4906/2007 ΜΠΑ - ΤΑΚΤΙΚΗ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ §1

 

Αριθμός Αποφάσεως

4906/2007

                         ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

            Αποτελούμενο από  τη Δικαστή Αγγελική Τσώλα, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς  Συμβουλίου   Διοίκησης  του  Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Μαρία Παπαθανασίου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγόντων : 1) Της εταιρείας με την επωνυμία «......Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Του Β.Κ. του Δ., κατοίκου Αθηνών τους οποίους εκπροσώπησε η πληρεξουσία  δικηγόρος του Στεφανέα Ευανθία.

Της εναγομένης : Της Ανώνυμης Τραπεζική Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ  Α.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η    πληρεξουσία δικηγόρος της ..........

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 18/11/2005 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης 211306/13927/2005, προσδιορίστηκε για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 30 § 1 του Ν. 2879/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001 «Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις   δανείων, ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν   καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή ή κατά τη σύμβαση και ή το νόμο, μέχρι 31/12/2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος  κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του  50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν    πολλαπλασιαστεί κατά περίπτωση : α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31/12/1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη  της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την  ημερομηνία  αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την από (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31/12/1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31/12/2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. Εξάλλου, σύμφωνα με την § 2 του ως άνω νόμου, όπως το πρώτο εδάφιο της αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 § 1 του Ν. 2912/2001, «Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος». Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ΚΠολΔ. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία. Συνεπώς, με το άρθρο 30 του Ν. 2789/2000, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του Ν. 2873/2000 και με το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001, εγκαθιδρύθηκε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για    τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών, από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν καταγγελθεί ή λήξει ως και την 31/12/2000, ώστε η εκάστοτε προς αυτά συνολική οφειλή όπως αυτή έχει διαμορφωθεί είτε με βάση τις ισχύουσες συμφωνίες, είτε με βάση τελεσίδικες αποφάσεις (άρθρο 30 § 3 Ν. 2789/2000, όπως τροπ. με το άρθρο 42 Ν. 2912/2001), να μην υπερβαίνει ορισμένα πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων, που περιοριστικά καθορίζει ο ίδιος ο νόμος (άρθρο 30 § 3 Ν. 2789/2000, όπως αντικ. με το άρθρο 42 Ν. 2912/2001). Ενόψει των παραπάνω ποσοτικών ορίων, το άρθρο 30 § 4 καθιερώνει ειδικότερα διαδικασία υποβολής των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων σε αναπροσαρμογή ή «επαναρρύθμιση» (άρθρο 42 § 6 Ν. 2912/2001), διαδικασία που κινείται με την υποβολή σχετικής αιτήσεως, από τον εκάστοτε οφειλέτη και λήγει με τη γνωστοποίηση από το σχετικό πιστωτικό ίδρυμα του ύψους της επανακαθοριζόμενης οφειλής κατά κεφάλαιο και τόκους, όπως αυτή θα διαμορφωθεί με εφαρμογή του άρθρου 30 §§ 1, 2  Ν. 2789/2000 (άρθρο 30 § 5 Ν. 2789/2000, βλ.   Σχινά,  Ρυθμίσεις παλαιών οφειλών υπό του άρθρου 30 Ν. 2789/2000 και του άρθρου 42 Ν. 2912/2001, ΕπΕμπΔ 2001.616 επ.). Προφανής σκοπός της καθιερούμενης αυτής υποχρεώσεως   των   τραπεζικών   ιδρυμάτων,   για   τον επανακαθορισμό των απαιτήσεων τους, είναι η αντιμετώπιση του φαινομένου της υπέρμετρης και επικίνδυνης για τις επιχειρήσεις διογκώσεως των προς τα πιστωτικά ιδρύματα οφειλών τους, ενόψει των υψηλών επιτοκίων και των υπό το ισχύον καθεστώς παρανόμων ανατοκισμών κατά τις χρονικές περιόδους στις οποίες αναφέρεται η σχετική ρύθμιση (βλ. Ψυχομάνη, Τραπεζικό Δίκαιο, έκδ. 2001, σελ. 120 -121, Γέσιου - Φαλτσή, Γνωμοδότηση, ΕλλΔνη 44.103). Από την αντιπαραβολή των κειμένων των ως άνω διατάξεων των §§1 και 2 του άρθρου 30, με τις ισχύουσες πριν την αντικατάσταση μορφές της, με το υφιστάμενο κείμενο, διαπιστώνεται ότι το αρχικό κείμενο της § 1 του άρθρου 30 αφορούσε αποκλειστικά και μόνο τους «τόκους σε καθυστέρηση», ενώ η νέα διάταξη είναι ευρύτερη, διότι αφορά την «υφιστάμενη συνολική οφειλή». Ως τέτοια δε, πρέπει, σύμφωνα και με τον ως άνω σκοπό της ρυθμίσεως, να νοηθεί η οφειλή, η οποία περιλαμβάνει κεφάλαιο και κάθε άλλο ποσό παρεπόμενο τούτου, όπως τόκους συμβατικούς και υπερημερίας, όχι όμως και τόκους εξ ανατοκισμού, διότι αυτοί σύμφωνα με την ίδια διάταξη «δεν υπολογίζονται» ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη, έξοδα δικαστικά και πάσης άλλης φύσεως προμήθειες, επιβαρύνσεις κλπ (βλ. Σχινά, όπ.π., σελ. 618). Πράγματι, τόσο από το γράμμα όσο και από το πνεύμα της σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως, που έγκειται στην αντιμετώπιση του φαινομένου της υπέρμετρης και επικίνδυνης για τις επιχειρήσεις διογκώσεως των προς τα πιστωτικά ιδρύματα οφειλών τους, ενόψει των υψηλών επιτοκίων και των υπό το ισχύον καθεστώς παράνομων ανατοκισμών στις περιόδους στις οποίες αναφέρεται η σχετική ρύθμιση, δεν προκύπτει ότι είναι δυνατόν να προστεθούν στη συνολική οφειλή οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις που ίσχυαν μέχρι τη ρύθμιση, διότι, εάν η πραγματική βούληση του νομοθέτη ήταν, κατά τον υπολογισμό της συνολικής οφειλής, να λαμβάνονται υπ' όψιν ως κεφάλαιο του ληφθέντος δανείου επιβαρύνσεις και εισφορές που ορίζονται με νομοθετήματα, θα το προέβλεπε ρητά στη διάταξη του. Πρόσθετο επιχείρημα υπέρ της ερμηνείας αυτής, αντλείται από την αντιπαραβολή της προηγούμενης και της ισχύουσας μορφής του κειμένου της § 2. Έτσι, στη διάταξη αυτή, πριν την αντικατάσταση της, οριζόταν ότι οι καταβολές που έχουν γίνει από τους οφειλέτες αφαιρούνται από την εκ τόκων οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί με την § 1, προαφαιρουμένων από αυτές των εξόδων, που πράγματι έχουν εκταμιευτεί από τα    πιστωτικά ιδρύματα. Αντιθέτως, η ισχύουσα διάταξη δεν   περιλαμβάνει ανάλογη  ρύθμιση, που να ορίζει δηλαδή ότι από τις καταβολές που γίνονται από τον οφειλέτη, οι οποίες αφαιρούνται από τη  συνολική οφειλή, όπως αυτή  θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την § 1 προαφαιρούνται τα παραπάνω έξοδα. Εάν, όμως, ο νομοθέτης πράγματι ήθελε   να μην περιλαμβάνονται στην καθορισθείσα, σύμφωνα με    την § 1, συνολική οφειλή τα προαναφερόμενα παρεπόμενα έξοδα, εισφορές, ΕΦΤΕ κλπ, θα το προέβλεπε, όπως έγινε με το αρχικό κείμενο της § 2 του άρθρου 30, για τα έξοδα που πράγματι έχουν εκταμιευτεί από την τράπεζα, των οποίων την επιπλέον είσπραξη θέλησε να διασφαλίσει η διάταξη, ορίζοντας ότι από τις γενόμενες καταβολές προαφαιρούνται τα έξοδα αυτά και κατόπιν καταλογίζονται αυτές στην εκ τόκων οφειλή. Συνεπώς, σύμφωνα με τις τελευταίες διατάξεις του Ν.2912/2001, καθίσταται σαφές ότι ως συνολική οφειλή από τραπεζικό δάνειο ή αλληλόχρεο λογαριασμό νοείται η υφισταμένη οφειλή από το κεφάλαιο    του δανείου κλπ, προσαυξημένου με συμβατικούς τόκους  το πολύ μέχρι 50% αυτού, του συνολικού δε τούτου ποσού πολλαπλασιαζόμενου στη συνέχεια με συντελεστή 2, 3 ή 4.   Από το προκύπτον γινόμενο αφαιρούνται οι όποιες καταβολές έχουν γίνει ήδη από την κατάρτιση της σύμβασης εκ μέρους του , οφειλέτη ή τρίτου, ενεργούντος υπέρ αυτού, και ό,τι απομένει-αποτελεί την τελική του δανειολήπτη οφειλή, στην οποία δεν είναι επιτρεπτό να προστεθεί οποιαδήποτε περαιτέρω επιβάρυνση και ειδικότερα οποιοιδήποτε φόροι, τέλη, εισφορές ή έξοδα. Τούτοσαφώς προκύπτει από τη σχετική διατύπωση του άνω άρθρου 42 Ν. 2912/2001, όπου ορίζεται συγκεκριμένως ότι «η υφισταμένη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ... δεν δύναται να υπερβεί ....», ενώ με την προηγούμενη, ανάλογη, διάταξη του άρθρου 30 Ν. 2789/2000, η οποία αντικαταστάθηκε με το άρθρο αυτό, ορίζετο ότι η «συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση .... δε μπορεί να υπερβεί ....» (δηλ. με τον Ν. 2789/2000 αναφερόταν ως «συνολική οφειλή» εκείνη που συμπεριελάμβανε μόνο τόκους, ενώ με το Ν. 2912/2001 αναφέρεται ως «συνολική οφειλή» η προερχόμενη εκ πάσης αιτίας). Εάν ο νομοθέτης ήθελε να προστίθενται στην διαμορφούμενη ως ανωτέρω τελική οφειλή και άλλες επιβαρύνσεις από φόρους, τέλη, εισφορές, έξοδα κλπ, θα το όριζε ρητώς, όπως έκανε αναφορικά με τα έξοδα στο Ν. 2789/2000, με το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 30 του οποίου προέβλεπε την προαφαίρεση τούτων από τις καταβολές, ρύθμιση, που ήδη δεν επαναλαμβάνεται. Τέλος, η διαλαμβανόμενη στην αρχή του άρθρου 42 Ν. 2912/2001 φράση «Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων ....» αναμφισβητήτως υποδηλώνει την επιθυμία του νομοθέτη να απαλλάξει τον δανειολήπτη από την σημειούμενη κατά τα τελευταία χρόνια υπέρμετρη επιβάρυνση αυτού εκ μέρους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων από υψηλά επιτόκια και επαναλαμβανόμενους ανατοκισμούς (βλ. σχετ. και τις ΟλΑΠ 8 και 9/1998 ΕλλΔνη 39.71), αλλά και να οριοθετήσει την εν γένει έκταση των εκ του δανεισμού υποχρεώσεων του είτε αυτές είναι συμβατικές (όπως η άνω εισφορά του Ν. 128/1975 είτε είναι νόμιμες (όπως ο ΕΦΤΕ του Ν. 1676/1986). Τούτο δε ουδόλως αντίκειται στο άρθρο 1 ή σε άλλο άρθρο του Συντάγματος ούτε και στο άρθρο 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών αφού ο νομοθέτης μπορεί να εισαγάγει περιορισμούς στην εν γένει οικονομική ελευθερία, όταν αυτό γίνεται χάριν της εθνικής οικονομίας (άρθρο 106 παρ. 2 του Συντάγματος, ΕΑ 1431/04 ΝοΒ 2005.91, ΕΑ 411/04 αδημ.).

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 Ν. 3259/4-8-2004 («Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών και άλλες διατάξεις» Φ.Ε.Κ. 149/4-8-2004) : «1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος   νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο-του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των    ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων   ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία    εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των  παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2. Τα   πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το   ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε     έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους, ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η   αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και αποπληρωμή θα γίνεται σε ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 3. Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω. Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης 8.Καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος». Από τη διατύπωση της παραγράφου 1 της πιο πάνω διάταξης, σε συνδυασμό με αυτήν της παραγράφου 12 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία «κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει», συνάγεται ότι το πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με το άρθρο 41 παρ. 1 και 2 του Ν. 2912/2001 περιορίστηκε με το άρθρο 39 παρ. 1 του Ν. 3259/2004 μόνο ως προς τα ανώτατα όρια, ήτοι του τετραπλασίου της απαιτήσεως που οριζόταν με τον παραπάνω νόμο και δεν    καταργήθηκαν  οι διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα  με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού. Αντίθετη ερμηνεία θα ήταν πέρα από τη βούληση του νομοθέτη, που ήταν η    διαμόρφωση ευνοϊκότερων υπολοίπων οφειλών και η διευκόλυνση των οφειλετών στην αποπληρωμή των προκυπτόντων υπολοίπων. Από δε τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004   προκύπτει   ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους κατά τέτοιο τρόπο  ώστε να μην υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου,   επιπλέον να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών   αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση των διαδικασιών που ήδη έχουν αρχίσει μέχρι 31/12/2004, ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Δεν γίνεται δηλαδή ειδική μνεία στο νόμο περί αποκλεισμού εκείνων των οφειλών, οι οποίες στο σύνολο τους δεν υπερβαίνουν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου, ούτε και σκοπός του νομοθέτη ήταν να αποκλειστούν εκείνες από τις περιπτώσεις που δεν υπερβαίνουν στο σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών το τριπλάσιο του, ληφθέντος δανείου και με τον τρόπο αυτό να αποκλειστούν των ευεργετικών διατάξεων του νόμου για την αναστολή των διαδικασιών της εκτελέσεως. Εξάλλου με τη διαδικασία επανακαθορισμού των απαιτήσεων των      πιστωτικών ιδρυμάτων και αναπροσαρμογής αυτών σε   ορισμένα ποιοτικά και ποσοτικά όρια, οι απαιτήσεις αυτές κατέστησαν ex lege απαιτήσεις υπό όρο, εξαρτώμενες από τη διαδικασία επανακαθορισμού. Κατά νομική    ακριβολογία, η ρύθμιση αυτή καθιέρωσε έναν οιονεί όρο του ενεργού των τραπεζικών δανειακών συμβάσεων, με την έννοια ότι εξάρτησε την ενέργεια τους ως δικαιοπραξιών από την πραγματοποίηση  γεγονότος - τη διαδικασία επανακαθορισμού - που επιβάλλεται να συντρέξει μετά την έναρξη της ισχύος τους. Η εξάρτηση από αυτού του είδους  τα γεγονότα, όπως γίνεται θεωρητικά δεκτό, κατά το χρόνο που εκκρεμεί η πλήρωση του όρου, θεωρείται ότι καθιστούν την ισχύ της δικαιοπραξίας μετέωρη, ενώ οι όροι του ενεργού που προβλέπονται από το νόμο, από  την  άποψη  της λειτουργίας τους αντιμετωπίζονται ως αιρέσεις, το βάρος της αποδείξεως της πληρώσεως των οποίων φέρει   εκείνος που επικαλείται ενέργεια της δικαιοπραξίας.    Αποτέλεσμα επομένως της εξαρτήσεως των τραπεζικών δανειακών συμβάσεων από τον όρο  του επανακαθορισμού τους είναι οι απαιτήσεις, που από αυτές απορρέουν, κατέστησαν ήδη απαιτήσεις μη βέβαιες, ως απαιτήσεις εξαρτώμενες από την πραγματοποίηση όρου (βλ. ΜΠΑ 2789/2006 Αρμ 2006.1408, ΜΠΘεσ 21628/2006 καταχωρημένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΜΠΒέρ 560/2006 Αρμ 2006.1238,ΜΠΑ 7101/2005    καταχωρημένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών   ΝΟΜΟΣ, επίσης σχετικά με τα όσα υποστηρίχθηκαν και  υπό το ανάλογο καθεστώς του άρθρου 30 Ν. 2789/2000, σε  Π. Γέσιου - Φαλτσή, Ζητήματα από την εφαρμογή του   άρθρου 30 Ν. 2789/2000 για τον επανακαθορισμό των   προς τα πιστωτικά ιδρύματα οφειλών και προϋποθέσεις αναγκαστικής εκτελέσεως με βάση το ν.δ. του 1923, ΕλλΔνη 44.102 επ. και ιδίως σελ. 109. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 εδ. β' του Ν. 2789/2000, που αφορά τον ανατοκισμό επί δανειακών συμβάσεων που   έκλεισαν οριστικά, ορίζεται ότι «καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους από τους οφειλέτες   ή τρίτους, εί