6280/2007 ΠΠΑ: ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ - ΑΓΡΟΤΕΣ - ΕΞΟΔΑ

 

 


 

Αριθμός Απόφασης

6280/2007

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Αθανάσιο Μουστάκα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Χαρίκλεια Τσαγγάρου, Πρωτοδίκη, Λουκία Λάμπρου, Πρωτοδίκη και τη Γραμματέα Φρειδερίκη Τσόκαρα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 25.01.2007, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγόντων: 1) Της ανώνυμης γεωργικής εταιρείας με την επωνυμία «...... Α.Γ.Ε.», που εδρεύει στο  Κουτσοπόδι Άργους και εκπροσωπείται νόμιμα,  την  οποία  εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Σέφης Αναστασάκος,

2)  του ....... ...... του .........., κατοίκου Κουτσοποδίου Άργους ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Σέφη Αναστασάκου και

3)  ..................... ............ του ........., κατοίκου Κουτσοποδίου Αργούς, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Σέφης Αναστασάκος.

Της εναγομένης: Της Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Πανεπιστημίου 23 και εκπροσωπείται νόμιμα και την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της ............ Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 31.10.2005 αγωγή τους, η οποία κατατέθηκε με γενικό αριθμό κατάθεσης ......../2005 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ......./2005 στην Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, προσδιορίστηκε για την παραπάνω αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

............

I. Στην παρ. 1 του άρθρου 30 του Ν 2789/2000 ορίζεται ότι κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων, δεν δύναται να υπερβεί το εν συνεχεία  στη διάταξη αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαίτησης. Περαιτέρω, στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι καταβολές που έχουν γίνει υπό των οφειλετών, αφαιρούνται από την εκ τόκων οφειλή, προαφαιρουμένων από αυτές τις καταβολές των εξόδων που έχουν πράγματι εκταμιευθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα. Η ως άνω νομοθετική ρύθμιση αναφέρεται στον προσδιορισμό της συνολικής εκ τόκων οφειλής δανειακών συμβάσεων. Με τον επακολουθήσαντα Ν 2912/2001 γίνεται σε νέα βάση ρύθμιση, η οποία αφορά πλέον στη συνολική εκ κεφαλαίου και τόκων οφειλή των δανειοληπτών. Ειδικότερα, με το άρθρο 42 αντικαταστάθηκε η παρ.1 του προϊσχύοντος άρθρου 30 του Ν 2789/2000 και ορίσθηκε ότι, κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η συνολική οφειλή από κάθε είδους  συμβάσεις δανείων ή  πιστώσεων που  έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβεί το εν συνεχεία στη διάταξη αναφερόμενο πολλαπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου, προσαυξημένου του ποσού αυτού με συμβατικούς μόνο τόκους μέχρι 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.

Περαιτέρω, με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου 42 αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 30 του Ν 2789/2000, η οποία για τον προσδιορισμό των τόκων επέβαλε την προαφαίρεση των εξόδων από τις γενόμενες καταβολές των δανειοληπτών και ορίζεται πλέον ότι όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε, εξαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί σύμφωνα με την παρ.1 του ίδιου άρθρου, δηλαδή στο πολλαπλάσιο του κεφαλαίου προσαυξημένου, μέχρι ποσοστού 50%, για συμβατικούς τόκους, επί του ληφθέντος κεφαλαίου. Με τη νέα ρύθμιση η μη επανάληψη των σχετικών με προαφαίρεση των εξόδων από τις γενόμενες καταβολές, για τον προσδιορισμό της συνολικής οφειλής δεν συνιστά εξ αβλεψίας νομοθετικό κενό. Αντίθετα, από την αντιπαραβολή των άνω διατάξεων σαφέστατα προκύπτει ότι με τη ρύθμιση του άρθρου 42 ρητώς σκοπήθηκε η κατά τον κρίσιμο χρόνο προσδιορισμού της οφειλής αποστέρηση των τραπεζών του δικαιώματος να καταλογίσουν σε  βάρος των δανειοληπτών τα μέχρι του χρόνου εκείνου έξοδα, στην επιδίωξη περιορισμού της συνολικής εκ πάσης αιτίας οφειλής τους, σκοπός ο οποίος εναρμονίζεται και με τον ποσοτικό περιορισμό μόνο των συμβατικών τόκων σε ποσοστό 50% του κεφαλαίου. Το ότι αυτή υπήρξε η νομοθετική βούληση προκύπτει και από το γεγονός ότι, ενώ στο σχέδιο της διατάξεως του άρθρου 42 επαναλαμβανόταν η προηγούμενη  ρύθμιση σχετικώς με την προαφαίρεση των εξόδων από τις καταβολές, κατά τη συζήτηση σχετικής τροπολογίας στο Κοινοβούλιο (βλ. πρακτικά συνεδριάσεως της Βουλής 4.4.2001),η ρύθμιση αυτή δεν περιλήφθηκε τελικώς στην ψηφισθείσα διάταξη, με τη σκέψη ότι η αφαίρεση των εξόδων από τις γενόμενες καταβολές και ο μη καταλογισμός στην οφειλή συνιστά εύλογο και συγχρόνως δίκαιο μέτρο υπέρ των δανειοληπτών που περιορίζει αναλόγως την έκταση της οφειλής (ΕφΑΘ 423/2005, ΔΕΕ 2005/828).

II. Περαιτέρω στις διατάξεις του άρθρου 39 παρ.1 Ν 3259/2004 ορίζεται: "1. ....5. Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο     επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση. ....... 12. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει" ...... Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αγωγή οι ενάγοντες εκθέτουν τα ακόλουθα ουσιώδη: για την εξυπηρέτηση των αγροτικών δραστηριοτήτων της πρώτης ενάγουσας και δυνάμει τεσσάρων δανειακών συμβάσεων, που συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων από τις 22.11.1998 έως τις 11.05.1990, η εναγόμενη χορήγησε στους ενάγοντες δάνειο συνολικού ποσού 72.020.000 δραχμών (211.357,30 €), προς εξόφληση του οποίου οι ενάγοντες κατέβαλαν τμηματικά στην εναγόμενη, μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής το συνολικό ποσό των 446.109 € μέρος του οποίου, ήτοι ποσό 9.583,55 ευρώ καταβλήθηκε υπέρ ΟΓΑ και ΕΛΓΑ. Παρά ταύτα, η εναγόμενη, επιβάλλοντας ανατοκισμό των ληφθέντων κεφαλαίων και των τόκων τους, εμφάνιζε ότι στις 28.06.2000 υπήρχε κατά των εναγόντων χρεωστικό υπόλοιπο από τα άνω δάνεια ύψους 100.599.486 δραχμών. Κατόπιν αιτήσεως των εναγόντων προς την εναγόμενη, με την οποία ζητούσαν να υπολογισθεί εκ νέου η οφειλή τους με βάση τις ευεργετικές διατάξεις που θεσπίστηκαν για τους δανειολήπτες των πιστωτικών ιδρυμάτων που είχαν ληξιπρόθεσμες οφειλές, η εναγόμενη υπολόγισε το χρεωστικό υπόλοιπο των εναγόντων από τα άνω δάνεια στο ποσό των 212.457,72 €, παραβιάζοντας τις σχετικές διατάξεις και δη πολλαπλασιάζοντας, για τον υπολογισμό των  τόκων, τα ληφθέντα κεφάλαια με συντελεστή 3 αντί του ορθού συντελεστή 2, που ισχύει για τα δάνεια που χορηγήθηκαν στους αγρότες, όπως είναι οι ενάγοντες και χωρίς να αφαιρέσει το καταβληθέν ποσό των 9.583,55 €, που καταλογίστηκε ως επιβάρυνση υπέρ ΟΓΑ και ΕΛΓΑ. ..... Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία, είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρθηκαν στις ανωτέρω νομικές σκέψεις υπό στοιχεία I και II, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 70 και 176 του Κ.Πολ.Δ. ... ......  αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή: η πρώτη ενάγουσα εταιρία αποτελεί γεωργική επιχείρηση (ανθοκομίας), συσταθείσα στις 05.09.1988 από τους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων, οι οποίοι είναι μέτοχοι της και κατά κύριο επάγγελμα αγρότες (ανθοκόμοι), ασκούν δε γεωργική εκμετάλλευση στο Κουτσοπόδι Αργούς (σχετ. η με αριθμ. πρωτ. 115/15.01.2007 βεβαίωση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας και οι με αριθμ. πρωτ. 6358 και 6459/11.01.2007 βεβαιώσεις του Ανταποκριτή ΟΓΑ του Δήμου Κουτσοποδίου). ....  Μετά τη θέση σε ισχύ των νόμων 2789/2000, 2912/2001 και 3259/2004, οι ενάγοντες επιδίωξαν να κάνουν χρήση των ευεργετικών διατάξεων για τους οφειλέτες ληξιπρόθεσμων δανείων προς πιστωτικούς οργανισμούς και ζήτησαν από την εναγόμενη, υποβάλλοντας εμπρόθεσμα (17.10.2004) σχετική αίτηση τους, τον επαναπροσδιορισμό της οφειλής τους από τις άνω δανειακές συμβάσεις. ..... Η εναγόμενη απήντησε στο αίτημα των εναγόντων με το με αριθμ. πρωτ. 2435/09.12.2004 έγγραφο της, στο οποίο αναφέρεται ότι οι οφειλές τους από τις δανειακές συμβάσεις 146/89, 147/89 και 70/90, μετά την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 39 Ν 3259/04, έχουν εξοφληθεί, ενώ η οφειλή τους από τη σύμβαση 232/88 ανέρχεται στο ποσό των 212.457,72 €, κάλεσε δε τους ενάγοντες να μεταβούν εντός μηνός στο κατάστημα της για τη συνομολόγηση της σχετικής πρόσθετης πράξης ρύθμισης. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της εναγόμενης, το ποσό των 212.457,72 € προέκυψε κατόπιν πολλαπλασιασμού του χορηγηθέντος κεφαλαίου με το συντελεστή 3 και αφαίρεση του ποσού των 119.605.033 δραχμών, το οποίο είχαν καταβάλει οι ενάγοντες προς εξόφληση του εν λόγω δανείου (64.000.000 δραχμές Χ 3 = 192.000.000 δραχμές -119.605.033 δραχμές = 72.394.967 δραχμές ή 212.457,72 €), χωρίς να αφαιρεθούν από το ανεξόφλητο υπόλοιπο, δηλαδή να συνυπολογιστούν ως καταβολές, τα ποσά που είχαν καταβάλει οι ενάγοντες για έξοδα και υπέρ ΟΓΑ και ΕΛΓΑ. Οι ενάγοντες, με την από 20.01.2005 εξώδικη δήλωση τους, διαμαρτυρήθηκαν στην εναγόμενη για εσφαλμένο υπολογισμό της οφειλής τους, ισχυριζόμενοι ότι θα έπρεπε για τον υπολογισμό των τόκων να   πολλαπλασιαστεί το χορηγηθέν κεφάλαιο των 64.000.000 δραχμών με το συντελεστή 2 αντί του 3, διότι ο συντελεστής 2 είναι ο προβλεπόμενος εκ του νόμου (άρθρο 39 παρ. 5 Ν 325 9/2004) για τους αγρότες. .... Ως προς τον ισχυρισμό των εναγόντων περί εσφαλμένου υπολογισμού των οφειλομένων τόκων, η εναγόμενη τον αρνήθηκε, απαντώντας στους ενάγοντες με την από 10-3-2005 εξώδικη  δήλωση της, στην οποία αναφέρει ότι οι ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 5 Ν   3259/2004 έχουν εφαρμογή αποκλειστικά σε οφειλέτες φυσικά πρόσωπα, που είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες. Η άρνηση της εναγόμενης να επαναπροσδιορίσει το ανεξόφλητο υπόλοιπο των εναγόντων υπολογίζοντας τους οφειλόμενους τόκους με βάση το συντελεστή 2 είναι μη νόμιμη, αφενός μεν διότι οι δύο εκ των τρίων πιστούχων των άνω δανειακών συμβάσεων, δηλαδή ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγόντων είναι φυσικά πρόσωπα κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, όπως προαναφέρθηκε και αφετέρου διότι η παρ. 5 του άρθρου 39 Ν 3259/2004 δεν αναφέρεται αποκλειστικά σε φυσικά πρόσωπα  αγρότες  και  η ερμηνευτική αυτή εκδοχή είναι αυθαίρετη. Αντίθετα, στο πεδίο εφαρμογής των άνω διατάξεων περιλαμβάνονται και οι γεωργικές επιχειρήσεις με νομική προσωπικότητα, όπως η πρώτη ενάγουσα, από τη συστατική πράξη της οποίας και την επωνυμία της προκύπτει ότι η κύρια δραστηριότητα της είναι η άσκηση γεωργίας, αντλεί τα εισοδήματα της από τη γεωργική εκμετάλλευση, της οποίας είναι κάτοχος και το σύνολο του μετοχικού της κεφαλαίου ανήκει στους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων, οι οποίοι κατά κύρια απασχόληση είναι γεωργοί (Παράρτημα 1 στην ΚΥΑ αρ. 451/2001). ......

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται εν μέρει την αγωγή. ......

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Σεπτεμβρίου 2007.