3669/2009 ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝ: ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ - ΑΓΡΟΤΕΣ

 

Αριθμός 3669/2009

TO ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 13°

 

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στυλιανό Βουγιούκαλο, Πρόεδρο Εφετών, Αγγελική Ζέρβα και Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Εισηγητή, Εφέτες, και από τη Γραμματέα Στυλιανή Τζανιδάκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 19 Μαρτίου 2009 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ....................

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: 1) Της εδρεύουσας στον ......... εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «........... Ε.Π.Ε.», νόμιμα εκπροσωπούμενης, 2) ........................., κατοίκου .................. και 3) .................. συζ. ......................., κατοίκου ........................, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάρι Αναστασάκο.

Οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, με την από 4-5-2005 αγωγή τους προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που κατατέθηκε με αριθμό 2541/2006, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ' αυτή.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 4733/2007 οριστική απόφαση του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγομένη με την από 18-12-2007 (αρ. εκθ. καταθ. 10628/2007) έφεση της προς το παρόν Δικαστήριο, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 20-3-2008, κατά την οποία ματαιώθηκε. Ήδη, η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 3-10-2008 κλήση της εκκαλούσας, που κατατέθηκε με αριθμό 3665/2008.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν με δήλωση τους, κατά το άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 18-12-2007 έφεση της εναγομένης κατά της υπ' αριθμ. 4733/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495, 511, 513,. 516, 518 ΚΠολΔικ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία (άρθρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔικ).

Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, με την από 4-5-2005 αγωγή τους ενώπιον του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ισχυρίστηκαν α) ότι η πρώτη εξ' αυτών εταιρεία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας τη λειτουργία θερμοκηπίων, νόμιμος δε εκπρόσωπος της είναι ο δεύτερος εξ αυτών και μέλος η τρίτη, ασχολούμενοι κατά κύριο επάγγελμα με αγροτικές εργασίες, β) ότι στα πλαίσια της ως άνω δραστηριότητας τους συνήψαν με την εναγομένη τράπεζα τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, ποσού 35.529.000 δραχμών η πρώτη, 27.615.000 δραχμών η δεύτερη και 10.310.000 δραχμών η τρίτη, προς εξόφληση των οποίων έχει καταβληθεί στην εναγομένη το συνολικό ποσό των 33.875.000 δραχμών, γ) ότι η εναγομένη κατά τον επανακαθορισμό της οφειλής τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3259/2004, ισχυρίστηκε, ότι αυτή ανερχόταν στο ποσό των 510.920 ευρώ και δ) ότι ο πιο πάνω υπολογισμός ήταν εσφαλμένος, αφενός μεν διότι η εναγομένη συμπεριέλαβε κονδύλια από ανατοκισμούς τόκων και έξοδα αφετέρου δε, διότι κατά τον επανακαθορισμό της οφειλής τους, πολλαπλασίασε τη βάση της οφειλής με το συντελεστή τρία (3), ενώ θα έπρεπε να εφαρμόσει το συντελεστή δύο (2), αφού, τόσο η πρώτη εξ αυτών εταιρεία, όσο και οι λοιποί, ασχολούνται κατά κύριο επάγγελμα με τις αγροτικές εργασίες. Ζήτησαν, λοιπόν, οι ενάγοντες 1) να αναγνωριστεί, ότι η οφειλή τους προς την εναγομένη, λόγω της αγροτικής τους ιδιότητας, υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004 και ότι αυτή δεν ανέρχεται στο ποσό των 510.920 €, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται η εναγομένη, αλλά στο ποσό των 244:176,08 € και 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να υπαγάγει την οφειλή τους, ποσού 244.176,08 €, στην ευνοϊκή χρονική ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 2 εδάφιο δ' του Ν. 3259/2004, ήτοι να οριστεί η αποπληρωμή σε διάρκεια επτά ετών, εκ των οποίων δύο έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος, καθοριζομένων και των ισόποσων δόσεων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα η εναγομένη, με την υπό κρίση έφεση της και για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την απόρριψη της αγωγής.

Σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων, δεν δύναται να υπερβεί το εν συνεχεία στην εν λόγω διάταξη αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαίτησης. Εξάλλου, στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι καταβολές, που έχουν γίνει υπό των οφειλετών, αφαιρούνται από την εκ τόκων οφειλή, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά την παράγραφο 1, προαφαιρουμένων από αυτές (καταβολές) των εξόδων, που έχουν πράγματι εκταμιευθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα. Η ως άνω νομοθετική ρύθμιση αναφέρεται στον προσδιορισμό της συνολικής εκ τόκων οφειλής δανειακών συμβάσεων. Στη συνέχεια, με το ν. 2912/2001 θεσπίστηκε σε νέα βάση ρύθμιση, η οποία αφορά τη συνολική εκ κεφαλαίου και τόκων οφειλή των δανειοληπτών. Ειδικότερα, με το άρθρο 42 του ανωτέρω νόμου, αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του προϊσχύσαντος άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και ορίσθηκε ότι «1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο μέχρι 31.12.2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. 2. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος». Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 30 του ν. 2789/2000 και 42 του ν. 2912/01, προκύπτει σαφώς, ότι με τη ρύθμιση της δεύτερης από αυτές σκοπήθηκε η, κατά τον κρίσιμο χρόνο προσδιορισμού της οφειλής (9-5-2001), αποστέρηση από τις τράπεζες του δικαιώματος, να καταλογίσουν σε βάρος των δανειοληπτών τα μέχρι  του  χρόνου  εκείνου  έξοδα (ΕΑ 7129/06, 5139/05, ΕΑ 4110/04).

Επακολούθησε ο ν. 3259/2004, με το άρθρο 39 του οποίου ορίστηκαν τα ακόλουθα: «1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους συμφωνά με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31 η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31 η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 3. Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω. Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης...6. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου πρέπει να συμολογούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης, εφαρμοζόμενης και στην περίπτωση αυτή της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 47 του Ν. 2873/2000, όπως ισχύει.... 8. Καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους, αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος. 12. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει». .................Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του ανωτέρω άρθρου 39 του ν. 3259/2004 «Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση. Για δάνεια, που χορηγήθηκαν πριν από το έτος 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία των οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου, η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του έτους 1990 ρύθμιση. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο. Και ως προς τις οφειλές αυτές ισχύουν οι λοιπές διατάξεις του παρόντος άρθρου». Σύμφωνα με τα παραπάνω, θεσπίζεται ειδική ρύθμιση σχετικά με τον υπολογισμό των οφειλών όσων είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες. Οι ως άνω προϋποθέσεις του άρθρου 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004 (δηλαδή η ιδιότητα του κατά κύριο επάγγελμα αγρότη, την οποία πρέπει να συγκεντρώνει το δικαιούμενο τοιούτων δανείων φυσικό πρόσωπο και η κατάταξη των δανείων ως αγροτικών) πρέπει να συντρέχουν κατά τη χορήγηση τούτων, γιατί τότε και μόνον καθορίζονται οι όροι και τα ειδικά χαρακτηριστικά της σύμβασης ως "αγροτικού" δανείου, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω η συνεχής άσκηση του αγροτικού επαγγέλματος. Επομένως, η ως άνω διάταξη έχει εφαρμογή και στην περίπτωση, που ο δανειολήπτης, κατά τον χρόνο της εξαιρετικής ρύθμισης της οφειλής, έχει απωλέσει την ιδιότητα του αγρότη. Επίσης, η εν λόγω διάταξη δεν αναφέρεται αποκλειστικώς σε φυσικά πρόσωπα, αλλά περιλαμβάνει και τα νομικά πρόσωπα, αρκεί αυτά αφενός μεν να έχουν συσταθεί από πρόσωπα, που είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, και αφετέρου η κύρια δραστηριότητα τους να συνίσταται, πράγματι, στην άσκηση γεωργικών εργασιών, σχετικών με συγκεκριμένη αγροτική εκμετάλλευση, από την οποία και αντλούν τα εισοδήματα τους, χωρίς να απαιτείται η συνδρομή άλλων προϋποθέσεων και ειδικότερα εκείνων, που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2520/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 13 του ν. 2601/1998, η συνδρομή των οποίων είναι αναγκαία για την εφαρμογή του τελευταίου αυτού νόμου και όχι του άρθρου 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004. Εξάλλου, κατά το άρθρο 70 Κ,Πολ.Δικ., όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής συντρέχει, όταν η αιτούμενη διάγνωση είναι το κατάλληλο μέσο, με το οποίο θα αρθεί η αβεβαιότητα, που υπάρχει στις σχέσεις των διαδίκων και θα αποτραπεί η βλάβη, που απειλείται κατά του ενάγοντος (ΑΠ 78/06). Η συνδρομή του άμεσου συμφέροντος, που επιτελεί νομοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, πρέπει να εκτίθεται με επίκληση από μέρος του ενάγοντος για το ορισμένο αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση το περιεχόμενο της αγωγής, που εκτέθηκε αναλυτικώς παραπάνω, υφίσταται έννομο συμφέρον των εναγόντων προς άσκηση της ως άνω αγωγής, αφού με αυτή ζητείται η άρση της αβεβαιότητας, που δημιουργήθηκε στην έννομη σχέση των διαδίκων, σχετικά με την εφαρμογή ή μη στις ένδικες δανειακές συμβάσεις του άρθρου 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004 και την έκταση της υποχρεώσεως των εναγόντων έναντι της εναγομένης από τον επαναπροσδιορισμό της απαιτήσεως της τελευταίας. Η αγωγή αυτή είναι πλήρως ορισμένη, αφού περιέχονται σ' αυτή όλα τα απαιτούμενα κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔικ στοιχεία, ήτοι ο χρόνος και ο αριθμός των συμβάσεων, που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, καθώς και το ύψος των εκταμιευθέντων, με βάση τις συμβάσεις αυτές, χρηματικών ποσών, η δραστηριότητα των δευτέρου και τρίτης των εναγόντων ως αγροτών κατά κύριο επάγγελμα, ενώ γίνεται και μνεία, ότι η κύρια δραστηριότητα της πρώτης των εναγομένων εταιρείας συνίσταται στην άσκηση γεωργικών εργασιών. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, ως στηριζόμενη στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και συνεπώς ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμος.

 ......... Με την υπ' αριθμ. 990/31-1-1990 απόφαση του Διοικητή της εναγομένης Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, εγκρίθηκε η υπαγωγή της ίδρυσης και λειτουργίας της πιο πάνω θερμοκηπιακής μονάδας στις διατάξεις του ν.1262/1982. Το συνολικό κόστος της επένδυσης ανήλθε σε 81.000.000 δρχ και καλύφθηκε κατά 35.529.000 δρχ από ισόποσο δάνειο, κατά 27.651.000 δραχμές από επιδότηση και το υπόλοιπο από ίδια συμμετοχή. Στα πλαίσια της προαναφερόμενης αγροτικής δραστηριότητας τους, οι ενάγοντες κατήρτισαν με την εναγομένη τις παρακάτω συμβάσεις και ειδικότερα: Α) Με την υπ' αριθμ. 8/24-1-1991 σύμβαση χορηγήθηκε στους ενάγοντες το πιο πάνω μεσοπρόθεσμο δάνειο ποσού 35.529.000 δραχμών ή 104.267,05 ευρώ, για την κατασκευή και τη λειτουργία της θερμοκηπιακής μονάδας της πρώτης ενάγουσας. Β) Με την υπ' αριθμ. 9/24-1-1991 σύμβαση χορηγήθηκε στους ενάγοντες βραχυπρόθεσμο δάνειο ποσού 27.651.000 δραχμών ή 81.147,47 ευρώ, έναντι επιδότησης. Γ) Με την υπ' αριθμ. 98/1-11-1991 σύμβαση οι ενάγοντες έλαβαν καλλιεργητικό δάνειο ποσού 3.000.000 δραχμών ή 8.804,11 ευρώ. Δ) Με την υπ' αριθμ. 62/1-6-1992 σύμβαση οι ενάγοντες έλαβαν δάνειο ποσού 5.000.000 δραχμών ή 14.673,51 ευρώ και Ε) Με την υπ' αριθμ. 56/15-7-1993 σύμβαση οι ενάγοντες έλαβαν δάνειο ποσού 4.000.000 δραχμών ή 11.738,81 ευρώ. Τα προαναφερόμενα υπό στοιχ. Γ, Δ' και Ε' δάνεια ήταν βραχυπρόθεσμα και χορηγήθηκαν στους ενάγοντες με σκοπό την καλλιέργεια των πιο πάνω θερμοκηπίων. Όλα τα ποσά από τις πιο πάνω συμβάσεις εκταμιεύτηκαν από την εναγόμενη και καταβλήθηκαν στους ενάγοντες (βλ. το υπ' αριθμ. 207/31-1-2007 έγγραφο της εναγομένης - Καταστήματος Πόρου). Έναντι της πιο πάνω συνολικής οφειλής έγινε μόνο μια καταβολή εκ μέρους των εναγόντων, ποσού 27.651.000 δραχμών ή 81.147,47 ευρώ, με την οποία εξοφλήθηκε το ποσό, που χορηγήθηκε με την υπ' αριθμ. 9/24-1-1991 δανειακή σύμβαση. Από τα ως άνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο (1991-1993), οπότε χορηγήθηκαν στους ενάγοντες τα πιο πάνω δάνεια, η πρώτη των εναγόντων εταιρεία ενάγουσα είχε ως κύρια δραστηριότητα την εκτέλεση αγροτικών εργασιών, αντλώντας τα εισοδήματα της από τη συγκεκριμένη αγροτική εκμετάλλευση, ενώ και οι μοναδικοί εταίροι αυτής, ήτοι οι συνοφειλέτες δεύτερος και τρίτη των εναγόντων, ήσαν, αλλά και εξακολουθούν να είναι, κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, τα συγκεκριμένα δε δάνεια χορηγήθηκαν για τις ανάγκες της εν λόγω επαγγελματικής δραστηριότητας τους, ήτοι για την ίδρυση και λειτουργία θερμοκηπίου για την καλλιέργεια φυτών. Μετά την ισχύ του ν. 3259/2004, οι ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση επαν