745/2008 ΜΠΡΟΔΟΠΗΣ: ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ 915 ΚΠολΔ

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 745/2008

 (Αριθμός κατάθεσης αίτησης Ασφ 589/2008) ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΠΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Κυριακή Φελεκίδου, Πρωτοδίκη, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέως.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στην Κομοτηνή την 2α Ιουλίου 2008 για να δικάσει την ακόλουθη υπόθεση:

ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ : 1) ΑΕ με την επωνυμία «Α.Σ. ΑΕ» και το διακριτικό τίτλο «Β. ΑΕ», η οποία εδρεύει στην Κομοτηνή και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α.Σ.του Ι. κατοίκου Κομοτηνής, 3) Ν.συζ. Α.Σ.του Ι. κατοίκου Κ. οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο διά των πληρεξούσιων δικηγόρων τους Πάρη Αναστασάκου (ΔΣ Αθηνών) και Ηρακλή Χατζηνέστωρος (ΔΣ Ροδόπης).

ΤΗΣ ΚΑΘΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ : Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ....ΑΕ», η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φ.Χ..

Οι αιτούντες ζητούν να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αύξοντα αριθμό κατάθεσης Ασφ 589/11-06-2008 και προσδιορίσθηκε δικάσιμος η παραπάνω αναφερόμενη.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 361 και 874 του ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 ΕμπΝ και 47 και 64 - 67 του ΝΔ «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών» της 17.07/13-08-1923, συνάγεται ότι, αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα συμφωνούν με σύμβαση να μην επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένα οι απαιτήσεις που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να φέρονται σε κοινό λογαριασμό με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβήνονται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού που θα γίνεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα σε τρόπο ώστε να αποτελέσει τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση το κατάλοιπο του λογαριασμού που τυχόν θα υπάρχει. Βασικό στοιχείο της έννοιας του αλληλόχρεου λογαριασμού είναι η ύπαρξη συμφωνίας υπαγωγής σε κοινό λογαριασμό απαιτήσεων και των δύο μερών, που θα προκύπτουν από τις συναλλαγές τους, και συνεπώς δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός αν δεν υπάρχει η δυνατότητα, τουλάχιστον, αποστολών και από τα δύο μέρη. Η ύπαρξη απλώς της δυνατότητας αυτής είναι αρκετή για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός και είναι αδιάφορο αν πραγματικά έγιναν κατά τη διάρκεια του αποστολές και από τα δύο μέρη ή αν μόνο από το ένα από αυτά (ΑΠ 79/1995 ΕΕμπΔ ΜΣΤ (1995). 570, ΑΠ 1524/1991 ΕλλΔνη 34.313, ΕφΑθ 3345/1999 ΝοΒ 48.54, ΕφΘεσ 117/2002 ΔΕΕ 2002.507, ΕφΘεσ 1051/2002 ΔΕΕ 2002.842, ΕφΘεσ 1301/2000 Αρμ ΝΕ (2001). 494). Χαρακτηριστικό της σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού είναι η απώλεια της αυτοτέλειας και ατομικότητας των επί μέρους απαιτήσεων και η μεταβολή τους σε απλά λογιστικά στοιχεία χρεοπίστωσης ενός ενιαίου λογαριασμού, με συνέπεια να είναι δικαστικά επιδιώξιμη μόνο η απαίτηση από τυχόν υπόλοιπο του λογαριασμού (βλ. Σπηλιόπουλου ΕρμΑΚ, άρθρο 112 ΕισΝΑΚ 717 και 5158, Λιακόπουλου σε ερμηνεία ΑΚ Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, υπό άρθρο 874 αρ. 2 και 3, ΑΠ 630/1992 ΕλλΔνη 35.85, ΑΠ 1524/1991 ΕλλΔνη 34.313, ΑΠ 1828/1988 ΕΕμπΔ ΜΒ (1991).238, ΕφΑΘ 5514/2003 ΔΕΕ 2003.1345, ΕφΑΘ 4164/1996 ΔΕΕ 1997.183, ΕφΠειρ 701/2001 ΠειρΝομ 2001.453). Ακόμη, από τη συμφωνία υπαγωγής σε κοινό λογαριασμό απαιτήσεων και των δύο μερών, που θα προκύπτουν από τις συναλλαγές τους, προκύπτουν, ως ειδικότερα χαρακτηριστικά του αλληλόχρεου λογαριασμού, αφενός η αμοιβαιότητα των εκατέρωθεν απαιτήσεων και αποστολών, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υφίσταται αλληλόχρεος λογαριασμός όταν δεν υπάρχει, όπως προαναφέρθηκε, τουλάχιστον δυνατότητα εκατέρωθεν αποστολών (εμπορευμάτων, μετρητών, συναλλαγματικών, επιταγών κλπ) και είναι αδιάφορο αν κατά τη διάρκεια αυτού έλαβαν χώρα πράγματι εκατέρωθεν αποστολές ή το ένα μόνον από τα μέρη προέβη σε τέτοιες, αφετέρου το αδιάθετο και ανεπιδίωκτο των επί μέρους απαιτήσεων που καταχωρούνται στο λογαριασμό, πράγμα που σημαίνει απώλεια γι' αυτές της ατομικότητας και μεταβολή τους σε στοιχεία χρεοπίστωσης ενός ενιαίου λογαριασμού, συγχώνευση τους σε μία, ώστε απαιτητό να είναι μόνο το κατάλοιπο, γεγονός το οποίο έχει σαν συνέπεια ότι πριν από το οριστικό ή προσωρινό κλείσιμο του λογαριασμού να μην είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη των επιμέρους απαιτήσεων (βλ. ΑΠ 1524/1991 ΕλλΔνη 34. 313, ΑΠ 918/1988 ΕΕμπΔ Μ'. 31, ΑΠ 434/1975, ΝοΒ 23.1227, ΕφΑΘ 4164/1996 ΔΕΕ 1997. 183, ΕφΑΘ 1299/1989 ΕλλΔνη 31.873, ΕφΑΘ 10028/1987 ΕλλΔνη 30.101, ΕφΑΘ 5367/1982 ΕΕμπΔ ΛΓ΄ 535 ΕφΘεσ 394/1989 ΕλλΔνη 30.1006, Σπηλιόπουλο, Ερμ. ΑΚ, Εισ.Ν.112, αριθ. 16 επ., Λιακόπουλο, σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, ΑΚ υπό άρθρο 874, αριθ. 1, 2, 3, Κ. Ρόκκα, Λογαριασμός και αλληλόχρεος λογαριασμός, Μελέται εμπορικού δικαίου II, 1971, σελ. 553 επ., Λιακόπουλο, παρατηρήσεις σε ΕΕμπΔ ΛΘ' 238 επ., ιδία 240 και εκεί παραπομπές στη νομολογία). Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρχει σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού όταν, από τη φύση της, ο ένας από τους συμβαλλόμενους γίνεται μόνον πιστωτής και ποτέ οφειλέτης του άλλου, ο άλλος δε μόνο οφειλέτης και ποτέ πιστωτής, δυνάμενος απλώς να εξοφλεί τμηματικά το χρέος του, αντίστοιχη απαλλαγή από το οποίο επιφέρει κάθε μια τμηματική καταβολή. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο τυχόν τηρούμενος από τον ένα συμβαλλόμενο λογαριασμός έχει τον χαρακτήρα απλού δοσοληπτικού λογαριασμού και όχι αλληλόχρεου με την προεκτεθείσα έννοια λογαριασμού (ΕφΑΘ 10028/1987, ό.π. και εκεί παραπομπές, ΕφΑΘ 7645/1982 Αρμ. 1983.971). Στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το ποσό του κλεισίματος από σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, αρκεί να αναφέρεται, ότι ανάμεσα στους διαδίκους συμφωνήθηκε, ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας, ότι ο λογαριασμός αυτός έκλεισε με ορισμένο υπόλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο θα αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών της βιβλίων και ότι το απόσπασμα αυτό, στο οποίο εμφαίνεται όλη η κίνηση του αλληλόχρεου λογαριασμού από την υπογραφή μέχρι το κλείσιμο της συμβάσεως, επισυνάπτεται στη σύμβαση, οπότε και δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται σε αυτή τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο επισυναπτόμενο απόσπασμα, από το οποίο κατά τη συμφωνία των διαδίκων αποδεικνύεται η απαίτηση της Τράπεζας (ΑΠ 1432/1998 ΕλλΔνη 40.91), το εν λόγω δε απόσπασμα, εφόσον υπάρξει τέτοια συμφωνία, αναγορεύεται σε μέσο αποδείξεως με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, είναι δε είδος αντιγράφου και ως εκ τούτου, για να έχει αποδεικτική δύναμη, πρέπει να βεβαιώνεται η ακρίβεια του από αρμόδια από το νόμο αρχή ή δικηγόρο (449 παρ.1 ΚΠολΔ., 52 του ΝΔ 3026/1954, 14 του Ν. 1599/1986) και όχι από τον κατά τον κανονισμό της Τράπεζας υπάλληλο. Επομένως, δεν είναι απαραίτητο να παρατίθενται στην αίτηση όλα τα εκατέρωθεν κονδύλια χρεοπιστώσεων, γιατί ο δικαστής δεν προβαίνει σε διαγνωστική διαδικασία, αλλά απλώς περιορίζεται να κρίνει αν η απαίτηση είναι νομικά βάσιμη και αν αποδεικνύεται από τα έγγραφα το ζητούμενο κατάλοιπο (ΕφΘεσ 773/1997 ΕλλΔνη 40.660), εκτός εάν το ποσό για το οποίο ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής στηρίζεται μόνο στην αναγνώρισή του, οπότε αρκεί στο εν λόγω δικόγραφο να αναφέρεται ο χρόνος του κλεισίματος του λογαριασμού και το ποσό της αναγνώρισης σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 873 έως 875 του Α.Κ. (βλ ΑΠ 1227/1999 ΕΕΝ 1999.192), όπως προαναφέρθηκε. Κατά συνέπεια, εάν ο οφειλέτης πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού αυτού εγγράφως υποσχέθηκε την παροχή του καταλοίπου ή μετά από οριστικό κλείσιμό του αναγνωριστεί το υπόλοιπο αυτό χρέος (κατάλοιπο) συνάπτεται κατά το άρθρο 874 ΑΚ αυτοτελής σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους που δημιουργεί χωριστή απαίτηση του δικαιούχου με βάση την οποία μπορεί και να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής, δεσμεύει δε και τον εγγυητή μέχρι του ανώτατου ορίου ευθύνης του που έχει τεθεί στη σύμβαση (βλ ΑΠ 46/1984 ΝοΒ 33.232, ΕφΑΘ 2206/1990 ΕλλΔνη 33.1223, ΕφΠειρ 599/1994 ΕΕμπΔ 1994.396, ΕφΛαρ 438/1994 ΕλλΔνη 36.409, ΕφΘεσ 3797/1990 Αρμ. ΜΕ 461). Άλλωστε, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 847, 848 και 851 του ΑΚ, συνάγεται ότι, εκείνος που εγγυήθηκε ότι ο οφειλέτης θα καταβάλλει την απαίτηση του δανειστή, η οποία συνίσταται στο κατάλοιπο από τη λειτουργία σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, ευθύνεται λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της σύμβασης εγγύησης, μέχρι του ποσού της κύριας οφειλής, ήτοι του ποσού της πίστωσης, για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για χρηματικές απαιτήσεις (κονδύλια λογαριασμού) που αναφέρονται σε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση παροχής πιστώσεως προς τον οφειλέτη, την εκπλήρωση της οποίας αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός εάν η μεταγενέστερη σύμβαση δεν είναι αυτοτελής, αλλά πρόσθετη με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της αρχικής πίστωσης, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή. Ακόμη, με αναγνώριση του τελικού καταλοίπου κάποιας περιόδου ισοδυναμεί και η πλασματική αναγνώριση που επέρχεται σε εκτέλεση σχετικής έγκυρης συμφωνίας των διαδίκων μερών (ΑΠ 1524/1991 ΕλλΔνη 34.313, ΕφΑΘ 43/1999 ΝοΒ 47. 629, ΕφΑΘ 5820/1996 ΔΕΕ 1998. 375, ΕφΑΘ 7466/1988 ΕλλΔνη 30.147, ΕφΑΘ 388/1970 ΝοΒ 18.841, ΕφΘεσ 1397/1999 ΔΕΕ 1999.1154, Κιτσικόπουλος, άρθρο 292 παρ. 19 επ. Ράμμος Εγχειρίδιο Αστικού Δικαίου τ. β', παρ. 227, σελ. 926), με την παρέλευση της προθεσμίας που θέτει η Τράπεζα στον πιστούχο, χωρίς ο τελευταίος να εκφράζει παρατηρήσεις (αντιρρήσεις) κατά του γνωστοποιημένου καταλοίπου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 του Ν. 1083/1980 «περί αγοράς και πωλήσεως συναλλάγματος και ξένων τραπεζικών γραμματίων», η Νομισματική Επιτροπή με αποφάσεις της δύναται να επιτρέπει τον εκτοκισμό των οφειλομένων τόκων στα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα, χωρίς οποιοδήποτε χρονικό ή άλλο περιορισμό. Από τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι παρασχέθηκε η εξουσιοδότηση στη Νομισματική Επιτροπή, υπό τον έλεγχο της οποίας είχε τότε τεθεί το όλο πλέγμα των τραπεζικών επιτοκίων, να επιτρέπει με αποφάσεις της τον ανατοκισμό των τόκων που οφείλονται στα πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία λειτουργούν στην Ελλάδα, χωρίς κανένα χρονικό ή άλλο περιορισμό. Με βάση αυτή τη νομοθετική εξουσιοδότηση εκδόθηκε η με αρ 289/30-10-1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Α 269/27-11-1980) και έχει ισχύ κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Με την απόφαση αυτή ορίσθηκε ότι η Νομισματική Επιτροπή αποφάσισε «όπως καθορίσει ότι ο εκτοκισμός των οφειλομένων εις τας τράπεζας και τους λοιπούς πιστωτικούς Οργανισμούς εν καθυστερήσει τόκων, δύναται να γίνεται από της πρώτης ημέρας καθυστερήσεως άνευ οιουδήποτε χρονικού ή άλλου περιορισμού», ενώ στο εδάφιο β αυτής της αποφάσεως αναφέρεται ότι ο λόγος εκδόσεως της είναι η αναγκαιότητα του εκτοκισμού των καθυστερουμένων τόκων ευθύς ως καταστούν απαιτητοί για την κάλυψη του αντιστοίχου εκτοκισμού των τόκων που οφείλουν οι τράπεζες στους καταθέτες τους και λοιπούς δανειστές τους. Με την εν λόγω απόφαση θεσπίστηκε, προκειμένου περί των τραπεζικών συναλλαγών, εξαίρεση ως προς τους περιορισμούς που τίθενται από τις διατάξεις των άρθρων 296 ΑΚ, 110 και 11 παρ. 2 ΕισΝΑΚ για τον ανατοκισμό οφειλόμενων τόκων. Σύμφωνα με την εξαίρεση αυτή, παρέχεται στις τράπεζες και στα πιστωτικά ιδρύματα η ευχέρεια, στο πλαίσιο του επιτρεπτικού κανόνα δικαίου που θέτει η ανωτέρω διάταξη, να εκτοκίζουν, ήτοι, κατά τον χρησιμοποιούμενο αυτόν οικονομικό όρο, να υπολογίζουν λογιστικώς τόκους επί των καθυστερουμένων τόκων από της πρώτης ημέρας της καθυστερήσεως τους, χωρίς τους «περιορισμούς» των πιο πάνω διατάξεων του ΑΚ και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου, ανεξαρτήτως δηλαδή αν πρόκειται για δεδουλευμένους ήδη τόκους ενός τουλάχιστον έτους ή εξαμήνου και ανεξαρτήτως αν η συμφωνία ανατοκισμού γίνεται εκ των υστέρων. Δεν προκύπτει όμως από τις ανωτέρω διατάξεις ότι οι καθυστερούμενοι τόκοι γίνονται αυτοδικαίως τοκοφόροι από της πρώτης ημέρας της καθυστερήσεως τους ή ότι μπορεί να εκτοκίζονται χωρίς να έχει τούτο συμφωνηθεί από τα μέρη, με μόνο τη μονομερή χρέωση τους από την τράπεζα ή με μονομερή δήλωση της τράπεζας. Διότι ο όρος «περιορισμός» αναφέρεται αποκλειστικά στον τρόπο, το χρόνο και τα εν γένει «όρια» που προνοούνται γενικά για τον ανατοκισμό, όχι δε και στη συμφωνία, η οποία δεν αποτελεί περιορισμό, αλλά προϋπόθεση, χωρίς την οποία δεν χωρεί ανατοκισμός. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από τη διατύπωση των διατάξεων του εξουσιοδοτικού νόμου ότι η Νομισματική Επιτροπή «δύναται να επιτρέπει» και της αποφάσεώς της ότι ο εκτοκισμός «δύναται να γίνεται», πράγμα που υποδηλώνει την ανάγκη συμβατικής πρόβλεψης. Αν ο νομοθέτης ήθελε τον αυτοδίκαιο ή με μονομερή ενέργεια ανατοκισμό των τόκων, θα είχε χρησιμοποιηθεί διαφορετική διατύπωση, θα είχε δε ορισθεί και η χρονική συχνότητα του ανατοκισμού. Επιπλέον, η παράλειψη πρόβλεψης της συχνότητας του ανατοκισμού, ενώ στη μοναδική περίπτωση που ο νομοθέτης επέτρεψε την αυτοδίκαιη έναρξη τόκου τόκων, του άρθρου 112 παρ. 1 ΕισΝΑΚ, προβλέπεται η χρονική αυτή συχνότητα, αποκλείει την εκδοχή του χωρίς προηγούμενη συμφωνία ανατοκισμού, με βάση την παραπάνω απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής. Διότι μια τέτοια εκδοχή θα κατέληγε στο άτοπο όχι απλώς μονομερούς αλλά και χρονικά απεριόριστου ανατοκισμού. Ούτε, βέβαια, δικαιολογεί την αντίθετη άποψη η αναφερόμενη στο κείμενο της αποφάσεως αιτιολογία ότι ο ανατοκισμός των οφειλόμενων στις τράπεζες τόκων είναι αναγκαίος για την κάλυψη του αντίστοιχου εκτοκισμού των τόκων που αυτές οφείλουν στους καταθέτες τους, αφενός μεν γιατί ο ανατοκισμός στις καταθέσεις, κατά το άρθρο 296 παρ. 2 ΑΚ, δεν βαρύνει υποχρεωτικά τις τράπεζες, ώστε, για ανακούφισή τους από το σχετικό οικονομικό βάρος, να καθιερωθεί αυτοδίκαιος ή μονομερής εκτοκισμός και των οφειλομένων σε αυτές τόκων από τη χορήγηση πιστώσεων, αλλά αντίθετα, προϋποθέτει «συμβατική» πρόβλεψη, αφετέρου δε γιατί οι τράπεζες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, κεφαλαιοποιούν τους τόκους των καταθέσεων των πελατών τους και υπολογίζουν τόκους επί των τόκων ανά εξάμηνο, κατά την κοινή δε πείρα τα επιτόκια που καταβάλλουν σ' αυτούς είναι κατά πολλές μονάδες χαμηλότερα από τα επιτόκια υπερημερίας που υπολογίζουν για τους καθυστερούμενους τόκους των οφειλετών τους. Η αναγνώριση στις τράπεζες του δικαιώματος να καθιστούν με μονομερή δήλωση τοκοφόρους τους καθυστερούμενους τόκους, θα σήμαινε την παραχώρηση σε αυτές διαπλαστικού δικαιώματος και για άμετρη ή υπέρμετρη επαύξηση της χρεώσεως του οφειλέτη, εκδοχή που δεν συμβιβάζεται προς τη γενική ρύθμιση του άρθρου 361 του ΑΚ, κατά το οποίο για την ποσοτική αλλοίωση της οφειλόμενης παροχής απαιτείται σύμβαση. Συνεπώς, η διατύπωση της αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής, κατά την οποία ο εκτοκισμός «δύναται να γίνεται από της πρώτης ημέρας καθυστερήσεως άνευ οιουδήποτε χρονικού ή άλλου περιορισμού», δεν μπορεί να έχει την έννοια της παροχής στην τράπεζα, με μόνη τη βούληση της, της δυνατότητας επιβάρυνσης του οφειλέτη της, αλλά έχει την έννοια ότι η εξαίρεση από τους περιορισμούς του ανατοκισμού επιτρέπεται μόνον εφόσον υπάρχει η προϋπόθεση ότι ο οφειλέτης έχει αποδεχθεί με σχετικό όρο στην πιστωτική σύμβαση τη δυσμενή γι' αυτόν μεταβολή της με τον ανατοκισμό των καθυστερούμενων τόκων (ΟλΑΠ 9/1998 ΔΕΕ 1998.180). Η θεσμοθετηθείσα με το άρθρ. 288 του ΑΚ αρχή κατά την οποία: «ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη», είναι εφαρμοστέα επί της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων και του οφειλέτη και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτής, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους, ή δεν συντρέχουν οι για την τυχόν προβλεπόμενη προστασία απαιτούμενες προϋποθέσεις. Λειτουργεί δε η παραπάνω αρχή τόσο ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα, όσο και ως διορθωτική αυτών, κατά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης στο συμφωνημένο μέτρο, των συμβατικών παροχών και παρέχει στο Δικαστή τη δυνατότητα όπως βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που αντλούνται από την έννομη τάξη και των αντιλήψεων που κρατούν στις συναλλαγές, κατ' απόκλιση από το συμφωνηθέντα, να προσδιορίζει την εκπληρωτέα παροχή, είτε περιστέλλοντας, είτε επεκτείνοντας το συμφωνημένο μέγεθος, ώστε αυτή ν' ανταποκρίνεται στις κατά τον χρόνο εκπλήρωσης απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης (βλ. ΟλΑΠ 927/1982 ΝοΒ 31.214). Είναι φανερό από τα προαναφερθέντα ότι η διάταξη αυτή (άρθρ. 288 ΑΚ) για να εφαρμοσθεί προϋποθέτει ανάληψη υποχρέωσης από έγκυρη σύμβαση (ΟλΑΠ 7/1996 ΕλλΔνη 37.1050, ΑΠ 17/1962 ΝοΒ 10.1056, ΑΠ 616/1964 ΝοΒ 13.311), ενώ, αντίθετα, η ίδια διάταξη δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στην περίπτωση που δεν υπάρχει σύμβαση - ενοχικός δεσμός (ΕφΑΘ 3298/1998 ΔΕΕ 1998.983). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του Ν. 2789/2000 «κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα δεν δύναται να υπερβεί το πιο κάτω αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαίτησης, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος αυτών, ή, όπου δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, από τότε που η απαίτηση κατέστη εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τους όρους της οικείας σύμβασης ή κατά το νόμο : α) το τετραπλάσιο εάν τα ως άνω περιστατικά συνέβησαν μέχρι την 31/12/1985 β) το τριπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό α' ημερομηνία και μέχρι την 31/12/1990 γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό β' ημερομηνία και μέχρι την 15/4/1998». Κατά δε την παράγραφο 4 του ίδιου πιο πάνω άρθρου του εν λόγω νόμου : «Από της ισχύος του παρόντος νόμου τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται : α) να γνωστοποιούν, εντός προθεσμίας ενενήντα ημερών από την υποβολή σχετικής αίτησης, στους οφειλέτες που οι οφειλές τους εμπίπτουν στη ρύθμιση της παραγράφου 1, το ύψος της οφειλής τους κατά κεφάλαιο και τόκους β) να μη λογίζουν τόκους για τη συνολική οφειλή όπως αυτή θα διαμορφωθεί μετά την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, μέχρι τις 30 Απριλίου