3127/2008 ΜΠΑ - ΤΑΚΤΙΚΗ:ΕΡΜΗΝΕΙΑ §1 - ΓΙΕΝ

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

    ΤΜΗΜΑ ΤΑΚΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ


         Αριθμός αποφάσεως 3127/2008

 

                  ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ιωάννα Χατζάκη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου της Διοικήσεως του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Φωτεινή Μαρίνου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 26/3/2008 για να
δικάσει την υπόθεση:                                    

Των εναγόντων: 1) Α.Ε. με την επωνυμία "..... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και
διακριτικό τίτλο "......", που εδρεύει στα Βασιλικά Ιστιαίας
Ευβοίας και εκπροσωπείται νομίμως, 2) Ι.Ψ. του Α.
και 3) Α.συζ.Ι.Ψ. το γένος Χ.και Α.Τ, κατοίκων Βασιλικών Ιστιαίας Ευβοίας, οι οποίοι
εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο τους
ΜαρίαΛάππα.                                                        

Της εναγόμενης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νομίμως, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της ................

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 20/3/2007 αγωγή που κατατέθηκε με αριθμό 82255/3718/4-4-2007, προσδιορίστηκε για την παρούσα δικάσιμο και εγγράφηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

          ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΝΟΜΟ

 I. α) Σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ.1 του Ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με. το άρθρο 42 παρ.1 του Ν. 2912/2001 (ΦΕΚ Α 94/9-5-2001), σε περίπτωση δανειστικών συμβάσεων, που έχουν συναφθεί μετά την 31/12/1985 έως 31/12/1990, κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο μέχρι 31/12/2000, δεν δύναται να υπερβεί (η συνολική οφειλή) το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος των κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο, χωρίς να συνυπολογίζονται τόκοι από ανατοκισμό. Επιπλέον, σύμφωνα με τη 2η παράγραφο του ιδίου άρθρου, όλες οι καταβολές, που έχουν γίνει οποτεδήποτε από τους οφειλέτες ή από τρίτους χάριν αυτών αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή όπως αυτή διαμορφώνεται σύμφωνα με την, ως άνω, 1η παράγραφο. Εξ άλλου, σύμφωνα με την 8η παράγραφο του ιδίου άρθρου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 42 παρ.3 του Ν. 2912/2001, οι διατάξεις του αρθ.30 του Ν. 2789/00, δεν επηρεάζουν όσα είτε κρίθηκαν τελεσιδίκως είτε ρυθμίστηκαν με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό ή με αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών για συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων μέχρι τη δημοσίευση του Ν. 2789/00 και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να ισχύουν, ενώ, περαιτέρω, σε όσες από τις περιπτώσεις αυτές, πλην εκείνων, που ρυθμίστηκαν με διάταξη νόμου, υφίσταται ανεξόφλητο υπόλοιπο μετά την 31/12/2000 και τα ποσά που καταβλήθηκαν ή πρόκειται να καταβληθούν υπερβαίνουν κατά τις ισχύουσες συμφωνίες υπερβαίνουν το ποσό της συνολικής οφειλής, όπως αυτό προκύπτει σύμφωνα με την 1η παράγραφο, ως άνω, από το ανεξόφλητο υπόλοιπο διαγράφεται το υπερβάλλον. β) Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 1 του Ν. 3259/04, με το οποίο τροποποιήθηκαν οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ.1 του Ν. 2789/00 (όπως είχε τροποποιηθεί με το Ν. 2912/01) για τις ίδιες επίμαχες οφειλές, η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων, που συνομολογούνται ή συνομολογήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (4/8/2004) με πιστωτικά ιδρύματα δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων, υπό την επιφύλαξη των οριζομένων στις παραγράφους 4 και 5 του ιδίου άρθρου. Επιπλέον, σύμφωνα με τη 2η παράγραφο του ιδίου άρθρου τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο του ιδίου άρθρου, ενώ η αποπληρωμή της προκύπτουσας οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια 5 έως 7 ετών, εκ των οποίων 2 έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνει με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά και η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. Επιπλέον, στην 8η παράγραφο του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε και αφορούν στις επίμαχες, ρυθμιζόμενες οφειλές αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με τις λοιπές διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3259/04. Και, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη 12η παράγραφο του ιδίου άρθρου, κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000 ως ισχύει. Με την υπό κρίση αγωγή, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι η 1η εξ αυτών έλαβε δυνάμει των αναφερομένων στην αγωγή συμβάσεων δανείου από την «Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ», η οποία συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως από την εναγόμενη, δύο δάνεια συνολικού ποσού 23.000.000 δραχμών κατά τα έτη 1987-1990, τα οποία έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, ότι η 2η και 3ος εξ αυτών συνεβλήθησαν στις άνω συμβάσεις ως εγγυητές, ότι προς εξόφληση των δανείων αυτών κατέβαλαν στην αντίδικο, συνολικώς ποσό 181.253,04 ευρώ, ότι ζήτησαν από την εναγόμενη να υπαχθεί η συνολική οφειλή τους στις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3259/04 και ότι η εναγόμενη, ενώ αποδέχεται ότι η οφειλή των εναγόντων υπάγεται στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού, εντούτοις, ουχί ορθώς, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ως άνω, διατάξεων των Ν. 3259/04 και 2789/2000, υπολογίζει τα οφειλόμενα στο συνολικό ποσό των 37.649,73 ευρώ, αντί του αληθώς οφειλομένου ποσού των 21.241,46 ευρώ. Βάσει του ιστορικού αυτού, ζητούν α) να αναγνωριστεί ότι η οφειλή τους προς την εναγόμενη από τις άνω συμβάσεις ανέρχεται σε ποσό 21.241,46 ευρώ μόνο και β) να ορισθεί ότι η αποπληρωμή της οφειλής θα γίνει εντός 7 ετών, από τα οποία τα 2 έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος, καθοριζομένων και των ισόποσων περιοδικών δόσεων, οι οποίες θα είναι έντοκες με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 39 παρ.2 εδάφιο δ' του Ν. 3259/04. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή εισάγεται αρμοδίως και παραδεκτώς προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (ΚΠολΔ 7, 9, 12, 13, 14, 22). Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 806επΑΚ, 30 του Ν. 2789/00, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν.2912/01, 39 του Ν. 3259/2004, 70, 176 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν, μόνο ως προς το πρώτο, υπό στοιχεία, αναγνωριστικό αίτημα της, ενώ ως προς το δεύτερο αίτημα της είναι απορριπτέα προεχόντως ως μη νόμιμη, διότι η ρύθμιση των επιμέρους όρων εξοφλήσεως των ληξιπροθέσμων οφειλών, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3259/04 και, ειδικότερα, η προθεσμία εξοφλήσεως, ο αριθμός και το ύψος των τοκοχρεωλυτικών δόσεων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των συμβαλλομένων οι οποίοι είναι ελεύθεροι να ρυθμίσουν κατά βούληση τα θέματα αυτά, όπως σαφώς προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3259/04 και ουδείς εξ αυτών δύναται να υποχρεωθεί δικαστικώς ως προς το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής, ως προς την οποία δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση υποκαταστάσεως της με το διατακτικό δικαστικής αποφάσεως.

II. Από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα αποδεικνύονται τα εξής: Μεταξύ της «Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ», η οποία συγχωνεύθηκε εν συνεχεία δι' απορροφήσεως από την εναγόμενη και του 2ου ενάγοντος συνήφθη η υπ' αριθ.5336/11-2-1987 σύμβαση ενυπόθηκου τοκοχρεωλυτικού δανείου ενώπιον της συμβ/φου Ιστιαίας Ελένης Νταλιάνη-Αναλυτή, ποσού 5.000.000 δραχμών, εξοφλητέου με το σύστημα της σύνθετης τοκοχρεωλυσίας εντός προθεσμίας 15 ετών, με την καταβολή 30 ισόποσων εξαμηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, όπως οι επιμέρους όροι του τροποποιήθηκαν με την υπ' αριθ. 13371/1990 σχετική πράξη της συμβ/φου Αθηνών Χαρίκλειας Τσιράκη-Ζαχαράκη, ενώ η 3η ενάγουσα συνεβλήθη στη σύμβαση ως εγγυήτρια. Εν συνεχεία, ο 2ος ενάγων έλαβε το ποσό του δανείου και συντάχθηκε η σχετική υπ' αριθ. 5350/19-2-1987 πράξη λήψεως δανείου της ίδιας συμβ/φου, ενώ, περαιτέρω, δυνάμει της υπ' αριθ. 13370/24-7-1990 συμβάσεως ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Χαρίκλειας Τσιράκη-Ζαχαράκη μεταξύ της άνω δανείστριας τράπεζας, της 1ης ενάγουσας και του 2ου ενάγοντος, η 1η ενάγουσα αναδέχθηκε σωρευτικώς με τον αρχικό οφειλέτη (2ο ενάγοντα) όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις του εκ του δανείου αυτού. Επιπλέον, δυνάμει του υπ' αριθ. 13372/24-7-1990 συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών Χαρίκλειαα Τσιράκη-Ζαχαράκη συνήφθη μεταξύ της ίδιας, ως άνω, δανείστριας τράπεζας και της 1ης ενάγουσας σύμβαση ενυπόθηκου δανείου ποσού 18.000.000   δραχμών,   εξοφλητέου   με   το   σύστημα  της   σύνθετης τοκοχρεωλυσίας εντός προθεσμίας 13 ετών, με την καταβολή 26 ισόποσων, εξαμηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, ενώ το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε από την ενάγουσα δυνάμει της υπ' αριθ. 13418/13-8-1990 πράξεως λήψεως δανείου της ιδίας συμβολαιογράφου. Όμως, οι δανειολήπτες δεν εξυπηρέτησαν κατά τα συμφωνηθέντα τα δάνεια και κατέστησαν υπερήμεροι ως προς την καταβολή ορισμένων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, ώστε στις 6/2/1997 όφειλαν προς την ΕΚΤΕ α) για το 1ο δάνειο, συνολικώς ποσό 8.956.683 δραχμών (ήτοι, άληκτη οφειλή 3.559.128 δρχ πλέον ληξιπρόθεσμη οφειλή 5.397.555 δρχ) και β) για το 2ο δάνειο, συνολικώς ποσό 50.620.966 δραχμών (ήτοι, άληκτη οφειλή 22.283.074 δρχ πλέον ληξιπρόθεσμη οφειλή 28.337.892 δρχ). Στο πλαίσιο αυτό και κατόπιν σχετικού αιτήματος τους, συνήφθησαν μεταξύ της ΕΚΤΕ, της 1ης ενάγουσας και του 2ου ενάγοντος οι υπ' αριθ. 8943/6-2-1997 και 8944/6-2-1997 συμβάσεις μετατροπής δανείου από δραχμές σε συνάλλαγμα και παροχής υποθήκης της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθηνάς Παπαλάκη-Λαμπαδαρίδου, αντιστοίχως για το 1ο και το 2ο δάνειο, δυνάμει των οποίων οι δανειολήπτες αναγνώρισαν τα έως τότε οφειλόμενα, ως άνω, για κάθε σύμβαση δανείου, ενώ, περαιτέρω, συμφωνήθηκε ο τρόπος εξοφλήσεως της υφιστάμενης τότε οφειλής εκ των αρχικών συμβάσεων δανείου με τη μετατροπή του συνολικώς οφειλομένου ποσού σε δάνειο συναλλάγματος και δη σε ΓΙΕΝ Ιαπωνίας, εξοφλητέο με τη μέθοδο του σταθερού χρεωλυσίου, εντός 10 ετών, με την καταβολή 20 συνεχών εξαμηνιαίων δόσεων. Έκτοτε, αμφότερα τα δάνεια εξυπηρετήθηκαν σε ΓΙΕΝ Ιαπωνίας (JΡΥ), μέχρι την 4/3/2004, οπότε η εναγόμενη ως καθολική διάδοχος πλέον της ΕΚΤΕ, λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της, με τις από 4/3/2004 εξώδικες δηλώσεις της, κατήγγειλε αμφότερες τις συμβάσεις δανείου, καθιστώντας ολόκληρη την οφειλή ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, ως δικαιούτο από τη σύμβαση, λόγω μη εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων των οφειλετών και μετέφερε το προκύψαν χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 600.974 JΡΥ από το 1ο δάνειο και ποσού 9.454.429 JΡΥ από το 2ο δάνειο σε λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, μετατρέποντας μονομερώς την οφειλή σε ευρώ, 4.453,22 και 70.057,32 αντιστοίχως. Οι ενάγοντες ζήτησαν την υπαγωγή της συνολικής οφειλής τους από τις επίδικες συμβάσεις στις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3259/04. Η εναγόμενη σε απάντηση της αιτήσεως αυτής, αποδεχόμενη ότι η συνολική οφειλή υπάγεται στις ρυθμίσεις του νόμου, δεδομένου ότι η προκύπτουσα από τα εμπορικά βιβλία της οφειλή υπερβαίνει το ανώτατο όριο αυτής, όπως προκύπτει κατ' εφαρμογή του άρθρου 39 του Ν. 3259/04, δήλωσε ότι οι υποχρεώσεις τους από το 1ο δάνειο έχουν εξοφληθεί πλήρως και ότι η οφειλή από το 2ο δάνειο ανέρχεται σε ποσό 37.649,73 ευρώ, κατόπιν συνυπολογισμού και του προκύψαντος πιστωτικού υπέρ των εναγόντων υπολοίπου από το 1ο δάνειο. Οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή αμφισβητούν την ορθότητα των υπολογισμών της εναγόμενης, ισχυριζόμενοι α) ότι οι συνολικές καταβολές τους προς εξόφληση των υποχρεώσεων τους από το 1ο δάνειο ανέρχονται στο ποσό των 51.956,22 ευρώ και ότι μετά την αφαίρεση τους από το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου προκύπτει πιστωτικό υπέρ αυτών υπόλοιπο ποσού 7.935,68 ευρώ και ότι περαιτέρω β) οι συνολικές καταβολές τους προς εξόφληση των υποχρεώσεων τους από το 2ο δάνειο ανέρχονται σε ποσό 129.296,82 ευρώ και, συνεπώς, το χρεωστικό υπόλοιπο από το δάνειο αυτό, κατόπιν αφαιρέσεως από το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου, των εν λόγω καταβολών και του, ως άνω, πιστωτικού υπολοίπου του 1ου δανείου, ανέρχεται σε ποσό 21.241,46 ευρώ. Η δε εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι περιεχόμενοι στην αγωγή υπολογισμοί της οφειλής εκ μέρους των εναγόντων δεν είναι ορθοί, διότι δεν έχει ληφθεί υπόψη η μετατροπή των δανείων σε ΓΙΕΝ Ιαπωνίας και οι σχετικές καταβολές τους σε JΡΥ βάσει της εκάστοτε συναλλαγματικής ισοτιμίας. Πλην, όμως, τα εκτιθέμενα από την εναγόμενη ως προς τη επίμαχη μετατροπή των δανείων σε συνάλλαγμα είναι απορριπτέα κατ' ουσίαν, διότι όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες συμβάσεις δανείου και εκείνες περί μετατροπής της οφειλής α) τα επίδικα ποσά δανείου ελήφθησαν σε δραχμές και όχι σε ΓΙΕΝ Ιαπωνίας, δηλαδή τα ληφθέντα κεφάλαια υπό την έννοια του άρθρου 39 παρ. 1 του Ν. 3259/04 ήταν σε δραχμές και β) οι ρυθμίσεις που έλαβαν χώρα με τις συμβάσεις μετατροπής του νομίσματος των δανείων από δραχμές σε JPY έτειναν σε ρύθμιση των όρων εξοφλήσεως των οφειλών εκ των αρχικών δανείων μέσω κεφαλαιοποιήσεως της συνολικής οφειλής σε δραχμές από τις αρχικές συμβάσεις, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά το χρόνο συνάψεως των πράξεων ρυθμίσεως και μετατροπής τούς σε ΓΙΕΝ Ιαπωνίας, χωρίς, όμως, οι ρυθμίσεις αυτές να συνιστούν ανανέωση του χρέους (βλ. 14ο άρθρο συμβάσεων μετατροπής), ενώ, περαιτέρω, οι συμβάσεις μετατροπής τελούσαν υπό τη διαλυτική αίρεση της μη εμπρόθεσμης και προσήκουσας εξοφλήσεως των τοκοχρεωλυτικών δόσεων εκ μέρους των οφειλετών, ώστε σε περίπτωση πληρώσεως της αιρέσεως θα ανατρέποντο οι συμβάσεις, θα έπαυε η ενέργεια τους και θα επανερχόταν η προηγούμενη κατάσταση, δηλαδή το σύνολο του χρέους θα μετατρεπόταν σε δραχμές [εννοείται, ήδη σε ευρώ] (βλ. 8ο άρθρο συμβάσεων-ρυθμίσεως), όπως άλλωστε συνέβη με τη μονομερή εκ μέρους της εναγόμενης μετατροπή της συνολικής οφειλής από JΡΥ σε ευρώ, κατόπιν μεταφοράς σε οριστική καθυστέρηση της οφειλής και της καταγγελίας όλων των επιδίκων συμβάσεων, από 4/3/2004. Πλην, όμως, οι υπολογισμοί απάντων των διαδίκων είναι προδήλως εσφαλμένοι ως προς το ακριβές ύψος των επιδίκων οφειλών, διότι από τα προσκομιζόμενα από την ίδια την εναγόμενη "φύλλα χρεώσεων-πιστώσεων", με αριθμούς σχετικών 12, 26, 14, 27, στα οποία απεικονίζονται όλες οι καταβολές εκ μέρους των εναγόντων στους τηρηθέντες δανειακούς λογαριασμούς α) 969654-7 και 8000123-8 για το 1ο δάνειο και β) 915068-4 και 8000124-6 για το 2ο δάνειο, προκύπτουν ειδικώς τα εξής: α) Για το 1ο δάνειο: Οι μεν ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν συνολικώς ποσό 51.956,22 ευρώ, η δε εναγόμενη ισχυρίζεται ότι κατεβλήθησαν, συνολικώς, 12.573.083 δραχμές και 1.743.085,52 JΡΥ, σε καθένα από τους τηρηθέντες δανειακούς λογαριασμούς. Όμως, από τα άνω φύλλα χρεώσεων-πιστώσεων προκύπτει ότι κατεβλήθησαν αληθώς στον 1ο λογαριασμό, από 1/12/1988 έως 10/2/1997, συνολικώς 20.007.408 δραχμές και στο 2ο λογαριασμό, από 1/3/1997 έως 1/3/2001, συνολικώς 4.129.219 δραχμές, ήτοι συνολικώς 24.136.627 δραχμές. Επομένως, μετά από αφαίρεση των καταβολών αυτών από το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου, κατ' άρθρο 39 του N. 3259/04, οι απαιτήσεις της εναγόμενης από το 1ο δάνειο θεωρούνται εξοφλημένες και προκύπτει μάλιστα πιστωτικό υπέρ των εναγόντων υπόλοιπο 9.136.627 δραχμών (δηλαδή, 5.000.000δρχ επί 3 μείον 24.136.627δρχ). β) Για το 2ο δάνειο: Οι μεν ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν συνολικώς ποσό 129.296,82 ευρώ, η δε εναγόμενη ισχυρίζεται ότι κατεβλήθησαν, συνολικώς, 21.336.672 δραχμές και 9.991.160,80 JΡΥ σε καθένα από τους τηρηθέντες λογαριασμούς. Όμως, από τα άνω φύλλα χρεώσεων-πιστώσεων προκύπτει ότι κατεβλήθησαν αληθώς στον 1ο λογαριασμό, από 1/1/1991 έως 10/2/1997, συνολικώς 21.336.672 δραχμές και στο 2ο λογαριασμό, από 1/3/1997 έως 3/4/2001, συνολικώς 23.748.289 δραχμές, ήτοι συνολικώς 45.084.961 δραχμές. Επομένως, μετά από αφαίρεση των καταβολών αυτών από το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου, κατ' άρθρο 39 του N. 3259/04, συνυπολογιζομένου και του προκύψαντος, ως άνω, πιστωτικού υπολοίπου, οι απαιτήσεις της εναγόμενης από το 2ο δάνειο θεωρούνται εξοφλημένες και προκύπτει μάλιστα πιστωτικό υπέρ των εναγόντων υπόλοιπο 221.588 δραχμών (δηλαδή, 18.000.000δρχ επί 3 μείον 45.084.961δρχ μείον 9.136.627δρχ) και όχι χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 37.649,73 ευρώ, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη. Με την ένδικη αγωγή, οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωριστεί ότι η συνολική οφειλή τους από το 2ο δάνειο, μετά την εξόφληση του 1ου δανείου, ανέρχεται σε 21.241,46 ευρώ. Υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, λαμβάνοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο τούτο δεν δύναται να αναγνωρίσει ότι η συνολική οφειλή από τις επίδικες συμβάσεις έχει εξοφληθεί πλήρως, επιδικάζοντας ούτως κάτι πλέον του αιτηθέντος και δεσμεύεται από το αιτητικό της ένδικης αγωγής, κατ' άρθρα 106, 111, 115, 223 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή κατ' ουσίαν, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό και να καταδικαστεί η εναγόμενη στα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, λόγω ήττας της (ΚΠολΔ 176).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων. Απορρίπτει όσα κρίθηκαν απορριπτέα. Δέχεται την αγωγή.

Αναγνωρίζει α) ότι ουδέν οφείλεται από τους ενάγοντες προς την εναγόμενη εκ της υπ' αριθμόν 5336/11-2-1987 συμβάσεως ενυπόθηκου τοκοχρεωλυτικού δ