4025/2008 ΜΠΑ - ΤΑΚΤΙΚΗ :ΕΡΜΗΝΕΙΑ §1 - ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ 2

 

                                           Αριθμός Αποφάσεως

                                           4025 / 2008

                    ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Γεωργία-Ελένη Παπαγιαννοπούλου, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών και τη γραμματέα Φωτεινή Μαρίνου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2007 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγόντων: 1) Η.Φ. του Α. και 2) Ε. συζ. Α.Φ.το γένος Η.και Ά.Κ. κατοίκων Ηλιουπόλεως Αττικής, οι οποίοι παραστάθηκαν ο πρώτος μετά και η δεύτερη δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίας Βωβού.

Της εναγομένης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία .ΤΡΑΠΕΖΑ . ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και νόμιμα εκπροσωπείται την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της ...................

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 5-10-2005 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό 8167/2005 και μετά από νόμιμη αναβολή, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

                       ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 

                                 ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ  

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 Ν. 3259/4-8-2004 ("Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών και άλλες διατάξεις" Φ.Ε.Κ. 149/4-8-2004): "1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους, ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν "περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 3.   Παρέλευση   της  προθεσμίας  της  προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με  τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω. Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης". Από την διατύπωση της παραγράφου 1 της πιο πάνω διάταξης, σε συνδυασμό με αυτήν της παραγράφου 12 του 1 ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία "κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει", συνάγεται ότι το πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 και 2 του Ν. 2912/2001, περιορίστηκε με το άρθρο 39 παρ. 1 του Ν. 3259/2004 μόνο ως προς τα ανώτατα όρια, ήτοι του τετραπλασίου της απαιτήσεως που οριζόταν με τον παραπάνω νόμο και δεν καταργήθηκαν οι διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού. Αντίθετη ερμηνεία θα ήταν πέρα από τη βούληση του νομοθέτη, που ήταν η διαμόρφωση ευνοϊκότερων υπολοίπων οφειλών και η διευκόλυνση των οφειλετών στην αποπληρωμή των προκυπτόντων υπολοίπων, Περαιτέρω, από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, προκύπτει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου, επιπλέον να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση των διαδικασιών που ήδη έχουν αρχίσει μέχρι 31-12-2004, ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Δεν γίνεται δηλαδή ειδική μνεία στο νόμο περί αποκλεισμού εκείνων των οφειλών, οι οποίες στο σύνολο τους δεν υπερβαίνουν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου, ούτε και σκοπός του νομοθέτη ήταν να αποκλειστούν εκείνες από τις περιπτώσεις που δεν υπερβαίνουν στο σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου και με τον τρόπο αυτό να αποκλειστούν των ευεργετικών διατάξεων του νόμου για την αναστολή των διαδικασιών της εκτελέσεως. Εξάλλου με τη διαδικασία επανακαθορισμού των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων και αναπροσαρμογής αυτών σε ορισμένα ποιοτικά και ποσοτικά όρια, οι απαιτήσεις αυτές κατέστησαν ex lege απαιτήσεις υπό όρο, εξαρτώμενες από τη διαδικασία επανακαθορισμού. Κατά νομική ακριβολογία, η ρύθμιση αυτή καθιέρωσε έναν οιονεί όρο του ενεργού των τραπεζικών δανειακών συμβάσεων, με την έννοια ότι εξάρτησε την ενέργεια τους ως δικαιοπραξιών από την πραγματοποίηση γεγονότος - τη διαδικασία επανακαθορισμού - που επιβάλλεται να συντρέξει μετά την έναρξη της ισχύος τους. Η εξάρτηση από αυτού του είδους τα γεγονότα, όπως γίνεται θεωρητικά δεκτό, κατά το χρόνο που εκκρεμεί η πλήρωση του όρου, θεωρείται ότι καθιστούν την ισχύ της δικαιοπραξίας μετέωρη, ενώ οι όροι του ενεργού που προβλέπονται από το νόμο, από την άποψη της λειτουργίας τους αντιμετωπίζονται ως αιρέσεις, το βάρος της αποδείξεως της πληρώσεως των οποίων  φέρει εκείνος που επικαλείται την  ενέργεια  της δικαιοπραξίας. Αποτέλεσμα επομένως της εξαρτήσεως των τραπεζικών δανειακών συμβάσεων από τον όρο του επανακαθορισμού τους είναι ότι οι απαιτήσεις, που από αυτές απορρέουν, κατέστησαν ήδη απαιτήσεις μη βέβαιες, ως απαιτήσεις εξαρτώμενες από την πραγματοποίηση όρου (ΜΠΑ 2789/2006 Αρμ 2006.1408, ΜΠΘεσ 21628/2006 καταχωρημένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΜΠΒερ 560/2006 Αρμ 2006. 1238. ΜΠΑ 7101/2005 καταχωρημένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, επίσης σχετικά με τα όσα υποστηρίχθηκαν και υπό το ανάλογο καθεστώς του άρθρου 30 Ν. 2789/2000, σε Π. Γέσιου-Φαλτσή, Ζητήματα από την εφαρμογή του άρθρου 30 Ν. 2789/2000 για τον, επανακαθορισμό των προς τα πιστωτικά ιδρύματα οφειλών και προϋποθέσεις αναγκαστικής εκτελέσεως με βάση το ν.δ. του 1923, ΕλλΔνη 44.102 επ. και ιδίως σελ. 109, Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, έκδ. 1997, παρ. 28, αριθμ. 22, σελ. 275, Καράση, Εγχειρίδιο Γενικών  Αρχών Αστικού Δικαίου, έκδ. 1996, σελ. 13 επ.). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, ορίζεται, ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα, εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/98, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: Pressos Compania Naviera S.A. κ.ά. κατά Βελγίου (1995). Pine Valley Development κατά Ιρλανδίας 1995). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ "ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη και διατηρεί την ισχύ του εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά". Παρά ταύτα, δεν υπάρχει στο Σύνταγμα γενική απαγόρευση αναδρομικότητας του νόμου (ΟλΑΠ 1067/79), αρκεί να μη παραβιάζονται το άρθρο 4 παρ. 1 περί ισότητας και το άρθρο 17 του Συντάγματος περί προστασίας της ιδιοκτησίας (ΟλΑΠ 4 και 7/90). Κατά την παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο". Στην έννοια της ιδιοκτησίας, κατά την αληθινή ερμηνεία της διάταξης αυτής, σύμφωνη και προς το ανωτέρω άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, πρέπει να νοηθεί ότι περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Τέτοιες ενοχικές αξιώσεις είναι κατά το ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικαιολόγητος πλουτισμό, ήτοι το δικαίωμα αναζήτησης των καταβληθέντων αχρεωστήτως, εφόσον η καταβολή δεν έγινε με βάση δικαστική απόφαση μη ανατραπείσα. Περαιτέρω, με την απόφαση 289/30.10.1980 της Νομισματικής Επιτροπής (ΦΕΚ Α1 269/27-11-1980) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 6 του Ν. 1083/1980 "περί αγοράς και πωλήσεως συναλλάγματος και ξένων τραπεζικών γραμματίων", θεσπίσθηκε, προκειμένου περί των τραπεζικών συναλλαγών εξαίρεση ως προς τους περιορισμούς που τίθενται από τις διατάξεις των άρθρων 296 ΑΚ, 110 και 111 παρ. 2 ΕισΝΑΚ για τον ανατοκισμό οφειλόμενων τόκων. Σύμφωνα με την εξαίρεση αυτή, παρέχεται στις Τράπεζες και στα πιστωτικά ιδρύματα η ευχέρεια και υπό τη ρητή προϋπόθεση ότι τούτο έχει συμφωνηθεί οποτεδήποτε με τον οφειλέτη, να "εκτοκίζουν", ήτοι να υπολογίζουν λογιστικώς τόκους επί των καθυστερούμενων τόκων από της πρώτης ημέρας της καθυστέρησης τους, χωρίς τους ανωτέρω "περιορισμούς" του ΑΚ και του ΕισΝΑΚ. Ενώ, αν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, ο εκτοκισμός γίνεται κατά τις συνήθεις διατάξεις και συνεπώς, κάθε καταβολή του οφειλέτη προς την Τράπεζα που αφορά τόκους τόκων που καταλογίσθηκαν πέρα από τα προβλεπόμενα με τις συνήθεις διατάξεις, μπορούν να αναζητηθούν, ως αχρεωστήτως καταβληθέντα, με βάση το άρθρο 904 ΑΚ (ΟλΑΠ 8 και 9/1998). Η κατά τον ανωτέρω τρόπο εφαρμογή των κανόνων   δικαίου   που   προεκτέθηκαν   επιβεβαιώθηκε   και   από  την επακολουθήσασα διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2601/1998, κατά την οποία, εφόσον δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού μεταξύ τράπεζας και δανειολήπτη, η τράπεζα δεν μπορεί να ανατοκίζει τους οφειλόμενους σ αυτήν τόκους, παρά μόνο κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 εδ. β' του Ν. 2789/2000, που αφορά τον ανατοκισμό επί δανειακών συμβάσεων που έκλεισαν οριστικά, ορίζεται ότι "καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους από τους οφειλέτες ή τρίτους, είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία". Η διάταξη αυτή (του άρθρου 30 παρ. 2 εδ. β' του Ν. 2789/2000), με την οποία αποκλείεται η αναζήτηση των ποσών που καταβλήθηκαν για τις αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις, δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 2 παρ. 1 και 17 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι τα καταβληθέντα αυτά ποσά, κατά τη δημοσίευση του νόμου είχαν εξέλθει νομίμως της περιουσίας του καταβάλλοντος και δεν αποτελούσαν πλέον περιουσιακό του στοιχείο ή κεκτημένο "οικονομικό συμφέρον" αυτού και συνεπώς ο νομοθέτης αποκλείοντας την αναζήτηση τους, δεν παραβιάζει τους προαναφερθέντες υπέρτερης αξίας κανόνες (ΑΠ. 1780/2005,1284/2005,1283/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες, με την υπό κρίση αγωγή, κατ' εκτίμηση του δικογράφου αυτής, εκθέτουν ότι δυνάμει του με αριθμ. 15834/1992 συμβολαίου ενυπόθηκου δανείου της Συμβολαιογράφου Πειραιώς, Αικατερίνης Γκορίτσα - Τριαντάφυλλου (σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 15844/1992 πράξη λήψεως της ιδίας συμβολαιογράφου) συνομολογήθηκε μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και της πρώην Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, που στη συνέχεια συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την εναγομένη, δάνειο τοκοχρεωλυτικό ενυπόθηκο, ποσού 5.000.000 δρχ άλλως 14.673,51 Ευρώ, εξοφλητέο σε προθεσμία 9 ετών, με την καταβολή 18 ισόποσων εξαμηνιαίων δόσεων, με επιτόκιο 24,5 %, της πρώτης δόσης καταβληθείσης την 25/3/1993. Επίσης δυνάμει του υπ' αριθμ. 16096/1992 συμβολαίου ενυπόθηκου δανείου της ιδίας Συμβολαιογράφου Πειραιώς, Αικατείνης Γκορίτσα - Τριαντάφυλλου σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ.  16116/1992 πράξη λήψεως της ιδίας Συμβολαιογράφου) συνομολογήθηκε μεταξύ του πρώτου επίσης ενάγοντος και της πρώην Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, που στη συνέχεια συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την εναγομένη, δάνειο τοκοχρεωλυτικό ενυπόθηκο, ποσού 3.500.000 δρχ άλλως 10.271,46 Ευρώ, εξοφλητέο σε προθεσμία 10 ετών, με την καταβολή 20 ισόποσων εξαμηνιαίων δόσεων, με επιτόκιο 23,25 %, της πρώτης δόσης καταβληθείσης την 27/11/1992. Ότι στις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις, η δεύτερη ενάγουσα, Ευαγγελία Φιλιππή υπέγραψε ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη ως επικαρπώτρια του ακινήτου που αναφέρεται στις δανειακές συμβάσεις. Ότι παρά το γεγονός ότι σε εξόφληση του ένδικου δανείου έγιναν, μέχρι την 4/8/2004, καταβολές ύψους 15.801.408 δρχ. άλλως 46.372,44   Ευρώ, η εναγομένη με σχετικές επιστολές της, τους γνωστοποίησε ότι το ύψος της συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής τους, με βάση τους όρους των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων, ανερχόταν στις 4/8/2004 στο ποσό των 11.037,84 Ευρώ για το πρώτο δάνειο και το ποσό των 8.897,20 Ευρώ για το δεύτερο δάνειο λόγω εφαρμογής των διατάξεων της 289/80 απόφασης της Ν.Ε., παρά το γεγονός ότι δεν είχε από τη σύμβαση δικαίωμα να εκτοκίζει. Ότι μετά την έκδοση του άρθρου 39 Ν. 3259/2004 κοινοποιήθηκε στην εναγομένη αίτηση για αναπροσαρμογή της οφειλής τους από τις ένδικες συμβάσεις δανείου, στην οποία η εναγομένη τους γνωστοποίησε με την από 1/4/2005 απάντηση της ότι η οφειλή από τις επίδικες δανειακές συμβάσεις επαναπροσδιορίστηκε για μεν το Πρώτο δάνειο στο ποσό των 4.346,10 Ευρώ, διαγραφομένου του ποσού των 6.691,74 Ευρώ, για δε το δεύτερο δάνειο στο ποσό των 7.967,53 Ευρώ, διαγραφομένου στο ποσό των 929,67 Ευρώ. Ότι το αωωτέρω αποτέλεσμα προέκυψε διότι η εναγομένη παράνομα και παρά το γεγονός ότι τα κεφάλαια αμφοτέρων των δανείων χορηγήθηκαν το έτος 1992, χρησιμοποίησε συντελεστή 3 για τον πολλαπλασιασμό της βάσης κι όχι 2, ως όφειλε, κατά τους ειδικότερα διαλαμβανόμενους στην αγωγή λόγους. Ότι, ωστόσο, κατά τον ορθό υπολογισμό του υπολοίπου, με βάση τα ανωτέρω, το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο περιορίζεται στο συνολικό ποσό των 3.517,50 Ευρώ. Με βάση το πιο πάνω ιστορικό ζητεί: α) να αναγνωριστεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 39 Ν. 3259/2004 από τις ένδικες συμβάσεις δανείου η συνολική οφειλή της ανέρχετο στο ποσό των 3.517,50 Ευρώ, το οποίο μπορεί να εξοφληθεί με βάση τη χρονική ρύθμιση του εδ. δ' της παρ. 2 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να υπαγάγει την παραπάνω οφειλή στη χρονική ρύθμιση του εδ. δ της παρ. 2 του άρθρου 39 Ν. 3259/2004 ήτοι να ορισθεί η αποπληρωμή σε διάρκεια επτά ετών εκ των οποίων δύο έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος, καθοριζομένων και των ισόποσων περιοδικών δόσεων, οι οποίες θα είναι έντοκες με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις, γ) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη της καταβάλει το συνολικό ποσό των 8.730,13 Ευρώ ως αχρεωστήτως καταβληθέν εντόκως από 4/8/2004, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και δ) να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική της δαπάνη. Με το πιο πάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή παραδεκτά και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο (αρθρ. 14 παρ. 2 και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία. Περαιτέρω η αγωγή κρίνεται επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και σε αυτές των άρθρων 70 και 176 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλλει το συνολικό ποσό των 8.730,13 Ευρώ ως αχρεωστήτως καταβληθέν εντόκως από 4/8/2