3815/2008 ΠΠΑ - ΤΑΚΤΙΚΗ:ΕΡΜΗΝΕΙΑ §5 - ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΙΔΙΟΤΗΤΑ

 

                                 Αριθμός Απόφασης 3815 /2008

                     ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Ανδρέα Κράνη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Πολυξένη Τσουκαλά, Πρωτοδίκη, Σοφοκλή Μορφόπουλο, Πρωτοδίκη - Εισηγητή, και από τη Γραμματέα Ευαγγελία Καραλή.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 7 Φεβρουαρίου 2008 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ : 1) Α.Ε. με την επωνυμία «.......Α.Ε.» που εδρεύει στο Κρόκιο Αλμυρού και εκπροσωπείται νόμιμα 2) Ξ.Χ.Π., κατοίκου Αλμυρού και 3) Α.Χ.Π., κατοίκου Αλμυρού, που παραστάθηκαν η πρώτη δια και οι λοιποί μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, Δημητρίου Χατζηαποστόλου και Πάρι Αναστασάκου.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ : «......... ΤΡΑΠΕΖΑ .. Α.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, ..........

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 10/10/2005 αγωγή τους, η οποία  κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης 171286/2005 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 9835/2005, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 18/01/2007, κατά την οποία η συζήτηση της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις τους.

                                  ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ   

                                ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι ενάγοντες εκθέτουν στην αγωγή τους ότι η πρώτη των εναγόντων είναι ανώνυμη εταιρία με σκοπό την παραγωγή, εισαγωγή, εξαγωγή και διάθεση γενικά πολλαπλασιαστικού υλικού καλλωπιστικών φυτών και συναφών πρώτων υλών, με μοναδικούς μετόχους, κατά ποσοστό 50% ο καθένας, το δεύτερο και τον τρίτο των εναγόντων, καθώς και ότι η πρώτη των εναγόντων, ως πρωτοφειλέτης, με την εγγύηση του δεύτερου και του τρίτου των εναγόντων, σύναψε με την εναγόμενη τις δύο συμβάσεις παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό που αναφέρονται στην αγωγή, ύψους 90.000.000 δραχμών η πρώτη και 100.000.000 δραχμών η δεύτερη, από τις οποίες η πρώτη των εναγόντων ανέλαβε ποσό ύψους 61.700.000 δραχμών (ως προς την πρώτη σύμβαση) και ποσό ύψους 64.568.599 δραχμών (ως προς τη δεύτερη σύμβαση). Ότι στη συνέχεια οι ενάγοντες υπέβαλαν στην εναγόμενη αίτηση περί υπαγωγής του χρέους τους στις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 και ότι, ενώ αρχικά η εναγόμενη με δύο σχετικά έγγραφα της γνωστοποίησε στους ενάγοντες ότι η οφειλή τους υπάγεται στις προαναφερόμενες διατάξεις, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται πλέον η οφειλή τους, στη συνέχεια, με σχετική εξώδικη δήλωση, τους γνωστοποίησε ότι η οφειλή τους δεν υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 3259/2004. Ύστερα από όσα αναφέρθηκαν, ζητούν να αναγνωριστεί ότι, οι με αριθμούς 137/1986 και 111/1988 συμβάσεις δανείων, στις οποίες συμβλήθηκαν ως πρωτοφειλέτης η πρώτη των εναγόντων και ως εγγυητές ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγόντων, υπάγονται στη διάταξη του άρθρου 39 § 5 του Ν. 3259/2004, αφού το ποσό που λήφθηκε αρχικά και το οποίο όφειλαν οι ενάγοντες είναι κάτω από το ποσό των 400.000 Ευρώ και συγκεκριμένα ανέρχεται στο ποσό των 61.700.000 δραχμών (ως προς την πρώτη σύμβαση) και στο ποσό των 64.568.599 δραχμών (ως προς τη δεύτερη σύμβαση), δηλαδή στο συνολικό ποσό των 126.268.569 δραχμών ή 370.560 Ευρώ, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, καθώς και να καταδικαστεί η εναγόμενη στα δικαστικά τους έξοδα.

    Με αυτό το περιεχόμενο, η αγωγή αρμόδια (άρθρα 18 § 1, 25 § 2 ΚΠολΔ) και παραδεκτά (βλ. και ΑΠ 224/2007, ΧρΙΔ 2007, 622 & ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, για το ότι ως έννομη σχέση, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της οποίας ζητείται να αναγνωριστεί με αναγνωριστική αγωγή, θεωρείται η βιοτική σχέση που ρυθμίζεται από το δίκαιο και συνεπάγεται ή ενέχει ως περιεχόμενο της σε σχέση με άλλο πρόσωπο ή αντικείμενο ένα τουλάχιστον δικαίωμα ή μία υποχρέωση είτε δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και όχι απλών πραγματικών γεγονότων ή προϋποθέσεων δικαιώματος ή αξίωσης, καθώς και ΑΠ 335/2006, ΧρΙΔ 2006, 622 & ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, για το ότι θεωρείται ότι υπάρχει έννομο συμφέρον για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής και όταν η αναγνώριση που ζητείται θα διαλευκάνει την αμφισβήτηση που υπάρχει και θα άρει την αβεβαιότητα που προκύπτει από αυτήν την αμφισβήτηση σχετικά με την ύπαρξη ή την ανυπαρξία κάποιας έννομης σχέσης, από την οποία εξαρτάται η γέννηση δικαιωμάτων του ενάγοντος, ο οποίος έτσι θα διευκολυνθεί στην άσκηση των δικαιωμάτων του αυτών, ακόμη και από την αποτροπή μελλοντικών διενέξεων που θα έχει ενδεχομένως ως αποτέλεσμα η δημιουργία δεδικασμένου με την τελεσίδικη απόφαση που θα εκδοθεί για την αναγνωριστική αγωγή, σχετικά με την έννομη αυτή σχέση, ενώ στην προκείμενη περίπτωση το αίτημα της αγωγής αφορά αναγνώριση έννομης σχέσης, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της εναγόμενης, και το έννομο συμφέρον των εναγόντων είναι πρόδηλο, αφού από την έκβαση της αγωγής εξαρτάται η υποχρέωση των εναγόντων απέναντι στην εναγόμενη ως προς τις προαναφερόμενες δανειακές συμβάσεις, καθώς και το μέγεθος αυτής της υποχρέωσης) εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, και είναι επαρκώς ορισμένη, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της εναγόμενης, και είναι νομικά βάσιμη (άρθρο 30 του Ν. 2789/2000, άρθρο 39 του Ν. 3259/2004, 70, 176 εδάφιο α ΚΠολΔ), εκτός από το αρχικό αίτημα των εναγόντων να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμο, επειδή τέτοιο αίτημα προϋποθέτει καταψηφιστική και όχι αναγνωριστική απόφαση, αφού προσωρινά εκτελεστές κηρύσσονται μόνο οι καταψηφιστικές αποφάσεις [βλ. ενδεικτικά Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (Νικολόπουλο), ΚΠολΔ II (2000), υπό το άρθρο 904, σελ. 1701, αριθμός 6 και υπό το άρθρο 907, σελ. 1721, αριθμός 3, καθώς και ΕφΑΘ 628/2003, ΕλλΔνη 2004, 1470 & ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Επομένως, το τμήμα της αγωγής που κρίθηκε ως νομικά βάσιμο πρέπει να εξεταστεί και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα, δεδομένου ότι δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου αναφορικά με τις αναγνωριστικές αγωγές (βλ. άρθρο 7 § 3 του ν.δ. 1544/1942, πρβλ. και ΠολΠρωτΑΘ 6806/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠολΠρωτΑΘ 2364/2002, ΔΕΕ 2002, 595 & ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και αφετέρου για το παραδεκτό της συζήτησης πραγματοποιήθηκε απόπειρα εξώδικης επίλυσης της διαφοράς σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 214Α ΚΠολΔ (βλ. το από 25/11/2005 πρακτικό διαπίστωσης αποτυχίας της απόπειρας εξώδικης επίλυσης της διαφοράς).

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίες δόθηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τα οποία έχουν τον ίδιο αριθμό με την παρούσα απόφαση και των οποίων η τήρηση έγινε με φωνοληψία (256 §§ 1 και 3 ΚΠολΔ, π.δ. 326/2001), από τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, καθώς και από τις με αριθμούς 3.231/11-12-2006 και 17.004/11-12-2006 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον των συμβολαιογράφων Πρέβεζας, Αγλαίας Τριάντη (η πρώτη) και Βόλου, Γραμμάτη Βούλγαρη - Φειδά (η δεύτερη), οι οποίες δόθηκαν με επιμέλεια των εναγόντων ύστερα από προηγούμενη κλήτευση της αντίδικου - εναγόμενης πριν από δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες (270 § 2 εδάφιο γ ΚΠολΔ) (βλ. τις με αριθμούς 596Β/28-11-2006. και 597Β/28-11-2006 εκθέσεις επίδοσης που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κωνσταντίνος Χαρμπίλας), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Σύμφωνα με το από 22/11/1985 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Βόλου (τόμος 47 και αριθμός 109), συστήθηκε από το δεύτερο και τον τρίτο των εναγόντων κοινοπραξία με την επωνυμία «Αφοί Χρ. Παππά», με σκοπό τη γεωργική εκμετάλλευση και συγκεκριμένα την παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού καλλωπιστικών φυτών. Στη συνέχεια, σύμφωνα με την με αριθμό 896/09-12-1985 συμβολαιογραφική πράξη που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αθηνών, Θέτιδα Καφαντάρη, η προαναφερόμενη κοινοπραξία μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία, με τη συμμετοχή των ίδιων εναγόντων και των Γεωργίου, Δημητρίου και Σωτηρίου Στεφανουδάκη, με την επωνυμία «Αφοί Παππά και Αφοί Στεφανουδάκη - Αγροκαλλιεργητική Ανώνυμος Αγροτική Εταιρία» και το διακριτικό τίτλο «CROCUS FLORA Α.Ε.» (πρώτη των εναγόντων) με έδρα την Κοινότητα Κροκίου Μαγνησίας και με κύριους σκοπούς την παραγωγή, εισαγωγή, εξαγωγή και διάθεση εν γένει πολλαπλασιαστικού υλικού καλλωπιστικών φυτών και συναφών πρώτων υλών, καθώς και την ανάπτυξη, εισαγωγή, εξαγωγή και διάθεση εν γένει καλλωπιστικών φυτών. Η μετατροπή αυτή πραγματοποιήθηκε, προκειμένου η ίδια γεωργική εκμετάλλευση να υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 1262/1982, ύστερα από την έκδοση και της με αριθμό ΙΕ/17684/40299/05-10-1984 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας. Η μετατροπή αυτή δημοσιεύθηκε νόμιμα [βλ. επικυρωμένο αντίγραφο του ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) με αριθμό 3818/19-12-1985]. Εξάλλου, σύμφωνα με το από 22/01/1988 ιδιωτικό συμφωνητικό, οι αδελφοί Στεφανουδάκη αποχώρησαν από την πρώτη των εναγόντων ανώνυμη εταιρία, μεταβιβάζοντας τις μετοχές τους κατ' ισομοιρία στους αδελφούς Παππά (δεύτερο και τρίτο των εναγόντων), με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να παραμείνουν οι μοναδικοί μέτοχοι της ίδιας εταιρίας, διαθέτοντας ποσοστό 50% των μετοχών ο καθένας. Επίσης, στο ΦΕΚ με αριθμό 137/25-01-1989 (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), δημοσιεύθηκε τροποποίηση του καταστατικού της ίδιας εταιρίας, στην οποία (τροποποίηση) περιλαμβάνεται και η αλλαγή της επωνυμίας σε «CROCUS FLORA Αγροκαλλιεργητική Ανώνυμη Αγροτική Εταιρία». Στη συνέχεια, σύμφωνα με την με αριθμό 137/24-07-1986 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, η πρώτη των εναγόντων, με την εγγύηση ως αυτοφειλετών του δεύτερου και του τρίτου των εναγόντων, σύναψε με την εναγόμενη, σύμβαση παροχής πίστωσης ύψους 90.000.000 δραχμών, από την οποία αναλήφθηκε ποσό ύψους 61.700.000 δραχμών, ενώ σύμφωνα με την με αριθμό 111/28-07-1988 όμοια σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, η πρώτη των εναγόντων, επίσης με την εγγύηση ως αυτοφειλετών του δεύτερου και του τρίτου των εναγόντων, σύναψε με την εναγόμενη σύμβαση παροχής πίστωσης ύψους 100.000.000 δραχμών, από την οποία αναλήφθηκε ποσό ύψους 64.568.599 δραχμών. Τα ποσά αυτά λήφθηκαν για τη δημιουργία και την αποπεράτωση μονάδας θερμοκηπίου. Στη συνέχεια, η πρώτη των εναγόντων υπέβαλε την από 02/05/1996 αίτηση της προς την εναγόμενη, ζητώντας τη μείωση του επιτοκίου των προαναφερόμενων συμβάσεων παροχής πίστωσης από 19% σε 15% και, αφού το αίτημα αυτό δεν ικανοποιήθηκε, υπέβαλε, επίσης προς την εναγόμενη, την από 05/11/1996 αίτηση της, με την οποία ζητούσε τη μετατροπή των ίδιων συμβάσεων από δραχμές σε συνάλλαγμα (βλ. και την 99/14-06-1995 και με αριθμό πρωτοκόλλου 159/828/140 Εγκύκλιο της εναγόμενης με θέμα τη χορήγηση δανείων σε συνάλλαγμα, στον αριθμό 8 της οποίας προβλέπονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία μετατροπής οφειλών από δραχμικά δάνεια). Η εναγόμενη, με το με αριθμό πρωτοκόλλου 49/20-01-1997 έγγραφο της, ενέκρινε τη μετατροπή των μεσοπρόθεσμων   οφειλών   της   πρώτης   των   εναγόντων   σε   δάνειο συναλλάγματος, συνολικού ύψους 167.185.000 δραχμών. Η μετατροπή αυτή εμφανίστηκε λογιστικά στις 14/02/1997 με συνολικό ποσό 167.185.000 δραχμών (ή 490.636 Ευρώ), σύμφωνα με τη με αριθμό 20/12-12-1997 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που σύναψαν οι ίδιοι διάδικοι μαζί με τις σχετικές πρόσθετες πράξεις (βλ. το με αριθμό πρωτοκόλλου 1819/07-12-2006  έγγραφο  του   καταστήματος  Αλμυρού   Μαγνησίας  της εναγόμενης). Ύστερα από τη θέση σε ισχύ των Ν. 2789/2000 και 3259/2004, ο δεύτερος των εναγόντων, ατομικά και με την ιδιότητα του ως διευθύνοντος συμβούλου και νόμιμου εκπροσώπου της πρώτης των εναγόντων, υπέβαλε στις 25/10/2004 (δηλαδή εντός της προθεσμίας που έθετε η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της § 4 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004) αίτηση προς το κατάστημα Αλμυρού Μαγνησίας της εναγόμενης, προκειμένου οι οφειλές των εναγόντων να υπαχθούν στις διατάξεις του άρθρου 39 § 5 του Ν. 3259/2004 και συνακόλουθα το ίδιο κατάστημα της εναγόμενης να προβεί στο οριστικό κλείσιμο των οφειλών αυτών, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρονταν στην αίτηση, οι συνολικές καταβολές που έγιναν ως προς τα δάνεια που είχε λάβει η πρώτη των εναγόντων υπερέβαιναν το ύψος των οφειλών. Το ίδιο κατάστημα της πρώτης εναγόμενης απάντησε στο δεύτερο των εναγόντων με το με αριθμό πρωτοκόλλου 422/31-01-2005 έγγραφο ότι «...οι οφειλές σας από τις συμβάσεις 137/1986 και 111/1988 μετά την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 39 του Νόμου 3259/2004 έχουν εξοφληθεί και δεν οφείλετε πλέον τίποτα στην Τράπεζα». Αντίστοιχη απάντηση έδωσε το ίδιο κατάστημα και με το με αριθμό πρωτοκόλλου 917/20-04-2005 έγγραφο του προς την πρώτη των εναγόντων. Ωστόσο, η εναγόμενη, με την από 12/09/2005 εξώδικη γνωστοποίηση - πρόσκλησή της προς την πρώτη των εναγόντων (με κοινοποίηση και στους λοιπούς ενάγοντες) ισχυρίστηκε ότι από παραδρομή αναφέρθηκε στα προαναφερόμενα έγγραφα της ότι οι οφειλές των εναγόντων δεν υφίστανται και γνωστοποίησε στους ενάγοντες ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της πρώτης των εναγόντων προς την εναγόμενη ανέρχονται σε ποσό ύψους 1.027.738,71 Ευρώ. Ύστερα από όσα αναφέρθηκαν, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα : α) Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι με την με αριθμό 20/12-12-1997 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό συνάφθηκε νέο δάνειο, το ύψους του οποίου (167.185.000 δραχμές ή 490.636 Ευρώ) υπερέβαινε το ποσό των 400.000 Ευρώ, επομένως δεν υπαγόταν στις διατάξεις του Ν. 3259/2004 (βλ. τη διάταξη του άρθρου 4), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού επρόκειτο για μετατροπή των αρχικών συμβάσεων από δραχμές σε συνάλλαγμα και όχι για νέα σύμβαση δανείου, ενώ και το ποσό ύψους 167.185.000 δραχμών αφορούσε υπόλοιπο οφειλής των εναγόντων από τις αρχικές συμβάσεις, δηλαδή δεν εκταμιεύθηκε το ποσό αυτό, όπως θα γινόταν στην περίπτωση σύναψης νέου δανείου, αλλά η μετατροπή σε συνάλλαγμα έγινε λογιστικά β) Η πρώτη των εναγόντων, κατά το χρόνο χορήγησης των δανείων, αλλά και κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης προς την εναγόμενη, με σκοπό να αναγνωριστεί ότι η οφειλή της εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 39 § 5 του Ν. 3259/2004 είχε, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της εναγόμενης, την ιδιότητα του αγρότη (βλ. και τις αδημοσίευτες ΠολΠρωτΑΘ 4733/2007 και ΠολΠρωτΑΘ 6280/2007, για το ότι η διάταξη του άρθρου 39 § 5 του Ν. 3259/2004 εφαρμόζεται και ως προς τα νομικά πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του αγρότη), δεδομένου ότι: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 εδάφιο α του Ν. 2520/1997, για την εφαρμογή των διατάξεων του συγκεκριμένου νόμου, αγρότες είναι όσοι ασχολούνται κατά κύρια απασχόληση με κάθε είδους αγροτική εργασία, των οποίων το εισόδημα από την εργασία αυτή αποτελεί τουλάχιστον το 50% του συνολικού τους εισοδήματος και οι οποίοι αφιερώνουν τουλάχιστον το 50% του χρόνου τους σε αγροτική δραστηριότητα, ενώ η διάταξη του άρθρου 2α του ίδιου νόμου αναφέρει ότι για την απόκτηση της ιδιότητας του αγρότη απαιτείται και η εγγραφή των ενδιαφερομένων στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 § 4 εδάφιο α του Ν. 2332/1995. Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 1 περίπτωση α της με αριθμό 337410/23-10-1998 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Γεωργίας αναφέρεται ότι ως αγροτική εκμετάλλευση νοείται η μονάδα παραγωγής προς πώληση ενός ή περισσότερων προϊόντων των κλάδων του αγροτικού τομέα υπό ενιαία διοίκηση και διαχείριση, ενώ στην περίπτωση ε της ίδιας Υπουργικής Απόφασης αναφέρεται ότι ως αγρότες νοούνται τα φυσικά πρόσωπα που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 1 § 1 του Ν. 2520/1997, τα οποία, εκτός από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από τις διατάξεις αυτού του νόμου, πρέπει να είναι νόμιμοι κάτοχοι αγροτικής εκμετάλλευσης, να έχουν εγγραφεί στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων του Ν. 2332/1995 και να έχουν ως κύριο ταμείο ασφάλισης τον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων. Τέλος, η διάταξη του άρθρου 2 § 5 του Ν. 3399/2005 (ΦΕΚ Α 255/17-10-2005) αναφέρει ότι η κρίση για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του Ν. 2520/1997 για το χαρακτηρισμό των ενδιαφερομένων ως αγροτών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, η βεβαίωση της οποίας είναι δεσμευτική ενώπιον κάθε αρχής. Στην προκείμενη περίπτωση : i) από την με αριθμό πρωτοκόλλου 17638/19-11-2004 βεβαίωση της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας, προκύπτει ότι η πρώτη των εναγόντων έχει την ιδιότητα του αγρότη, από την με αριθμό πρωτοκόλλου 17666/19-11-2004 βεβαίωση της ίδιας υπηρεσίας, προκύπτει ότι η ίδια εταιρία έχει καταχωρηθεί στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων με αριθμό μητρώου 456931, ενώ από την από 02/10/2006 βεβαίωση του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων Θεσσαλίας, προκύπτει ότι οι εργαζόμενοι που απασχολεί η συγκεκριμένη εταιρία είναι ασφαλισμένοι στον ίδιο Οργανισμό ii) από την με αριθμό πρωτοκόλλου 17637/19-11-2004 βεβαίωση της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας, προκύπτει ότι στο πρόσωπο του δεύτερου των εναγόντων επίσης συντρέχει η ιδιότητα του αγρότη και iii) από