3085/2009 ΜΠΑ: ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ - ΔΑΝΕΙΑ

 


 

 

 

Αριθμός Αποφάσεως

3085/2009

TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Δήμητρα Κάββουρα, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα Αναστασία Καραγγελή.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 29-1-2009 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγόντων: 1) ............. και 2) .............., κατοίκων αμφοτέρων Καλοποδίου Λοκρίδος, οι οποίοι παραστάθηκαν αμφότεροι δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Μαρίας Λάππα.

 

Της εναγομένης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΉ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Πανεπιστημίου αριθ. 23 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της ...............

Η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 6-9-2007 (αριθμ. εκθ. καταθ. ........../2007) αγωγή της, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και εγγράφηκε στο πινάκιο.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 874 Α.Κ, 112 ΑΚ ΕισΝΑΚ, 668 ΕΝ και 47, 64, 67 του Ν.Δ 17-7-/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων Εταιριών» συνάγεται ότι αλληλόχρεος (ή ανοικτός ή τρεχούμενος) λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα συμφωνούν με σύμβαση να μην επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένα οι απαιτήσεις, που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να φέρονται σε κοινό λογαριασμό με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβένονται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού, που θα γίνεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα, σε τρόπο ώστε να αποτελέσει τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση το κατάλοιπο του λογαριασμού, που τυχόν θα υπάρχει. Βασικό στοιχείο της έννοιας του αλληλόχρεου λογαριασμού είναι η ύπαρξη συμφωνίας υπαγωγής σε κοινό λογαριασμό απαιτήσεων και των δύο μερών, που θα προκύπτουν από τις συναλλαγές τους και συνεπώς, δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός, αν δεν υπάρχει η δυνατότητα τουλάχιστον αποστολών και από τα δύο μέρη (ΕφΑΘ 6480/2006, ΔΕΕ 2007, 953). Η ύπαρξη όμως απλώς της δυνατότητας αυτής είναι αρκετή για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός και είναι αδιάφορο αν πραγματικά έγιναν κατά τη διάρκεια του αποστολές και από τα δύο μέρη ' ή αν το ένα από τα μέρη έκανε αποστολές (ΑΠ 79/1995 ΝοΒ 44, 628, Α.Π 1524/1991, Δνη 34, 313). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 και 361 Α.Κ σαφώς προκύπτει ότι η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ήτοι εκείνη, κατά την οποία ο αντισυμβαλλόμενος προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς τη δανείστρια τράπεζα, καθορισμένες εκ των προτέρων κατά χρόνο και κατά ποσό για την κάλυψη παρασχεθέντος δανείου, είναι τελείως διαφορετική από εκείνη του αλληλόχρεου λογαριασμού, οι δε δοσοληψίες από το τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ως προς τη φύση τους, δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν με την τήρηση του ανοιχτού λογαριασμού, αφού δεν είναι απαιτητό από την αρχή το σύνολο του χρέους και για το λόγο αυτό α) κάθε δόση είναι διακριτή από τις υπόλοιπες και διατηρεί την αυτοτέλεια και ατομικότητα της και δεν είναι δυνατή η παρακολούθηση της ως μέρους ενός ετερογενούς συνόλου, που περιέχει κεφάλαια και άληκτα χρεωλύσια, αλλά και κονδύλια του ίδιου λογαριασμού, τα οποία προέρχονται από διαφορετικές αιτίες, που επιβάλλουν ανομοιογενή μεταχείριση και β) δεν είναι δυνατό το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού και ο ανά τρίμηνο ανατοκισμός του συνόλου του καταλοίπου, διότι κάθε δόση του τοκοχρεωλυτικού δανείου περιέχει και άληκτους τόκους, οι οποίοι δεν είναι επιτρεπτό να εκτοκίζονται. Κάθε δε συνομολόγηση, κατά την οποία το τοκοχρωλυτικό δάνειο θεωρείται ως ανοιχτός λογαριασμός είναι παράνομη, αφού γίνεται με τον πρόδηλο σκοπό να πορισθεί η τράπεζα έμμεσα και ανεπίτρεπτα ωφελήματα, που παρέχονται από το άρθρο 112 ΕισΝΑΚ και ιδίως τον ανά τρίμηνο ανατοκισμό (Εφ. Θεσ 3078/2002, ΔΕΕ 2003, 958, ΕφΑθ 3345/1999 ΝοΒ 48, 54). Τέλος ο νομικός χαρακτηρισμός της συμβάσεως και η επιλογή των  εφαρμοστέων κανόνων δικαίου ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο αποφαίνεται με βάση τα προτεινόμενα από τους διαδίκους και αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά και είναι αδιάφορη η ονομασία την οποία έδωσαν στη σύμβαση τα μέρη. Έτσι, σε περίπτωση που προκύπτει από τις αποδείξεις ότι συνάφθηκε από τα μέρη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν τη σχέση τους ως σύμβαση παροχής δανείου με ανοιχτό λογαριασμό (Α.Π 79/1995, Εφ. Θεσ. 3078/2002, Εφ. Αθ 3345/1999).

Ακολούθως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 Ν. 3259/2004: ... 5. Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου και προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση. Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το έτος 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου, η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του έτους 1990 ρύθμιση. ....... 12. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει. ....

Από την εκτίμηση των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται προσκομίζουν αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Για την εξυπηρέτηση των αγροτικών τους δραστηριοτήτων οι ενάγοντες-αγρότες κατήρτισαν με την εναγομένη τράπεζα τις ακόλουθες συμβάσεις: ..... Σύμφωνα με τους όρους των υπ' αριθ. 4/27-1-1983, 12/7-1-1986 και 8/27-2-1989 συμβάσεων, για τη λήψη των δανείων ο πιστούχος θα υπογράφει εντάλματα πληρωμής ή άλλα ειδικά έγγραφα από τα οποία θα αποδεικνύεται η χορήγηση των δανείων, τα οποία συμφωνείται ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας σύμβασης. Στα εντάλματα πληρωμής ή στα ειδικά αυτά έγγραφα θα αναγράφονται οι ειδικότεροι όροι χορήγησης τους και ιδιαίτερα ο ειδικός σκοπός τους, το επιτόκιο χορήγησης τους, η λήξη τους και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο ή ένδειξη, β) αν πρόκειται για μεσομακροπρόθεσμα δάνεια, εκτός από τα παραπάνω στοιχεία, θα αναγράφεται η διάρκεια τους, η ημερομηνία πληρωμής των τοκοχρεωλυτικών δόσεων και η τυχόν περίοδος χάριτος με την οποία χορηγούνται (άρθρο 2), β) η Ένωση και ο Συνεταιρισμός αναλαμβάνουν την υποχρέωση να καταβάλουν στην Τράπεζα τα ποσά ή τις δόσεις των δανείων που χορηγούνται για την εκτέλεση αυτής της σύμβασης κατά τη χρονολογία που θα καθορίζεται και θα αναγράφεται στα εντάλματα ή άλλες αποδείξεις καταβολής. Από τη λήξη δε της προθεσμίας αυτής για καθένα από τα ποσά αυτά η Ένωση και ο Συνεταιρισμός επιβαρύνονται με νόμιμο τόκο υπερημερίας έως την εξόφληση, καθώς και τα κάθε είδους έξοδα της τράπεζας που δημιουργούνται κατά την επιδίωξη της είσπραξης των ποσών που καταβάλλονται με βάση την παρούσα σύμβαση γ) αν ο πιστούχος δεν εκπληρώσει τους σκοπούς των δανείων που θα χορηγηθούν με βάση την παρούσα σύμβαση, μέσα σε εύλογη προθεσμία ή αν παραβεί οποιοδήποτε από τους όρους της, αυτός γίνεται υπερήμερος χωρίς καμία ειδοποίηση, επιταγή ή άλλη ενόχληση και η τράπεζα έχει το δικαίωμα να κηρύξει τα δάνεια  ληξιπρόθεσμα και απαιτητά και να ασκήσει τα δικαιώματα της που απορρέουν από τα άρθρα 2 παρ. 6 και 3 της παρούσας σύμβασης (άρθρο 13), γ) συμφωνείται λογιστική παρακολούθηση των δανείων που θα χορηγηθούν με βάση την παρούσα σύμβαση θα γίνεται στις ατομικές μερίδες των συνεταίρων στους οποίους τελικά θα χορηγηθούν και ο τρόπος χρέωσης και εξόφλησης τους θα γίνεται με τον ακόλουθο τρόπο: α) τα βραχυπρόθεσμα δάνεια κάθε συνεταίρου θα παρακολουθούνται σε ενιαία υπομερίδα με τη μορφή ανοιχτού λογαριασμού κατ' εξαίρεση, ποσά που καταβλήθηκαν για παραγωγικές εργασίες και δραστηριότητες, τα οποία κατά την απόλυτη κρίση της τράπεζας, δεν πρέπει ακόμη να πληρωθούν, γιατί δεν περατώθηκε η παραγωγική διαδικασία για την οποία συμφωνήθηκαν ή γιατί συμφωνήθηκε στο ένταλμα πληρωμής διαφορετικός χρόνος από αυτόν που ορίζεται, μπορούν να επαναφερθούν πάλι σε χρέωση του ανοιχτού λογαριασμού, χωρίς να επιβαρυνθεί ο πιστούχος με τόκο υπερημερίας τα δάνεια μέσης και μακράς προθεσμίας θα παρακολουθούνται σε χωριστή το καθένα υπομερίδα και η εξόφληση τους θα γίνεται σε ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις που θα υπολογίζονται με το σύστημα της σύνθετης χρεωλυσίας. Σε κάθε δόση θα περιλαμβάνεται το χρεώλυτρο που αναλογεί σε κάθε έτος και οι τόκοι κεφαλαίου που κάθε φορά θα μένει ανεξόφλητο (άρθρο 20). Συνεπώς, κατά τους ανωτέρω όρους, οι σχετικές συμβάσεις αποτελούσαν δανειακές συμβάσεις και όχι συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που έχει δοθεί σε αυτές από τα συμβαλλόμενα μέρη, καθόσον δεν προβλέπεται ότι οι σχετικές χρεωπιστώσεις θα χάνουν την αυτοτέλεια τους και η αξίωση της εναγομένης τράπεζας θα γεννάται από το προκύπτον κατάλοιπο, ο δε αναφερόμενος σε αυτές ανοιχτός τρεχούμενος λογαριασμός για την παρακολούθηση των δανείων σε υπομερίδα του οφειλέτη έχει την έννοια του απλού δοσοληπτικού λογαριασμού, αφού η τήρηση του λογαριασμού που απεικονίζει, κατά τους κανόνες της λογιστικής τις εκατέρωθεν τμηματικές παροχές, από τις οποίες, οι παροχές του ενός μέρους αποτελούν καταβολές απέναντι στις εκ των παροχών του άλλου απαιτήσεις, που δημιουργούνται εξαιτίας της μη άμεσης τακτοποίησης των δοσοληψιών τους, δεν αποτελεί αλληλόχρεο λογαριασμό, αλλά έχει χαρακτήρα απλού δοσοληπτικού λογαριασμού (βλ. σχετ. Εφ.Θρ. 664/2004 ΔΕΕ 2005, 391, ΕφΑθ 10028/1987 Δνη 1989, 101). Ακόμη και η σχετική πρόβλεψη στο άρθρο 20 των δανειακών συμβάσεων ότι ο πιστούχος έχει υποχρέωση να καταβάλει σε πίστωση του παραπάνω τηρούμενου λογαριασμού, έστω και πριν από τη λήξη του δανείου του, ποσά ανάλογα με την αξία των κάθε είδους προϊόντων του, που θα πωλεί, δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να καταστήσει τους ενάγοντες πιστωτές του λογαριασμού αυτού, ώστε εκ του λόγου αυτού, να θεωρηθεί αυτός ως αλληλόχρεος. ...

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναγνωρίζει ότι η έννομη σχέση που συνδέει του διαδίκους αναφορικά με τις 4/27-1-1983, 12/7-1-1986 και 8/27-2-1989 συμβάσεις πιστώσεως είναι αυτή του δανείου και όχι του αλληλόχρεου λογαριασμού.

Αναβάλλει κατά τα λοιπά την έκδοση οριστικής αποφάσεως.

Διατάσσει τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, που θα γίνει επιμέλεια του επιμελέστερου διαδίκου.