2218/2009 ΜΠΑ: ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ - ΔΑΝΕΙΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ 2218/2009

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

                         ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Βασίλειο Ζιάκα, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα, Ευαγγελία Ανδριοπούλου. 

                         ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 26 Φεβρουαρίου 2009 για να δικάσει την από 8-11-2007 (αρ.κατ. 257163/11490/27-11-2007) αγωγή μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ................συζ. ......... κατοίκου ...... Καρδίτσας, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Μαρίας Λάππα.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της ..............

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους, ανέπτυξαν δε τις απόψεις τους και προφορικά.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 30 του ν.2789/2000 ορίζεται ότι κατ' εξαίρεση των κείμενων διατάξεων, η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων, δεν δύναται να υπερβεί το εν συνεχεία στη διάταξη αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαίτησης. Με τον επακολουθήσαντα νόμο 2912/2001 γίνεται σε νέα βάση ρύθμιση η οποία αφορά πλέον τη συνολική εκ κεφαλαίου και τόκων οφειλή των δανειοληπτών. Ειδικότερα, με το άρθρο 42 αντικαταστάθηκε η παρ.1 του προϊσχύσαντος άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και ορίστηκε ότι, κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβεί το εν συνεχεία στη διάταξη αναφερόμενο πολλαπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου, προσαυξημένου του ποσού αυτού με συμβατικούς τόκους μέχρι 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ.1 του ν. 3259/2004 «1. ....... 5. Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου, προκειμένου δε περί λογαριασμών τα διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση. Τέλος, με βάση την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 2520/1998, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 13 του ν. 2601/1998 «Ως αγρότες θεωρούνται οι ασχολούμενοι με τη γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία, δασοπονία. Επίσης και όσοι από αυτούς ασχολούνται συμπληρωματικά και με τον αγροτουρισμό κλπ..». Εξάλλου, σύμφωνα με την υπ' αρ. 451/394927/5332/5-9-2001 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Γεωργίας, με θέμα «Καθεστώτα ενισχύσεων του κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης 2000- 2006 για επενδύσεις στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις» και στο παράστημα I αυτής, ο γεωργός, κατά κύρια απασχόληση, προσδιορίζεται ως εξής: Α.Φυσικό Πρόσωπο: το φυσικό πρόσωπο νοείται ότι έχει την ιδιότητα του κατά απασχόληση γεωργού, εφόσον αντλεί τουλάχιστον το 50% του ατομικού εισοδήματος από γεωργικές δραστηριότητες που ασκούνται στα όρια της γεωργικής του εκμετάλλευσης και αφιερώνει ετησίως για τις δραστηριότητες εκτός της εκμετάλλευσης λιγότερο από το ήμισυ του διαθέσιμου χρόνου.

Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα εκθέτει, κατ' εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου, τα ακόλουθα: Δυνάμει των αναφερόμενων στην αγωγή δανειακών συμβάσεων τριών (3) χρεολυτικών και τεσσάρων (4) απλών βραχυπρόθεσμων που κατάρτισε με την εναγόμενη τράπεζα προς εξυπηρέτηση της κύριας δραστηριότητας της από την άσκηση γεωργίας, έλαβε από την εναγόμενη Α) το συνολικό ποσό των 28.760,10 ευρώ βάσει των τριών χρεολυτικών συμβάσεων και β) το συνολικό ποσό των 23.227,40 ευρώ από τις λοιπές δανειακές συμβάσεις, ενώ σε εξόφληση των πιο πάνω εκταμιευθέντων ποσών, έγιναν καταβολές από την ενάγουσα συνολικού ποσού 50.183,71 ευρώ, όπως ειδικότερα τα επί μέρους ποσά, τα οποία καταβλήθηκαν για κάθε "μια δανειακή σύμβαση χωριστά, αναφέρονται στην αγωγή. Περαιτέρω, η ενάγουσα εκθέτει ότι παρά τις ανωτέρω καταβολές, η εναγόμενη τράπεζα αφενός εμφανίζει την οφειλή της προς αυτήν ως μη εξοφληθείσα, αφετέρου δε με τις υπ' αρ. πρωτ. 4546/20-12-2004 και 3104/6-9-2006 επιστολές της σε απάντηση στην από 5-10-2004 εμπροθέσμως υποβληθείσα αίτηση της ενάγουσας για επαναπροσδιορισμό της οφειλής της βάσει των σχετικών ευνοϊκών διατάξεων του νόμου, εμφανίζει την οφειλή της από τις επίδικες δανεικές συμβάσεις στο ποσό των 96.179,58 ευρώ. Περαιτέρω, η ενάγουσα εκθέτει ότι: α) ο υπολογισμός της εναγόμενης είναι μη νόμιμος διότι, αναφορικά με τα τρία χρεολυτικά δάνεια, έλαβε ως αφετηρία βάσης το συνολικό εκταμιευθέν κεφάλαιο, το οποίο πολλαπλασίασε εσφαλμένως επί συντελεστή τρία και όχι επί συντελεστή δύο, όπως θα έπρεπε, εφόσον τα δάνεια αυτά ήταν αγροτικά κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 και β) όσον αφορά τις λοιπές δανειακές συμβάσεις έλαβε ως αφετηρία το κατάλοιπο των αλληλόχρεων λογαριασμών, μολονότι αφορούσαν δάνεια ανοικτής πίστωσης και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατή η τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού, έπρεπε δε ως αφετηρία βάσης να λάβει το συνολικό εκταμιευθέν ποσό, το οποίο εν συνεχεία πολλαπλασίασε ομοίως εσφαλμένως επί συντελεστή τρία και όχι δύο, βάσει της προαναφερόμενης διάταξης, αφού επρόκειτο πάλι για αγροτικά δάνεια. Τέλος, η ενάγουσα εκθέτει ότι σύμφωνα με ορθό - κατά τα ανωτέρω - υπολογισμό η οφειλή της προς την εναγόμενη ανέρχεται στο ποσό των 48.192,40 ευρώ αντί του ποσού των 96.179,58 ευρώ που αξιώνει η εναγόμενη. Ζητεί δε με βάση τα παραπάνω, κατ' ορθή εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου: α) να αναγνωριστεί ότι οι αναφερόμενες στην αγωγή δανειακές συμβάσεις βραχυπρόθεσμων δανείων έχουν κινηθεί μέσω απλού δοσοληπτικού λογαριασμού και όχι μέσω αλληλόχρεου β) να αναγνωριστεί ότι βάσει της ορθής εφαρμογής του άρθρου της παρ. 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, το χρεωστικό σε βάρος της υπόλοιπο ανέρχεται σε 48.192,40 ευρώ αντί των 96.179,58 ευρώ που ισχυρίζεται η εναγόμενη και να υποχρεωθεί η τελευταία να υπαγάγει την οφειλή της στη ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004 καθώς και να εφαρμόσει όλα τις ευνοϊκές διατάξεις ως προς τον τρόπο αποπληρωμής της οφειλής (ήτοι να ορισθεί η αποπληρωμή σε διάρκεια 7 έτη εκ των οποίων τα 2 θα αποτελούν περίοδο χάριτος, καθοριζομένων και των ισόποσων περιοδικών δόσεων).

Με το παραπάνω ιστορικό και αιτήματα η αγωγή αρμοδίως καθ' ύλην και κατά τόπο (άρθρα 14 παρ.2 και 25 παρ.2 ΚΠολΔ) εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία και είναι ορισμένη κατ' νόμιμη ως προς το υπό στοιχείο β) αγωγικό αίτημα, απορριπτόμενου του περί αοριστίας ισχυρισμού της εναγόμενης, διότι περιέχει όλα τα απαραίτητα για την πληρότητα της στοιχεία. Στηρίζεται, ειδικότερα, στα συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας και σε αυτές των άρθρων 70 και 176 ΚΠολΔ. Το υπό στοιχείο α) αγωγικό αίτημα είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο διότι συνιστά προδικαστικό παρεμπίπτον (πραγματικό) ζήτημα (άρθρο 282 ΚΠολΔ) που ερευνάται στα πλαίσια του υπό στοιχείο β) αιτήματος. Πρέπει συνεπώς η αγωγή να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Για την εξυπηρέτηση των επαγγελματικών της αναγκών η ενάγουσα - αγρότης κατήρτισε με την εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία τις υπ' αρ. 218/31-12-1996, 34/6-4-1998 και 12/7-2?/ 2000 συμβάσεις χρεολυτικού δανείου ποσών 17.608,22 €, 11.738,82 € και 14.673,52 € αντίστοιχα. Επιπλέον κατήρτισε τις υπ' αρ. 19/13-2-1995, 11/8-2-2000 και 93/29-2-2000 συμβάσεις βραχυπρόθεσμων δανείων ποσών 2.289.068,24 €, 2.993.396,92 € και 880,41 € αντίστοιχα. Ενόψει του νόμου 3259/2004 η ενάγουσα υπέβαλε εμπροθέσμως προς την εναγόμενη την από 5-10-2004 σχετική αίτηση ζητώντας τον επαναπροσδιορισμό της οφειλής της σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ.1 Ν. 2912/2001 και 39 Ν. 3259/2004. Την οφειλή αυτή προσδιορίζει η εναγόμενη σε 96.179,58 €, πλην όμως η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι βάσει της ορθής εφαρμογής του άρθρου της παρ. 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, το χρεωστικό σε βάρος της υπόλοιπο ανέρχεται σε 48.192,40 €. ......

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ την έκδοση οριστικής απόφασης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης που θα διεξαχθεί με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων.