3048/2008 ΜΠΑ - ΤΑΚΤΙΚΗ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ § 1

 

                                     Αριθμός απόφασης: 3048/2008

                                     ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Παναγιώτα Γιούπη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από την Γραμματέα Μαρίνα Βερβενιώτη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 6 Δεκεμβρίου 2007, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγόντων: 1) Χ.Λ. του Γ. και 2) Ε. συζ. Χ.Λ. το γένος Χ., κατοίκων Γρα Λυγιάς Ιεράπετρας, οι οποίοι παραστάθηκαν διά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Πάρι Αναστασάκου.

Της εναγομένης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Σπυρίδωνος Τσαντίνη.

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 21/11/2005 αγωγή τους, που κατατέθηκε με αριθμό 194084/12965/30-11-2005, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 7/12/2006, οπότε αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις τους.

                         ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

                       ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 N. 3259/4-8-2004: «1) Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου.  2 ) Τα πιστωτικά  ιδρύματα   οφείλουν  να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής  για  όμοιες  χρηματοδοτήσεις.  3)   Παρέλευση  της  προθεσμίας  της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέρα των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω. Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη μέρα καθυστέρησης.... 12) Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του N. 2789/2000, όπως ισχύει». Περαιτέρω, το άρθρο 30 του N. 2789/2000 (προσαρμογή του ελληνικού δικαίου με την οδηγία 98/26/ΕΚ της 19/5/1998) όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του νόμου 2873/2000 και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 του νόμου 2912/2001, εγκαθίδρυσε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν καταγγελθεί ή λήξει μέχρι τις 31/12/2000, ώστε η εκάστοτε προς αυτό συνολική οφειλή, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί είτε με βάση τις ισχύουσες συμφωνίες, είτε με βάση τελεσίδικες αποφάσεις, να μην υπερβαίνει ορισμένα πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων, που περιοριστικά καθορίζει ο ίδιος ο νόμος. Με το άρθρο 42 του N. 2912/2001 ορίζονται τα εξής: «Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή από τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31/12/2000, δεν δύναται να υπερβεί το παρακάτω πολλαπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης του ποσού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31/12/1985 ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρις τις 31/12/1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν, μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31/12/2000. Σε κάθε περίπτωση στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος». Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων εγκαθιδρύθηκε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί  πριν   από   την   έναρξη   ισχύος   του   τελευταίου   από   τους προαναφερόμενους νόμους, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει τα περιοριστικά αναφερόμενα στο νόμο αυτό πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα έτος μετά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού. Σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις διατάξεις του άρθρου 39 του νόμου αυτού αφαιρούνται από τα συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Από τις παραπάνω διατάξεις καθίσταται επίσης σαφές ότι στην τελική οφειλή δεν είναι δυνατό να προστεθεί οποιαδήποτε επιπλέον επιβάρυνση και ειδικότερα οποιοδήποτε τέλος, φόρος, εισφορά ή έξοδα. Τούτο σαφώς συνάγεται τόσο από την γραμματική διατύπωση του ως άνω άρθρου 42 Ν. 2912/2001 και την αντίστοιχη του άρθρου 39 Ν. 3259/2004, όσο και από τη ratio του νέου νόμου και το πνεύμα του νομοθέτη που θέλησε να απαλλάξει το δανειολήπτη από την υπέρμετρη επιβάρυνση του, εκ μέρους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, με υψηλά επιτόκια και επαναλαμβανόμενους ανατοκισμούς που τα τελευταία χρόνια οδήγησαν σε απόγνωση και χρεοκοπία μεγάλο αριθμό οφειλετών δημιουργώντας μείζον κοινωνικό πρόβλημα. Εξάλλου, εάν ο νομοθέτης ήθελε να προστίθενται στη διαμορφούμενη, κατά τα ανωτέρω, τελική οφειλή και άλλες επιβαρύνσεις από φόρους, τέλη, κλπ., θα το όριζε ρητά, όπως έκανε αναφορικά με τα έξοδα στο νόμο 2789/2000, το άρθρο 30 παρ. 2 εδ. α' του οποίου ρητά προέβλεπε την προαφαίρεση τους από τις καταβολές, ρύθμιση όμως που δεν επαναλαμβάνεται στο νέο νόμο (ΠολΠρΑΘ 5392/2007, ΝΟΜΟΣ). Με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο/28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται, ότι «παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισαν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως» και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται έτσι τα  ενοχικά περιουσιακά  δικαιώματα  και ειδικότερα  απαιτήσεις,  είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/1998). Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 Α.Κ. «ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική ισχύ». Παρά ταύτα, δεν υπάρχει στο Σύνταγμα γενική απαγόρευση αναδρομικότητας του νόμου (ΟλΑΠ 1067/1979), αρκεί να μην παραβιάζονται το άρθρο 4 παρ. 1 περί ισότητας και το άρθρο 17 του Συντάγματος περί προστασίας της ιδιοκτησίας (ΟλΑΠ 4 και 7/1990). Κατά την παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος, «κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο ...». Στην έννοια της ιδιοκτησίας, κατά την αληθινή ερμηνεία της διάταξης αυτής, σύμφωνη και προς το ανωτέρω το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, πρέπει να νοηθεί ότι περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Τέτοιες ενοχικές αξιώσεις είναι κατά το ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, ήτοι το δικαίωμα αναζήτησης των καταβληθέντων αχρεωστήτως, εφόσον η καταβολή δεν έγινε με βάση δικαστική απόφαση μη ανατραπείσα. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 εδ. β' του Ν. 2789/2000, που αφορά τον ανατοκισμό επί δανειακών συμβάσεων που έκλεισαν οριστικά, ορίζεται ότι «καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους από τους οφειλέτες ή τρίτους, είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία». Η αμέσως προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 εδ. β', με την οποία αποκλείεται η αναζήτηση, πλην άλλων, και των εκουσίως καταβληθέντων ποσών, δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι τα εκουσίως καταβληθέντα από τον οφειλέτη, κατά τη δημοσίευση του νόμου, είχαν εξέλθει νομίμως της περιουσίας του καταβάλλοντος και δεν αποτελούσαν πλέον περιουσιακό του στοιχείο ή κεκτημένο «οικονομικό συμφέρον» αυτού και συνεπώς ο νομοθέτης, αποκλείοντας την αναζήτηση τους, δεν παραβιάζει τους προαναφερθέντες υπέρτερης αξίας κανόνες (ΑΠ 222/2006, ΔΕΕ 2006. 782).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες, με την κρινόμενη αγωγή τους, εκθέτουν ότι, δυνάμει της υπ' αριθμ. 4478 από 21/1/1993 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ του πρώτου από αυτούς ως πιστούχου και της εναγόμενης εταιρίας ως δανείστριας, η τελευταία του παρέσχε πίστωση αρχικά μέχρι του ποσού των 3.600.000 δραχμών, ήτοι 10.564,93 ευρώ. Ότι, στην συνέχεια, με τις υπ' αριθμ. 4478/1/8-3-1994, 4478/2/22-5-1996 και 4478/3/8-4-1997 συμβάσεις αύξησης της πίστωσης, το ύψος του πιστωτικού ορίου αυξήθηκε μέχρι του ποσού των 18.000.000 δραχμών, ήτοι 52.824,65 ευρώ. Ότι, στην ανωτέρω σύμβαση η δεύτερη των εναγόντων υπέγραψε ως εγγυήτρια. Ότι, προς εξυπηρέτηση της ένδικης σύμβασης τηρήθηκαν οι αναφερόμενοι στην αγωγή λογαριασμοί, τους οποίους η εναγόμενη εταιρία, παρότι γίνονταν καταβολές, έκλεισε οριστικά στις 18/2/2000, οπότε παρουσίαζαν συνολικό υπόλοιπο 17.738,13 ευρώ. Ότι, μετά την έκδοση του N. 3259/2004, κοινοποίησαν στην τελευταία την από 25/10/2004 αίτηση τους προς αναπροσαρμογή της οφειλής τους από την επίδικη σύμβαση. Ότι, επί της ως άνω αίτησης, η εναγόμενη εταιρία απάντησε ότι η οφειλή τους ανερχόταν, στις 4/8/2004, στο συνολικό ποσό των 27.486,26 ευρώ, πλέον τόκων από 4/8/2004, υπολογιζόμενη, δε, με βάση τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 39 του N. 3259/2004, ανερχόταν στο ποσό των 61.713,28 ευρώ. Ότι, η εναγόμενη εταιρία προέβη στις εξής παραβάσεις του N. 3259 όσον αφορά στον προσδιορισμό του ύψους της οφειλής: ) για τον προσδιορισμό της βάσης οφειλής δεν αφαίρεσε από το κατάλοιπο που προέκυψε κατά το χρόνο της τελευταίας εκταμίευσης των πιστώσεων τον ανατοκισμό των τόκων, που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της κίνησης των λογαριασμών ούτε τις λοιπές επιβαρύνσεις και έξοδα και β) παρότι η τελευταία εκταμίευση (στους επίδικους λογαριασμούς) πραγματοποιήθηκε στις 30/6/1999, χρησιμοποίησε συντελεστή (3) για τον πολλαπλασιασμό της βάσης και όχι (2), όπως επιβάλλει ο νόμος. Ακολούθως, οι ενάγοντες παραθέτουν πίνακα, όπου προσδιορίζουν όλες τις κινήσεις των λογαριασμών της επίδικης σύμβασης, ήτοι πιστώσεις, χρεώσεις, τόκους, κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα, με βάση, δε, τον εν λόγω υπολογισμό τους, ισχυρίζονται ότι, κατά το χρόνο της τελευταίας εκταμίευσης, ήτοι στις 30/6/1999, διαμορφωνόταν πιστωτικό υπέρ αυτών υπόλοιπο, ύψους 6.121,92 ουρώ και όχι χρεωστικό υπόλοιπο, ποσού 61.713,28 ευρώ, που επικαλείται η εναγόμενη εταιρία. Ότι, αχρεωστήτως κατέβαλαν σε αυτήν το συνολικό ποσό των 54.277,51 ευρώ, το οποίο ουδέποτε της όφειλαν σύμφωνα με τον ανωτέρω υπολογισμό. Βάσει του ιστορικού αυτού, ζητούν : α) να αναγνωρισθεί ότι, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, διαμορφώνεται, αναφορικά με την επίδικη σύμβαση, πιστωτικό υπόλοιπο, ποσού 6.121,92 ευρώ, κατά το χρόνο της τελευταίας εκταμίευσης και β) (μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, που έγινε παραδεκτά, ήτοι με τις προτάσεις τους) να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη εταιρία υποχρεούται, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να τους επιστρέψει το ποσό των 54.277,51 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 4/8/2004 (έκδοση του Ν. 3259/2004), άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως. Ζητούν, επίσης, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή.

Με αυτό το περιεχόμενο, η υπό κρίση αγωγή αρμοδίως, καθ' ύλην και κατά τόπο, εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 14 παρ.2 και 25 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά την τακτική διαδικασία. Είναι ορισμένη και νόμιμη ως προς το προαναφερόμενο πρώτο αίτημα της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων που προεκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας, καθώς και σε αυτή του άρθρου 70 Κ.Πολ.Δ.. Αντίθετα, είναι μη νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί ως προς το δεύτερο (σωρευόμενο) αίτημα της περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγόμενης εταιρίας να τους αποδώσει τα αδικαιολογήτως καταβληθέντα σε αυτήν ποσά στο πλαίσιο της επίδικης σύμβασης, καθώς, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 εδ. β' του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με την παρ. 12 του άρθρου 29 του Ν. 3259/2004, «καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά ... είτε εκουσίως είτε κατόπιν συμφωνίας ... δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία», η δε διάταξη αυτή, όπως προαναφέρθηκε, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Πρέπει, συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ' ουσίαν, ενώ δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, λόγω του αναγνωριστικού της χαρακτήρα.

Η εναγόμενη εταιρία, με τις προτάσεις της, ισχυρίζεται ότι το κατάλοιπο του επίδικου αλληλόχρεου λογαριασμού δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί, καθώς η εκδοθείσα σε βάρος των εναγόντων 279/2000 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου έχει καταστεί τελεσίδικη. Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι μη νόμιμος και, εντεύθεν, απορριπτέος, διότι, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 42 του Ν. 2912/2001, προστέθηκε στην παρ. 8 του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000 εδάφιο, κατά το οποίο «σε όσες ... περιπτώσεις ... υφίσταται ανεξόφλητο υπόλοιπο μετά τις 31/12/2000 και τα ποσά που καταβλήθηκαν ή πρόκειται να καταβληθούν κατά τις ισχύουσες συμφωνίες ή με βάση τελεσίδικες αποφάσεις υπερβαίνουν το ποσό της συνολικής οφειλής ... από το ανεξόφλητο αυτό υπόλοιπο διαγράφεται το υπερβάλλον». Επομένως, κατά ρητή επιταγή του νομοθέτη, ακόμα και στις περιπτώσεις που έχουν εκδοθεί τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, οι οφειλέτες απαλλάσσονται από την καταβολή του υπερβάλλοντος ποσού της συνολικής οφειλής, με βάση τον υποχρεωτικό (εκ του νόμου) εκ νέου υπολογισμό της. Επιπλέον, ήδη με τη νεότερη ρύθμιση του Ν. 3259/2004, προβλέπεται ο ανακαθορισμός των χρεών των δανειοληπτών προς τις τράπε