762/2009: ΠΠΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ - ΔΑΝΕΙΑ

 

Αριθμός αποφάσεως  762 /2009

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Παναγιώτη Γιαννούλη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Αννα Καλατζή, Πρόεδρο Πρωτοδικών (εκτελούσα χρέη Πρωτοδίκη) - Εισηγήτρια, Μαρία Βολίκα, Πρωτοδίκη και τη Γραμματέα    Μαριάνθη Μισαηλίδου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 8 Οκτωβρίου 2008 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγόντων: 1) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «.........ΟΕ» με την επωνυμία «...» που εδρεύει στο Νέο Πετρίτσι Σερρών και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) του ....., κατοίκου Σερρών  3) του ......, κατοίκου Σερρών 4) του ........, κατοίκου Πετριτσίου Σερρών, 5) του ................, κατοίκου Πετριτσίου Σερρών και 6) του ..........., κατοίκου Νέου Πετριτσίου Σερρών, οι οποίοι παραστάθηκαν οι μεν τρίτος και τέταρτος μετά οι δε λοιποί δια της πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευανθίας Στεφανέα.

Της εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Πανεπιστημίου αρ. 23) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της......

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 3/9/2007 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης ...../2007 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ...../2007 προσδιορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη παραπάνω και γράφτηκε στο πινάκιο.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 39 § 1 Ν3259/2004: "...5. Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση. Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το έτος 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία των οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου, η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του έτους 1990 ρύθμιση.  12. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει. Κατά την εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω άρθρου ανέκυψαν στην πράξη ερμηνευτικά προβλήματα και αμφιβολίες ως προς το αν αυτές έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση που ο δανειολήπτης απώλεσε κατά τον χρόνο της ρύθμισης της οφειλής την ιδιότητα του αγρότη. Από τη γενική και αδιάστικτη διατύπωση όμως των ανωτέρω διατάξεων και τον επιδιωκόμενο δι' αυτών σκοπό συνάγεται ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις της ειδικής διατάξεως της παραγράφου 5 [δηλαδή η ιδιότητα του κατά κύριο επάγγελμα αγρότη την οποία πρέπει να συγκεντρώνει το δικαιούμενο τοιούτων δανείων φυσικό πρόσωπο και η κατάταξη των δανείων ως αγροτικών] πρέπει να συντρέχουν κατά τη χορήγηση τούτων γιατί τότε και μόνον καθορίζονται οι όροι και τα ειδικά χαρακτηριστικά της σύμβασης ως "αγροτικού" δανείου, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω η συνεχής άσκηση του αγροτικού επαγγέλματος καθόσον δεν γίνεται ειδική μνεία περί εξαίρεσης τέτοιων οφειλών ούτε σκοπός του νομοθέτη ήταν να αποκλειστούν εκείνες εκ των περιπτώσεων που ο δανειολήπτης αγρότης-οφειλέτης του οποίου διεταράχθη σοβαρώς η όλη οικονομία εγκατέλειψε την κύρια ενασχόληση του με τις αγροτικές εργασίες. Άλλωστε, σκοπός της διάταξης είναι η προστασία του οφειλέτη -αγρότη, ο οποίος λόγω των πολλαπλών κινδύνων που αντιμετωπίζει κατά την άσκηση της αγροτικής επιχείρησης του έχει ανάγκη ειδικής μεταχείρισης από την πολιτεία ώστε τα σχετικά μέτρα πρέπει να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας και να μην καταλήγουν στην οικονομική εξόντωση του. Επιπλέον, ο κύριος σκοπός που συστήθηκε και που ανατέθηκε στην ΑΤΕ ήταν κοινωφελής, δηλ. αυτός της επικουρίας του Κράτους στην ενάσκηση της γεωργικής πολιτικής του, το οποίο (Κράτος) ήταν αυτό που βασικά όριζε και τη διοίκηση της, που με τη σειρά της τελούσε με βάση ρητούς και πάλι ορισμούς του νόμου σε στενή εξάρτηση με αυτό και αλληλοστήριξη (βλ. άρθρα 22 και επ. Ν 4332/1929 όπως τροποποιήθηκε με το Ν 5277/1931). Έτσι, ο σκοπός αυτός και το πνεύμα του νόμου επιβάλλουν ευθεία εφαρμογή της σχετικής διατάξεως και όταν ο δανειολήπτης απωλέσει την ιδιότητα του αγρότη κατά το χρόνο της ρύθμισης της οφειλής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Ν. 2520 ΦΕΚ Α΄ 173/1.9.1997 "Μέτρα για τους νέους αγρότες, σύσταση Οργανισμού Γεωργικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, Κατάρτισης και Απασχόλησης και άλλες διατάξεις". Αγρότες, για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου (2520/1997), είναι οι ασχολούμενοι κατά κύρια απασχόληση με κάθε είδους αγροτική εργασία, των οποίων το εισόδημα από την εργασία αυτή αποτελεί τουλάχιστον το πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικού τους εισοδήματος και οι οποίοι αφιερώνουν τουλάχιστον το ήμισυ του χρόνου τους σε αγροτική δραστηριότητα. "Ως αγρότες θεωρούνται οι ασχολούμενοι με τη γεωργία, κτηνοτροφία, πτηνοτροφία, μελισσοκομία, σηροτροφία, αλιεία και δασοπονία. Επίσης και όσοι από αυτούς ασχολούνται συμπληρωματικά και με τον αγροτουρισμό, αγροτοβιομηχανία, παραδοσιακή βιοτεχνία και προστασία του φυσικού χώρου, εφόσον οι δραστηριότητες αυτές ασκούνται στα όρια της αγροτικής εκμετάλλευσης και στα πλαίσια εγκεκριμένου προγράμματος του Υπουργείου Γεωργίας". Κατά δε την παρ, ε του άρθρου 1 της υπ' αριθμ. 337410/23.10.1998 Κ.Υ.Α. (Φ.Ε.Κ 1108/23.10.1998) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημ. Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Γεωργίας που εκδόθηκε κα' εξουσιοδότηση του Ν. 2520/1997. Ως αγρότες νοούνται τα φυσικά πρόσωπα που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν.2520/1997 που αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 13 του ν. 2601/1998, τα οποία εκτός από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις εν λόγω διατάξεις πρέπει να: αα) Είναι νόμιμοι κάτοχοι αγροτικής εκμετάλλευσης, ββ) Έχουν εγγραφεί στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων του ν. 2332/1995 (Α 181). γγ). Έχουν κύριο ταμείο ασφάλισης τον ΟΓΑ με εξαίρεση: Τους δασεργάτες. Τους απασχολούμενους με αγροτουριστικές, αγροτοβιοτεχνικές δραστηριότητες και δραστηριότητες παραδοσιακής βιοτεχνίας. Τους περιστασιακούς εργάτες και μικροεπαγγελματίες μονίμους κατοίκους των μη ανεπτυγμένων τουριστικά ζωνών των ορεινών και μειονεκτικών οικισμών πληθυσμού μέχρι 2.000 κατοίκων και υπό τον όρο ότι στο πρόσωπο τους πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις. Ως αγρότες δεν νοούνται: Οι μόνιμοι και με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., καθώς και οι ιδιωτικοί υπάλληλοι. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες, όπως εργολάβοι, βιοτέχνες, κ.λ.π. Οι περιπτώσεις μικροεπαγγελματιών μονίμων κατοίκων οικισμών πληθυσμού κάτω των 2.000 κατοίκων που βρίσκονται σε μη τουριστικές ζώνες των ορεινών και μειονεκτικών περιοχών, εξετάζεται αν πληρούν ή μη τις 5 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 προϋποθέσεις της παρούσας ε' περίπτωσης. Από τη διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι οι προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπο κάποιου ώστε να χαρακτηρισθεί αγρότης, όπως άλλωστε ρητά αναφέρεται στον ίδιο νόμο, απαιτούνται μόνον για την εφαρμογή του των διατάξεων του παρόντος νόμου (2520/1997) και όχι του νόμου 3259/2004. Για δε την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 απαιτούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται από αυτήν, ήτοι ο δανειολήπτης να είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότης και η οφειλή του να είναι σχετική με την επαγγελματική του αγροτική τους δραστηριότητα (ΕφΘρακ 653/2007 ΔημΝΟΜΟΣ).

.... Με την υπό κρίση αγωγή τους οι ενάγοντας ιστορούν ότι ...........Η εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις της αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή και συγκεκριμένα ότι ..... Από την εκτίμηση των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ...... Δυνάμει της υπ' αριθ. 280/2-10-1985 σύμβασης δανείου ποσού 1.800.000 δρχ. που συνήφθη μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και των εκπροσωπούντων αυτήν λοιπών εναγόντων ως πιστούχων και της εναγόμενης Τράπεζας ως πιστώτριας, η τελευταία χορήγησε στην πρώτη ενάγουσα στις 2/10/1985 ποσό δανείου 1.800.000 δρχ. για την ίδρυση μονάδας εκτροφής κυπρίνων. Ακολούθησαν: α] η υπ' αριθ. 283/8-10-1985 σύμβαση δανείου ποσού 16.900.000 δρχ., με την οποία η εναγόμενη της χορήγησε στις 8/10/1985 δάνειο 15.300.000 δραχμών, ενώ το υπόλοιπο ύψους 1.600.000 δρχ επιδοτήθηκε με σκοπό τις πεστροφοκαλλιέργειες β] η υπ' αριθ. 59/27-4-1987 σύμβαση δανείου ποσού 6.000.000 δρχ. με την οποία η εναγόμενη Τράπεζα χορήγησε στην πρώτη ενάγουσα δάνειο αρχικού ποσού 1.800.000 δρχ αλλά αναπροσαρμόσθηκε στις 24/11/1988 σε 1.580.000 δρχ. λόγω μερικής χρήσης με σκοπό τις πεστροφοκαλλιέργειες και γ) η υπ' αριθ. 191/22-5-1992 σύμβαση δανείου ποσού 8.500.000 δρχ με την οποία η εναγομένη χορήγησε στην πρώτη ενάγουσα στις 28/5/1992 ποσό 4.500.000 δρχ, στις 24/6/1992 ποσό 1.500.000 δρχ, στις 7/9/1992 ποσό 500.000 δρχ και στις 15/9/1992 ποσό 2.000.000 δρχ για την αγορά ιχθυοτρόφων. Για την παρακολούθηση αυτών των δανείων ανοίχθηκαν ταυτάριθμοι αντίστοιχα λογαριασμοί ενώ με το άρθρο 2 των πανομοιότυπων ως άνω συμβάσεων συμφωνήθηκε ότι «Για τη λήψη των δανείων, ο πιστούχος θα υπογράψει εντάλματα πληρωμής ή άλλα ειδικά έγγραφα από τα οποία θα αποδεικνύεται η χορήγηση των δανείων, τα οποία συμφωνείται ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας σύμβασης. Στα εντάλματα πληρωμής ή στα ειδικά αυτά έγγραφα θα αναγράφονται οι ειδικότεροι όροι χορήγησης τους και ιδιαίτερα ο ειδικός σκοπός τους, το επιτόκιο χορήγησης τους, η λήξη τους και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο ή ένδειξη.

Μετά τη λήξη κάθε ποσού ή δόσης δανείου που θα χορηγηθεί με βάση αυτή τη σύμβαση, ο πιστούχος θα πληρώνει τόκο υπερημερίας σύμφωνα με την ισχύουσα κάθε φορά, κατά το χρόνο κατάθεσης του πιστούχου, απόφαση των Νομισματικών Αρχών ....» Επίσης στο άρθρο 9 των εν λόγω συμβάσεων ορίζεται ότι «Συμφωνείται ότι η λογιστική παρακολούθηση των δανείων που θα χορηγηθούν με βάση την παρούσα σύμβαση θα γίνεται στη μερίδα του πιστούχου και η χρέωση και η εξόφληση τους θα ενεργείται ως ακολούθως: α) τα βραχυπρόθεσμα δάνεια θα παρακολουθούνται σε ενιαία υπομερίδα του οφειλέτη με τη μορφή του ανοικτού τρεχούμενου λογαριασμού. Ο τρεχούμενος αυτός λογαριασμός θα εκτοκίζεται με τα επιτόκια που συμφωνούνται με το άρθρο 2 της παρούσας και ο τόκος θα πληρώνεται στη τράπεζα στις 30/6 και 31/12 κάθε χρόνου, οπότε και ο λογαριασμός αυτός θα εκκαθαρίζεται για έλεγχο του ύψους του και της κανονικής και εμπρόθεσμης εξυπηρέτησης του . Ο πιστούχος υποχρεώνεται να εξοφλήσει ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο (κατάλοιπο), που προκύπτει με το τρόπο αυτό. Διαφορετικά το ποσό αυτό φέρει (έχει) αυτοδίκαια τόκο υπερημερίας για τα κονδύλια που έληξαν κατά το χρονικό διάστημα πριν από την 30/6 ή 31/12 και από τη λήξη τους εφόσον δεν εξοφλήθηκαν εμπρόθεσμα και θα υπολογίζεται, χωρίς ειδοποίηση ή οποιαδήποτε όχληση του πιστούχου ο τόκος που ισχύει κάθε φορά υπέρ της ΑΤΕ για τα ληξιπρόθεσμα δάνεια. Κατ' εξαίρεση ποσά που καταβλήθηκαν για παραγωγικές εργασίες και δραστηριότητες, τα οποία κατά την απόλυτη κρίση της Τράπεζας, δεν πρέπει ακόμα να πληρωθούν, γιατί δεν περατώθηκε η παραγωγική διαδικασία για την οποία χορηγήθηκαν ή γιατί συμφωνήθηκε στο ένταλμα πληρωμής διαφορετικός χρόνος από αυτόν που ορίζεται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν μπορούν να επαναφερθούν πάλι σε χρέωση ανοικτού λογαριασμού, χωρίς να επιβαρυνθεί ο πιστούχος με τόκο υπερημερίας. Ο πιστούχος έχει υποχρέωση να καταβάλει σε πίστωση του παραπάνω λογαριασμού του, έστω και πριν από τη λήξη του δανείου του, ποσά ανάλογα, με την αξία των κάθε είδους προϊόντων του που θα πωλεί. Στις καταβολές που θα γίνονται με τον τρόπο αυτό πριν από τη λήξη των δανείων θα υπολογίζεται (από τη μέρα της καταβολής μέχρι την ημερομηνία λήξης) τόκος υπέρ αυτών με το επιτόκιο χορήγησης των δανείων. β) τα δάνεια μέσης και μακράς προθεσμίας θα παρακολουθούνται σε χωριστή το καθένα υπομερίδα και η εξόφληση τους θα γίνεται σε ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, που θα υπολογίζονται με το σύστημα της σύνθετης χρεωλυσίας. Σε κάθε δόση θα περιλαμβάνεται το χρεώλυτρο που αναλογεί σε κάθε έτος και οι τόκοι του κεφαλαίου που κάθε φορά θα μένει ανεξόφλητο. Ο οφειλέτης μπορεί να καταβάλει τις δόσεις και πριν από την καθορισμένη προθεσμία καθώς επίσης να επιστρέψει πριν από τις προθεσμίες αυτές ολόκληρο ή ένα μέρος από το κεφάλαιο των τοκοχρεωλύτρων με τους τόκους. Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής δόσεων μεσ/σμων δανείων, θα υπολογίζεται τόκος καθυστέρησης σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 της παρούσας στο σύνολο της τοκοχρεωλυτικής δόσης (χρεώλυτρο - τόκοι)». Συνεπώς μεταξύ των διαδίκων μερών υπογράφτηκε σύμβαση για χορήγηση εκ μέρους της εναγομένης προς τους ενάγοντες δανείων βραχυπρόθεσμων και μεσοπρόθεσμων προς εξυπηρέτηση αναγκών των γεωργικών δραστηριοτήτων τους. Με βάση τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, οι συμβάσεις που υπογράφηκαν μεταξύ των διαδίκων ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που δόθηκε σε αυτές, δεν διέπεται από τις διατάξεις του αλληλόχρεου λογαριασμού αφού καίτοι προβλέπουν ότι τα δάνεια θα παρακολουθούνται σε υπομερίδα του οφειλέτη με τη μορφή του ανοικτού τρεχούμενου λογαριασμού, ουδέν όμως διαλαμβάνουν περί συμφωνίας των συμβαλλομένων ότι οι χρεοπιστώσεις θα χάνουν την αυτοτέλεια τους και ότι η αξίωση της τράπεζας θα γεννάται μόνο από το προκύπτον κατάλοιπο, παρά, αντίθετα ρητά αναγράφεται στο προπαρατεθέν άρθρ. 2 ότι οι απαιτήσεις της δανείστριας θα αποδεικνύονται είτε με βάση τη σύμβαση είτε τα υπογραφόμενα εντάλματα ή άλλα αποδεικτικά έγγραφα για τη χρήση της πίστωσης, δίνοντας τη δυνατότητα στην εναγομένη να αποδείξει την απαίτηση της από τα έγγραφα αυτά - πράγμα που δεν συνάδει με την απώλεια της αυτοτέλειας των κονδυλίων- και όχι με βάση το κατάλοιπο του λογαριασμού και μόνο, όπως θα έδει εάν επρόκειτο περί αληθώς αλληλόχρεου λογαριασμού. Επίσης δε συνάδει με την απώλεια της αυτοτέλειας των επιμέρους κονδυλίων και τα οριζόμενα στο προπαραταθέν άρθρο 9 των συμβάσεων περί των καθυστερουμένων δόσεων και των τόκων υπερημερίας επί αυτών. Ο δε αναφερόμενος σε αυτό το άρθρο ανοικτός τρεχούμενος λογαριασμός για την παρακολούθηση των δανείων σε υπομερίδα του οφειλέτη έχει την έννοια του απλού δοσοληπτικού λογαριασμού, αφού η τήρηση λογαριασμού που απεικονίζει, κατά τους κανόνες της λογιστικής τις εκατέρωθεν τμηματικές παροχές, από τις οποίες, οι παροχές του ενός μέρους αποτελούν καταβολές απέναντι στις εκ των παροχών του άλλου απαιτήσεις, που δημιουργούνται εξαιτίας της μη άμεσης τακτοποίησης των δοσοληψιών τους, δεν αποτελεί αλληλόχρεο λογαριασμό, αλλά έχει χαρακτήρα απλού δοσοληπτικού λογαριασμού (ΕφΘρακ. 664/2004 ΔΕΕ 2005.391). Έτσι η συνδέουσα τα μέρη έννομη σχέση δεν είναι τραπεζικό άνοιγμα πίστωσης αλλά κοινός δανεισμός, καθότι συμφωνήθηκε η εναγομένη τράπεζα να καταβάλει δάνεια στους ενάγοντες και οι τελευταίοι ανέλαβαν την υποχρέωση να τα επιστρέψουν τμηματικά και ορίσθηκαν και οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις. ...... Όμως ο επαναπροσδιορισμός της οφειλής των εναγόντων από την εναγομένη κατ' εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 δεν ήταν νόμιμος, εφόσον στο πρόσωπο τους (τόσο της πρώτης - νομικού προσώπου όσο και των λοιπών - φυσικών προσώπων) συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις της ειδικής διατάξεως της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου η εφαρμογή της οποίας ως ειδικής προηγείται, αφού σκοπός της πρώτης  ενάγουσας είναι η ιχθυοκαλλιέργεια και τα κεφάλαια αυτής ανήκουν εξ ολοκλήρου στους λοιπούς ενάγοντες οι οποίοι είναι αγρότες κατά την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη έννοια και έχουν ως κύρια ασφάλιση τον ΟΓΑ, ενώ η κύρια απασχόληση τους και τα εισοδήματα τους προέρχονται εξ ολοκλήρου από τη δραστηριότητα αυτή. .....

ΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανάληψη της συζητήσεως της αγωγής στο ακροατήριο, προκειμένου κατά τη νέα συζήτηση, η οποία θα γίνει με επιμέλεια του επιμελέστερου διαδίκου, προσκομισθεί η διατασσόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

ΔΙΟΡΙΖΕΙ πραγματογνώμονα από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων που τηρείται στο Δικαστήριο αυτό τον Βαρελά Ιωάννη του Γεωργίου, Οικονομολόγο - Λογιστή, τ.Διευθυντή ΕΤΒΑ, κάτοικο Αθηνών, οδός Ταξίλου 71 Ζωγράφου τηλ. 210-7781787, κιν. 6974711555.