3618/2008 ΜΠΠΑΤΡΩΝ-ΑΣΦ/ΚΑ: ΟΡΘΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ §1

 

Αριθμός 3618/ 2008

(αριθμ. κατάθ. 3720/2008)

 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

Αποτελούμενο από το Δικαστή Γεώργιο Αντωνιάδη, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος Πρωτοδικών, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 9 Ιουλίου 2008, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αιτούντων α) Φ.Κ. του Κ. και β) Κ.Κ. του Φ., κατοίκων Πατρών, οι οποίοι παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, Κωνσταντίνου Σκουζέ, και Πάρι Αναστασάκου, δικηγόρων Πατρών και Αθηνών αντίστοιχα.

Της καθ' ης η αίτηση: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ....Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της ...........

Οι αιτούντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 26-6-2008 αίτηση τους, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αυξ. αριθ. 3720/3-7-2008, και ορίστηκε δικάσιμος η παραπάνω.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των

διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να

γίνουν δεκτά όσα διαλαμβάνονται στα σημειώματα που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 30 Ν. 2789/2000, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τα άρθρα 47 Ν. 2873/2000, 42 Ν. 2912/2001 και 39 Ν. 3259/2004 (ΦΕΚ 149/4-8-2004), εγκαθίδρυσε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του τελευταίου από τους προαναφερόμενους νόμους, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει τα, περιοριστικά αναφερόμενα στον εν λόγω νόμο, πολλαπλάσια του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 1 Ν. 3259/2004 "1) Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2) Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004, οι οφειλέτες ή εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 3) Με τη ρύθμιση αυτή καθιερώνεται διαδικασία υποβολής των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων σε αναπροσαρμογή ή επαναρρύθμιση, διαδικασία που κινείται με την υποβολή σχετικής αίτησης από τον εκάστοτε οφειλέτη και λήγει με τη γνωστοποίηση από το πιστωτικό ίδρυμα του ύψους της επανακαθορισθείσας οφειλής κατά κεφάλαιο και τόκους, όπως αυτή θα διαμορφωθεί με την εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων. Σύμφωνα με το γράμμα αλλά και το σκοπό αυτών των διατάξεων, η υποχρέωση επανακαθορισμού των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων επιβάλλεται ως γενικός όρος για την ικανοποίηση τους, ενώ οι εξαιρέσεις από τη διαδικασία προβλέπονται περιοριστικά και ως τέτοιες πρέπει να ερμηνεύονται στενά.

Στην προκείμενη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση, οι αιτούντες ζητούν να ανασταλεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως που επισπεύδεται από την καθ' ης σε βάρος τους με βάση την 17504/4-3-2008 δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού και αναγγελία απαίτησης της Συμβ/φου Πατρών Σαπφούς Παπαγιαβή και την 2167/16-5-2008 α' επαναληπτική περίληψη συνέχισης δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Ανδρέα Παναγιωτόπουλου, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ανακοπής που νομότυπα και εμπρόθεσμα άσκησαν οι ίδιοι (αιτούντες) κατά της εκτέλεσης, σύμφωνα με το άρθρο 938 ΚΠολΔ για τους λόγους που αναφέρονται στην ανακοπή, για το λόγο ότι θα ευδοκιμήσει αυτή και αφετέρου θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη από τη συνέχιση της εκτελεστικής διαδικασίας. Με αυτό το περιεχόμενο, η αίτηση αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του δικαστηρίου κατά την προκείμενη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, είναι δε αρκούντως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στα άρθρα 933, 938 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα των αιτούντων, Φ.Κ. του Α., που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, των όσων εξέθεσαν, προφορικά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και εγγράφως στα σημειώματα τους, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, πιθανολογείται η ευδοκίμηση των λόγων της ανακοπής, οι οποίοι άπαντες ανάγονται στον εσφαλμένο επαναπροσδιορισμό της συνολικής οφειλής των αιτούντων από τη συναφθείσα με την καθ' ης τράπεζα 519/23-3-1994 σύμβαση πιστώσεως, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004. Ειδικότερα πιθανολογείται η ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της ανακοπής με τους οποίους οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι, ενώ υπέβαλαν εμπρόθεσμα στις 25-10-2004 την από 18-10-2004 αίτηση τους προς την καθ' ης περί επαναπροσδιορισμού της απαιτήσεως τους με βάση το άρθρο 39 του Ν. 3259/2004, η καθ' ης, αντί να προβεί στον ορθό επαναπροσδιορισμό της απαιτήσεως της και, στη συνέχεια, να ρυθμίσει την εξόφληση αυτής, εμμένει αυθαίρετα με την επίσπευση πλειστηριασμού, στις 16-7-2008, ακινήτου των αιτούντων, για την είσπραξη της απαίτησης της, της οποίας το ύψος, που ανέρχεται σε 80.125,65 ευρώ, δεν είναι πραγματικό, αφού δεν έγινε ορθός επαναπροσδιορισμός της οφειλής σύμφωνα με το άρθρο 39 του Ν. 3259/2004 και για τον πρόσθετο λόγο ότι κατά τον προσδιορισμό της αφετηρίας της βάσης της οφειλής παρανόμως έχουν υπολογιστεί ποσά που προέρχονται από ανατοκισμό τόκων και τις εισφορές του Ν. 128/75 και, επίσης, η καθ' ης όφειλε να επαναπροσδιορίσει την απαίτηση της με βάση το ανωτέρω άρθρο του Ν. 3259/2004 χρησιμοποιώντας το συντελεστή 2 και όχι 3 όπως εσφαλμένα έπραξε αυτή με την από 9-12-2004 απαντητική επιστολή της στην ως άνω αίτηση των αιτούντων, καθόσον η τελευταία εκταμίευση έγινε στις 10-3-1998, εντός της τρίτης περιόδου που καθορίζεται από το εν ισχύ άρθρο 42 παρ. 1 του Ν. 2912/2001. Πιθανολογείται δηλαδή ότι η καθ' ης δεν αναπροσάρμοσε την απαίτηση της σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 και, επομένως, δεν μπορούσε να συνεχίσει έγκυρα τη σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση. Εξάλλου ο σχετικός ως άνω λόγος της ανακοπής ο οποίος κατά τα ανωτέρω πιθανολογήθηκε βάσιμος, παραδεκτά και εμπρόθεσμα προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. Ιβ' του ΚΠολΔ αφού αφορά στην απαίτηση και όχι στον τίτλο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η καθ' ης. Περαιτέρω, πιθανολογήθηκε ότι από τη συνέχιση της εκτελεστικής διαδικασίας, θα υποστούν οι αιτούντες ανεπανόρθωτη βλάβη, καθόσον θα καταστεί επώδυνη και πολύ δυσχερής η επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, σε περίπτωση δικαιώσεως τους εκ των υστέρων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η αίτηση να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, και να ανασταλεί η εκτελεστική διαδικασία. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα της καθ' ης, κατ' άρθρο 178 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την αίτηση.

Αναστέλλει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος των αιτούντων από την καθ' ης, με βάση την 17504/4-3-2008 δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού και αναγγελία απαίτησης της Συμβ/φου Πατρών Σαπφούς Παπαγιαβή και την 2167/16-5-2008 α' επαναληπτική περίληψη συνέχισης δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Ανδρέα Παναγιωτόπουλου, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της από 25-6-2008 και με αριθμό κατάθεσης 2930/27-6-2008 ανακοπής που νομότυπα και εμπρόθεσμα άσκησαν οι αιτούντες κατά της εκτέλεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και υπό τον όρο συζητήσεως της κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 20-10-2009.

Καταδικάζει τους αιτούντες στα δικαστικά έξοδα της καθ' ης η αίτηση, τα οποία ορίζει σε διακόσια σαράντα (240,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του στην Πάτρα στις 14 Ιουλίου 2008, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων με την παρουσία και της Γραμματέως Χρυσούλας Κατσαΐτη.