης ......./2007 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ......../2007, προσδιορίστηκε για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά την συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 874ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 668 ΕΝ και 47, 64, 67 του Ν.Δ. της 17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων Εταιριών» συνάγεται ότι αλληλόχρεος (ή ανοικτός ή τρεχούμενος) λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα συμφωνούν με σύμβαση να μη επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένα οι απαιτήσεις, που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να φέρονται σε κοινό λογαριασμό με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβένονται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού, που θα γίνεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα, σε τρόπο ώστε να αποτελέσει τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση το κατάλοιπο του λογαριασμού, που τυχόν θα υπάρχει. Βασικό στοιχείο της έννοιας του αλληλόχρεου λογαριασμού είναι η ύπαρξη συμφωνίας υπαγωγής σε κοινό λογαριασμό απαιτήσεων και των δύο μερών, που θα προκύπτουν από τις συναλλαγές τους και συνεπώς, δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός, αν δεν υπάρχει η δυνατότητα τουλάχιστον αποστολών και από τα δύο μέρη (ΕφΑΘ 6480/2006 ΔΕΕ 2007, 953). Η ύπαρξη απλώς της δυνατότητας αυτής είναι αρκετή για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός και είναι αδιάφορο αν πραγματικά έγιναν κατά τη διάρκεια του αποστολές και από τα δύο μέρη ή αν μόνο το ένα από τα μέρη έκανε αποστολές (ΑΠ 79/1995 ΝοΒ 44,628, ΑΠ 1524/1991 Δνη 34, 313). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 και 361 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ήτοι εκείνη, κατά την οποία ο αντισυμβαλλόμενος προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς τη δανείστρια τράπεζα, καθορισμένες εκ των προτέρων κατά χρόνο και κατά ποσό για την κάλυψη παρασχεθέντος δανείου, είναι τελείως διαφορετική από εκείνη του αλληλόχρεου λογαριασμού, οι δε δοσοληψίες από το τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ως από τη φύση τους, δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν με την τήρηση ανοικτού λογαριασμού, αφού δεν είναι απαιτητό από την αρχή το σύνολο του χρέους και για το λόγο αυτό α) κάθε δόση είναι διακριτή από τις υπόλοιπες και διατηρεί την αυτοτέλεια και ατομικότητα της και δεν είναι δυνατή η παρακολούθηση της ως μέρους ενός ετερογενούς συνόλου, που περιέχει κεφάλαιο και άληκτα χρεωλύσια, αλλά και κονδύλια του ίδιου λογαριασμού, τα οποία προέρχονται από διαφορετικές αιτίες που επιβάλλουν ανομοιογενή μεταχείριση και β) δεν είναι δυνατό το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού και ο ανά τρίμηνο ανατοκισμός του συνόλου του καταλοίπου, διότι κάθε δόση του τοκοχρεωλυτικού δανείου περιέχει και άληκτους τόκους, οι οποίοι δεν είναι επιτρεπτό να εκτοκίζονται. Κάθε δε συνομολόγηση, κατά την οποία το τοκοχρεωλυτικό δάνειο θεωρείται ως ανοικτός λογαριασμός, είναι παράνομη, αφού γίνεται με τον πρόδηλο σκοπό να πορισθεί η τράπεζα έμμεσα και ανεπίτρεπτα ωφελήματα, που παρέχονται από το άρθρο 112 ΕισΝΑΚ και ιδίως τον ανά τρίμηνο ανατοκισμό (ΕφΘεσ 3078/2002 ΔΕΕ 2003, 958, ΕφΑθ 3345/1999 ΝοΒ 48, 54). Τέλος, ο νομικός χαρακτηρισμός της συμβάσεως και η επιλογή των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο αποφαίνεται με βάση τα προτεινόμενα από τους διαδίκους και αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά και είναι αδιάφορη η ονομασία, την οποία έδωσαν στη σύμβαση τα μέρη. Έτσι, σε περίπτωση που προκύπτει από τις αποδείξεις ότι συνάφθηκε από τα μέρη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν τη σχέση τους ως σύμβαση παροχής δανείου με ανοικτό λογαριασμό (ΑΠ 79/1995 ό.α., ΕφΘεσ 3078/2002 ό.α., ΕφΑθ 3345/1999 ό.α.). Ακολούθως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 Ν. 3259/2004: «1. ...... 5. Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δε δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου και προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση. Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το έτος 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία των οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου, η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του έτους 1990 ρύθμιση. ..... 12. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει»....

Από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Για την εξυπηρέτηση των αγροτικών τους δραστηριοτήτων (χοιροτροφία), οι ενάγοντες - αγρότες κατήρτισαν με την εναγομένη Τράπεζα τις ακόλουθες συμβάσεις .... 1) υπ' αριθμ. ...... σύμβαση χρεωλυτικού δανείου ... 19) η υπ' αριθμ. ...... σύμβαση χρεωλυτικού δανείου ..... Περαιτέρω, κατήρτισαν και τις: 1) υπ' αριθ. ....... σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, ποσού .... 4) υπ' αριθ. ..... σύμβαση παροχής πιστώσεως με ενέχυρο, ποσού ........ Όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες ανωτέρω ... συμβάσεις, σύμφωνα με ρητούς όρους αυτών: α) για τη λήψη των δανείων, ο πιστούχος θα υπογράφει εντάλματα πληρωμής ή άλλα ειδικά έγγραφα από τα οποία θα αποδεικνύεται η χορήγηση των δανείων, τα οποία συμφωνείται ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας σύμβασης. Στα εντάλματα πληρωμής ή στα ειδικά αυτά έγγραφα θα αναγράφονται οι ειδικότεροι όροι χορήγησης τους και ιδιαίτερα ο ειδικός σκοπός τους, το επιτόκιο χορήγησης τους η λήξη τους και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο ή ένδειξη. Αν πρόκειται για μεσομακροπρόθεσμα δάνεια, εκτός από τα παραπάνω στοιχεία, θα αναγράφεται η διάρκεια τους, η ημερομηνία πληρωμής των τοκοχρεωλυτικών τους δόσεων και η τυχόν περίοδος χάριτος με την οποία χορηγούνται (άρθρο 2), β) αν ο πιστούχος δεν εκπληρώσει τους σκοπούς των δανείων που θα χορηγηθούν με βάση την παρούσα σύμβαση, μέσα σε εύλογη προθεσμία ή αν παραβεί οποιοδήποτε από τους όρους της, αυτός γίνεται υπερήμερος χωρίς καμία ειδοποίηση, επιταγή ή άλλη ενόχληση και η τράπεζα έχει το δικαίωμα να κηρύξει τα δάνεια ληξιπρόθεσμα και απαιτητά και να ασκήσει τα δικαιώματα της που απορρέουν από τα άρθρα 2 παρ. 6 και 3 της παρούσας σύμβασης (όρθρο 7), γ) Συμφωνείται ότι η λογιστική παρακολούθηση των δανείων που θα χορηγηθούν με βάση την παρούσα σύμβαση θα γίνεται στη μερίδα του πιστούχου και η χρέωση και εξόφληση τους θα ενεργείται ως ακολούθως: Τα βραχυπρόθεσμα δάνεια θα παρακολουθούνται σε ενιαία υπομερίδα του οφειλέτη με τη μορφή ανοικτού τρεχούμενου λογαριασμού. Κατ' εξαίρεση, ποσά που καταβλήθηκαν για παραγωγικές εργασίες και δραστηριότητες, τα οποία κατά την απόλυτη κρίση της τράπεζας, δεν πρέπει ακόμα να πληρωθούν, γιατί δεν περατώθηκε η παραγωγική διαδικασία για την οποία συμφωνήθηκαν ή γιατί συμφωνήθηκε στο ένταλμα πληρωμής διαφορετικός χρόνος από αυτόν που ορίζεται, μπορούν να επαναφερθούν πάλι σε χρέωση του ανοικτού λογαριασμού, χωρίς να επιβαρυνθεί ο πιστούχος με τόκο υπερημερίας. Τα δάνεια μέσης και μακράς προθεσμίας θα παρακολουθούνται σε χωριστή το καθένα υπομερίδα και η εξόφληση τους θα γίνεται σε ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, που θα υπολογίζονται με το σύστημα της σύνθετης χρεωλυσίας (άρθρο 9), δ) συμφωνείται και διευκρινίζεται ότι ειδικά για τα βραχυπρόθεσμα δάνεια, που σύμφωνα με το άρθρο 9 της παρούσας σύμβασης θα παρακολουθούνται σε ενιαία υπομερίδα του πιστούχου με τη μορφή ανοικτού τρεχούμενου λογαριασμού, θα είναι δυνατή η χρησιμοποίηση ολόκληρου του αντίστοιχου μέρους της πίστωσης για καθένα ημερολογιακό έτος μέσα στην περίοδο που θα ισχύει η σύμβαση, ανεξάρτητα από τυχόν ανεξόφλητες οφειλές του πιστούχου από βραχυπρόθεσμα δάνεια που χορηγήθηκαν προηγουμένως σύμφωνα με την παρούσα (άρθρο 14). Αντίστοιχοι όροι με τους παραπάνω περιλαμβάνονται και στην υπ' αριθμ. 26/2-11-1992 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ενέχυρο, όπου συμφωνείται ότι η λογιστική παρακολούθηση των δανείων που θα χορηγηθούν θα γίνεται στη μερίδα του πιστούχου σε ιδιαίτερο λογαριασμό (άρθρο 8). Συνεπώς, κατά τους ανωτέρω όρους, οι σχετικές συμβάσεις πίστωσης αποτελούσαν δανειακές συμβάσεις και όχι συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που είχε δοθεί σε αυτές από τα συμβαλλόμενα μέρη, καθόσον, δεν προβλέπεται ότι οι σχετικές χρεωπιστώσεις θα χάνουν την αυτοτέλεια τους και η αξίωση της εναγόμενης τράπεζας θα γεννάται από το προκύπτον κατάλοιπο, ο δε αναφερόμενος σε αυτές ανοικτός τρεχούμενος λογαριασμός για την παρακολούθηση των δανείων σε υπομερίδα του οφειλέτη έχει την έννοια του απλού δοσοληπτικού λογαριασμού, αφού η τήρηση λογαριασμού που απεικονίζει, κατά τους κανόνες της λογιστικής τις εκατέρωθεν τμηματικές παροχές, από τις οποίες, οι παροχές του ενός μέρους αποτελούν καταβολές απέναντι στις εκ των παροχών του άλλου απαιτήσεις, που δημιουργούνται εξαιτίας της μη άμεσης τακτοποίησης των δοσοληψιών τους, δεν αποτελεί αλληλόχρεο λογαριασμό, αλλά έχει χαρακτήρα απλού δοσοληπτικού λογαριασμού (βλ. σχετ. ΕφΘρ 664/2004 ΔΕΕ 2005, 391, ΕφΑθ 10028/1987 Δνη 1989, 101). Ακόμα και η σχετική πρόβλεψη στο άρθρο 9 των δανειακών συμβάσεων, ότι ο πιστούχος έχει υποχρέωση να καταβάλει σε πίστωση του παραπάνω τηρούμενου λογαριασμού, έστω και πριν από τη λήξη του δανείου του, ποσό ανάλογα με την αξία των κάθε είδους προϊόντων του, που θα πωλεί, δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να καταστήσει τους ενάγοντες πιστωτές του λογαριασμού αυτού, ώστε εκ του λόγου αυτού, να θεωρηθεί αυτός ως αλληλόχρεος. Περαιτέρω, ενόψει του προαναφερθέντος νόμου 3259/2004 οι ενάγοντες υπέβαλαν σχετική αίτηση ζητώντας τον επαναπροσδιορισμό της οφειλής τους και η εναγομένη με το από 15-11-2004 έγγραφο της τους γνωστοποίησε ότι το ύψος της οφειλής τους στις 4-8-2004 ανέρχονταν στο ποσό των 63.272,30 Ευρώ, ...  Συνεπώς ο ανωτέρω υπολογισμός έγινε από την εναγομένη με βάση το υπόλοιπο τελευταίας εκταμίευσης αλληλοχρέου λογαριασμού και όχι κεφαλαίου δανείου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων.

Αναγνωρίζει ότι η έννομη σχέση που συνδέει τους διαδίκους αναφορικά με τις υπ' αριθ. .... και ......... συμβάσεις πιστώσεως είναι αυτή του δανείου και όχι του αλληλοχρέου λογαριασμού.

Αναβάλλει κατά τα λοιπά την έκδοση οριστικής απόφασης. Διατάσσει την διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, που θα γίνει με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων.