6.687/2007 ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ: ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ

 

ΙΙ. Με την από 1/6/2005 ανακοπή (αρ.εκθ.καταθ. 4549/2005 η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα ζητούσε για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικώς στο δικόγραφο την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξεως της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως, που επισπεύθηκε σε βάρος της από την καθής με βάση την υπ' αριθμό 1286/1997 διαταγή πληρωμής προς ικανοποίηση της απαιτήσεώς της, που προέρχεται από την αναφερομένη σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό λογαριασμό και τις ταυτάριθμες αυτής αυξητικές συμβάσεις, που καταρτίστηκαν ανάμεσα στον οφειλέτη σύζυγό της Γεράσιμο Λούκα και την καθής, την εκτέλεση των οποίων εγγυήθηκε αυτή, ανερχόμενης στο ποσό των 34.752,50 ευρώ, όπως το ύψος της οφειλής επαναϋπολογίστηκε και επαναπροσδιορίστηκε κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 42 του Ν.2912/2001, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 39 του Ν.3259/2004, ειδικότερα δε της 697/20-4-2005 Γ΄ Επαναληπτικής περιλήψεως της 669/2003 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτου κυριότητάς της, που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σπυρίδων Γιαννακόπουλος, με την οποία ορίστηκε ως ημερομηνία διενέργειας πλειστηριασμού του κατασχεθέντος ακινήτου η 15/6/2005. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η 4.026/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν αυτή. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως παραπονείται ανακόπτουσα με τους λόγους της εφέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων κα ζητεί την εξαφάνισή της προκειμένου να γίνει δεκτή η ανακοπή.

ΙΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 30 του Ν.2789/2000 «προσαρμογή του Ελληνικού Δικαίου προς την οδηγία αριθ. 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19/5/1998 σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμής και στα συστήματα διακανονισμού χρηματοπιστωτικών μέσων» (ΦΕΚ τεύχος Α΄ της 11/2/2000) ορίστηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής ενδιαφέροντα εν προκειμένω:  (Α) Η συνολική οφειλή από τόκους, που παρήχθησαν από δανειακές συμβάσεις (αλληλόχρεους ή ανοιχτούς λογαριασμούς) οι οποίες έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα (Τράπεζες) δεν δύναται να υπερβεί το πολλαπλάσιο της συνολικής απαιτήσεως των εν λόγω ιδρυμάτων κατά του δανειολήπτη, όπως η απαίτηση αυτή έχει διαμορφωθεί στο χρόνο κατά τον οποίο έκλεισε (με καταγγελία) ο λογαριασμός και ειδικότερα : (α) εάν το κλείσιμο έγινε μέχρι και στις 31/12/1985, τότε η οφειλή από τόκους δεν μπορεί να υπερβεί το τετραπλάσιο της απαιτήσεως, (β) εάν το κλείσιμο έγινε από 1/1/1986 έως και 31/12/1990, τότε η οφειλή από τόκους δεν μπορεί να υπερβεί το τριπλάσιο της απαιτήσεως και (γ) εάν το κλείσιμο έγινε από 1/1/1991 έως 15/4/1998, τότε η οφειλή από τόκους δεν μπορεί να υπερβεί το διπλάσιο της απαιτήσεως (παρ.1 εδ. β΄). (Β) Εάν η οφειλή προέκυψε από σύμβαση δανείου τότε στη βάση υπολογισμού δεν περιλαμβάνονται τόκοι από ανατοκισμό (παρ.1 εδάφιο β΄). (Γ) Καταβολές, που έχουν γίνει από τους οφειλέτες ή τρίτους χάριν αυτών μετά τις ανωτέρω ημερομηνίες, αφαιρούνται από την οφειλή των τόκων, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά την προδιαληφθείσα, παράγραφο 1, εδάφιο α΄ (παράγραφο 2, εδάφιο α΄). (Δ) Οι υφιστάμενες ασφάλειες, που έχουν παρασχεθεί στα πιστωτικά ιδρύματα από τους οφειλέτες, εγγυητές, ή τρίτους εξακολουθούν να ισχύουν και εξασφαλίζουν εφεξής το κεφάλαιο και τους τόκους που προκύπτουν από την αναπροσαρμογή κατά τις παραγράφους 1 και 2 (παρ.3). (Ε) Από την ισχύ του παρόντος νόμου, τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται, (α) να γνωστοποιούν στους οφειλέτες (των οποίων οι οφειλές εμπίπτουν στη ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου 30), το ύψος της οφειλής τους κατά κεφάλαιο και τόκους, (β) να μη λογίζουν τόκους για τη συνολική οφειλή, (όπως αυτή θα διαμορφωθεί  μετά την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2) έως και την 30 Απριλίου 2000 και (γ) να μην αρχίσουν ή να συνεχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτελέσεως από 11/2 έως 31 Οκτωβρίου 2000, (παρ.4). Το ποσό της οφειλής (όπως θα διαμορφωθεί κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 και 2) θα εκτοκίζεται από 1η Μαϊου 2000 επί ένα εξάμηνο. Μετά το εξάμηνο αυτό, εάν εκάστοτε επιτόκιο υπερημερίας και οι παραγόμενοι τόκοι θα εκτοκίζονται σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 2607/1998 «Ενισχύσεις ιδιωτικών επενδύσεων, ανατοκισμός, φορολογία, κλπ» (παρ.5). (Ζ) Τα πιστωτικά ιδρύματα με τους περιορισμούς των παραγράφων 1 και 5 του παρόντος νόμου, δύναται να συμφωνούν με τους όρους και τον τρόπο εξοφλήσεως των οφειλών, που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 (παρ.6). (Η) Από 1ης Νοεμβρίου 2000 αίρεται η αναστολή της ενάρξεως ή της συνεχίσεως της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως προς ικανοποίηση των απαιτήσεων, που υπάγονται στη ρύθμιση της παραγράφου 1, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 6 και με την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα με δήλωσή του σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας θα προσδιορίζει το οφειλόμενο κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου ποσό της απαιτήσεως (παράγραφος 7).

Εξάλλου οι ανωτέρω παράγραφοι 4 παρ.β΄ και 7 τροποποιήθηκαν με το άρθρο 47 παρ.1 του Ν. 2873/2000 «φορολογικές ελαφρύνσεις και απλουστεύσεις και άλλες διατάξεις» και ορίστηκε αντιστοίχως ότι: 1) τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να μην αρχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτελέσεως και να μη συνεχίσουν διαδικασίες που έχουν αρχίσει έως και 31/3/2001 και 2) από 1η Απριλίου 2001 αίρεται η αναστολή της ενάρξεως ή της συνεχίσεως της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως προς ικανοποίηση των απαιτήσεων, που υπάγονται στη ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000 εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 6 του εν λόγω άρθρου και με την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα με δήλωσή του, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, θα προσδιορίζει το οφειλόμενο κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος άρθρου ποσό της απαιτήσεως (οι αμέσως προηγούμενες τροποποιήσεις ίσχυαν από 31/10/2000, κατά το άρθρο 47 παρ. 2 του τελευταίου νόμου). Τέλος οι ανωτέρω παράγραφοι 1 εδ. α΄ και 4 εδ. α΄ και β΄ του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000 (όπως είχε κατά τα προαναφερόμενα τροποποιηθεί με το άρθρο 47 § 2 του νόμου 2873/2000) αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 §§ 1 και 2 του Ν.2912/2001 «προσαρμογή στις διατάξεις της οδηγίας 94/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τη θέσπιση βασικών αρχών, που διέπουν τις έρευνες ατυχημάτων και συμβάντων Πολιτικής Αεροπορίας κλπ (ΦΕΚ τεύχος Α΄ - 9/5/2001). Κατά δε το άρθρο αυτό: 1) Η συνολική οφειλή από κάθε είδους δανειακές συμβάσεις (αλληλόχρεους ή ανοιχτούς λογαριασμούς), οι οποίες έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα (Τράπεζες), δεν δύναται να υπερβεί το πολλαπλάσιο της σχετικής απαιτήσεως των εν λόγω ιδρυμάτων, κατά του δανειολήπτη όπως η απαίτηση αυτή έχει διαμορφωθεί στον χρόνο, κατά τον οποίο έκλεισε (με καταγγελία) ο λογαριασμός και ειδικότερα: α) εάν το κλείσιμο έγινε μέχρι και στις 31/12/1985, τότε η οφειλή από τους τόκους δεν μπορεί να υπερβεί το τετραπλάσιο της απαιτήσεως, β) εάν το κλείσιμο έγινε από 1/1/1986 έως και 31/12/1990, τότε η οφειλή από τόκους δεν μπορεί να υπερβεί το τριπλάσιο της απαιτήσεως και γ) εάν το κλείσιμο έγινε από 1/1/1991 έως και 21/12/2000, τότε η οφειλή από τόκους δεν μπορεί να υπερβεί το διπλάσιο της απαιτήσεως (παρ.1 εδ.α΄). 2) Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να μην αρχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτελέσεως και να μην συνεχίσουν διαδικασίες, που έχουν αρχίσει ως 31 Δεκεμβρίου 2001 και 3) από 1/1/2002 αίρεται η αναστολή της ενάρξεως ή της συνεχίσεως της διαδικασίας προς ικανοποίηση των απαιτήσεων, που υπάγονται στη ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 6 του εν λόγω άρθρου και με την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα με δήλωσή του, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας θα προσδιορίζει το οφειλόμενο κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου ποσό της απαιτήσεως (βλ. Γεωργίου Σχοινά, Ρυθμίσεις παλαιών οφειλών υπό του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000 και του άρθρου 42 του Ν. 2912/2001, Επιθ.Εμπ.Δικαίου 2001, σελ. 616επ).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πιστώσεως ή  του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. Σύμφωνα δε και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους, σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου ενώ οφείλουν επίσης να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη των απαιτήσεων τους, ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει έως την 31/12/2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρυθμίσεως ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Έως την 31/10/2004 οι οφειλέτες και οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Κατά δε την παράγραφο 3, η παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσεως, που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω. Η ίδια διάταξη όρισε τις κατ' ιδίαν προϋποθέσεις εφαρμογής και ειδικότερα απαιτήσεις από συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του Ν.2789/2000 και διαμορφωθεί την 31/12/1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ (παράγραφος 4). Σύμφωνα δε με τη διάταξη της παραγράφου 8 (του ιδίου άρθρου) οι καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους, αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις αυτές. Τέλος κατά την παράγραφο 12 ορίζεται ότι κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει. Από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν.2789/2000, όπως έχει κατά τα ανωτέρω τροποποιηθεί προκύπτουν εκτός άλλων, ότι: α) Η υποχρέωση επανακαθορισμού των πιστωτικών ιδρυμάτων επιβάλλεται ως γενικός όρος για την ικανοποίησή τους ενώ οι εξαιρέσεις από τη διαδικασία αυτή προβλέπονται περιοριστικά και ως τέτοιες πρέπει να ερμηνεύονται στενά, β) Οι απαιτήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων από την ισχύ του ανωτέρω νόμου κατέστησαν ex lege απαιτήσεις υπό όρο εξαρτώμενες από τη διαδικασία επανακαθορισμού τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.2789/2000 όπως τροποποιήθηκε. Αποτέλεσμα δε τούτου, είναι ότι οι απαιτήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, που απορρέουν από τραπεζικές δανειακές συμβάσεις κατέστησαν ήδη απαιτήσεις μη βέβαιες με την έννοια του άρθρου 915 ΑΚ ως απαιτήσεις εξαρτημένες από την πραγματοποίηση όρου (βλ.ΕφΑθ 117/2004 αδημοσίευτη Χ. Απαλλαγάκη, Γνωμοδότηση Αρμ. 2003, σελ.1538επ., Κεραμέα, γνωμοδότηση Αρμ. 2003, σελ. 906επ). Από απόψεως αναγκαστικής εκτελέσεως αυτό σημαίνει ότι η επισπεύδουσα Τράπεζα δεν μπορεί να επισπεύσει έγκυρα αναγκαστική εκτέλεση εάν δεν προαποδείξει την βεβαιότητα της εκτελούμενης απαιτήσεώς της με έγγραφο, όπως επιτάσσει το άρθρο 915 του ΚΠολΔ και αν δεν συγκοινοποιήσει με την επιταγή της το έγγραφο αυτό (924 ΚΠολΔ). Έτσι σε περίπτωση που η Τράπεζα επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως για τον επανακαθορισμό της από τον καθ' ου, η εκτέλεση και μετά από απόφαση αυτής της αιτήσεως η επισπεύδουσα Τράπεζα πολύ περισσότερο βαρύνεται με την προαπόδειξη της βεβαιότητας της εκτελούμενης απαιτήσεως σύμφωνα με το άρθρο 915 ΚΠολΔ. Η προαπόδειξη αυτής της προϋποθέσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως της βεβαιότητας της απαιτήσεως θα μπορεί στην περίπτωση αυτή να επιχειρείται ιδίως με αναγνωριστική δικαστική απόφαση, η οποία θα προσφέρει αυθεντική διάγνωση σχετικά με την ύπαρξη βέβαιης απαιτήσεως. Οι πράξεις εκτελέσεως που επιχειρούνται χωρίς την προαπόδειξη αυτή και χωρίς να συγκοινοποιείται το σχετικό έγγραφο με την επιταγή (άρθρο 924 Κ.Πολ.Δικον.) είναι άκυρες, ανεξαρτήτως από την επίκληση δικονομικής βλάβης (βλ. εκτός άλλων ΕφΑθ 117/2004, ΜΠΑ 2850/2004, 2198/2004, 2036/2004, 1173/2004, ΕφΔωδ 100/2006, αδημοσίευτες σε νομικό περιοδικό). Επιπλέον με την ίδια ως άνω τροποποιημένη διάταξη του άρθρου 30 του Ν.2789/2000, οι απαιτήσεις αυτές όχι μόνο κατέστησαν εξαρτημένες από όρο με την έννοια του άρθρου 915, αλλά καθώς ο όρος που επιβλήθηκε συνδέθηκε που επιβλήθηκε συνδέθηκε κατ' αποτέλεσμα με το ύψος των προς τα πιστωτικά ιδρύματα οφειλών ανέτρεψε συγχρόνως και το εκκαθαρισμένο των απαιτήσεων αυτών με την έννοια του άρθρου 916 Κ.Πολ.Δικον.

IV. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της εκκαλούσας, ο οποίος επαναφέρεται και στο παρόν Δικ/ριο ως τρίτος λόγος εφέσεως η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η απαίτηση της καθής η ανακοπή δεν είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη, αφού υφίσταται ex lege υποχρέωση της να υπαγάγει την οφειλή της στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.2789/2000 και 42 του Ν.2912/2001, να επανακαθορίσει την οφειλή της και να προαποδείξει τη βεβαιότητα της εκτελούμενης απαιτήσεως με έγγραφο ή δικαστική απόφαση και με συγκοινοποίηση με επιταγή του εγγράφου αυτού. Ο λόγος αυτός είναι ορισμένος και νόμιμος, καθόσον στηρίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω από ουσιαστική άποψη.

Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (βλ. ΑΠ 263/2001 Δ/νη 93, 118 ΑΠ 320/199.. Δ/νη 40,1390), μάρτυρα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικ/ρίου δεν πρότεινε κανείς από τους διαδίκους, αποδεικνύονται πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με βάση την από 18/12/1996 αίτηση της καθής - εφεσίβλητης ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» ως δανείστριας της υπ' αριθμόν 535/1990 συμβάσεως πιστώσεως ανοικτού λογαριασμού μέχρι του ποσού των 1.200.000 δρχ., τις από 14/5/1991, 24/7/1991, 30/8/1991, 17/2/1992 και 17/3/1992 αυξητικές αυτής συμβάσεις, που είχαν καταρτιστεί μεταξύ αυτής και του πιστούχου Γεράσιμου Λούκα του Αγγέλου, με την πλήρη εγγύηση της ανακόπτουσας συζύγου του Κλεοπάτρας Λούκα, συνολικού ποσού 22.000.000 δραχμών ή 64.563,46 ευρώ, εκδόθηκε η 1286/1997 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας διατάχθηκαν, αμφότεροι πιστούχος και εγγυήτρια να καταβάλουν στην αιτούσα Τράπεζα το χρηματικό ποσό των 6.753.737 δραχμών, νομιμοτόκως και με τραπεζικό τόκο υπερημερίας και με τρίμηνο ανατοκισμό των τόκων από 21/2/1996, ως χρεωστικό υπόλοιπο από τον υπ' αριθμό 195027-4 λογαριασμό της πιστώσεως, μετά το οριστικό κλείσιμο του στις 29/1/1996 καθώς και τον αναλογούντα στους τόκους ποσοστό του εκάστοτε ειδικού φόρου Τραπεζικών Εργασιών (ΕΦΤΕ) και 243.000 δρχ. για τη δικαστική δαπάνη εκδόσεως της διαταγής πληρωμής. Η ως άνω δανείστρια Τράπεζα επέδωσε στην ανακόπτουσα την 18/2/1997 αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, σύμφωνα με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμόν 2927/18.2.1997 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθανασίου Νίκα. Η τελευταία (ανακόπτουσα) δεν άσκησε κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής ανακοπή εκ του άρθρου 632 παρ. 1. Στη συνέχεια επεδόθη και πάλι σε αυτή την 8/4/1997 η ως άνω διαταγή πληρωμής και συντάχθηκε η επίσης επικαλουμένη και προσκομιζόμενη 3066/18.4.1997 έκθεση επιδόσεως του αυτού δικ/κου επιμελητή. Και κατά αυτής η ανακόπτουσα δεν άσκησε την εκ του άρθρου 633 παρ. 2 ανακοπή εντός της προθεσμίας των 10 ημερών και έτσι αυτή κατέστη τελεσίδικος (633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικον.) και απέκτησε ισχύ δεδικασμένου (βλ. ΟλΑΠ 6/1996, ΕΕΝ 1996, ΟλΑΠ 30/1987, Αρμ. 1988, 578), προσκομίζεται και το υπ' αριθμόν 2463/07.07.1997 πιστοποιητικό του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο από την ανακόπτουσα. Στη συνέχεια επέδωσε η καθής Τράπεζα στην ανακόπτουσα επιταγή προς πληρωμή παρά πόδας της άνω διαταγής πληρωμής την 16/../1997 και επέβαλε κατάσχεση επί των ακινήτων της ανακόπτουσας, σύμφωνα με την επικαλουμένη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμόν 293/04.11.1997 έκθεση κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή Γ.Κουντουριώτη. Έκτοτε η οφειλέτιδα κατέβαλε διάφορα ποσά έναντι του χρέους και έτσι αναστέλλονταν η διαδικασία της εκτελέσεως (βλ. και την υπ' αριθμόν 369/27.09.2000 Η'  Επαναληπτική Περίληψη). Στη συνέχεια και μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 2912/2001, η καθής προέβη σε επαναπροσδιορισμό της εκ του μη έχοντος ακόμη εξοφληθεί οφειλής της ανακόπτουσας και με την επικαλούμενη και νομίμως προσκομιζόμενη από την Τράπεζα υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 01057/25.10.2001, απάντησή της προς την ανακόπτουσα επί της από 26/7/2001 αιτήσεως της τελευταίας, με διαβίβαση σ' αυτή συνημμένων αντιγράφων του ενήμερου λογ/σμου, μέσω του οποίου διενεργήθηκαν οι χρηματοδοτήσεις προς τον σύζυγό της Γεράσιμο Λούκα του Αγγέλου - πιστούχο, καθώς και αντίγραφα των λογ/σμών οριστικής καθυστερήσεως της γνωστοποίησε ότι: Α) η συνολική οφειλή της (κεφάλαιο, τόκους και έξοδα) κατά την ημερομηνία ισχύος του Νόμου αυτού (9.5.2001) ανερχόταν στο ποσό των 15.311.915 δρχ. ή ευρώ 44.935,92 έντοκο από 10/5/2001 και Β) η απαίτηση της (καθής) σε βάρος της υπολογιζόμενης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 42 του Ν.2912/2001 ανερχόταν στο ποσό των 17.376.652 δρχ. ή 50.995,31 ευρώ. Στο αποτέλεσμα αυτό κατέληξε η καθής με την σημείωση στο τέλος του εγγράφου της ότι κατά την 09.5.2001 «πραγματικό υπόλοιπο της οφειλής σας, υπολογιζόμενο βάσει του τίτλου επιδικάσεως είναι μικρότερο εκείνου που προκύπτει υπολογιζόμενο σύμφωνα με το οριζόμενο από το Ν.2912/2001 η οφειλή σας αν και εμπίπτουσα στις διατάξεις του Νόμου αυτού ισχύει για το μικρότερο πραγματικό υπόλοιπο των 15.311.915 δρχ., έντοκο από 10/5/2001. Ακολούθως, η ανακόπτουσα με την από 16/9/2004 αίτησή της, ζήτησε την υπαγωγή της οφειλής της στις ρυθμίσεις του αρ.39 του Ν. 3259/2004. Στην αίτηση αυτή, που παρελήφθηκε στις 16/9/2004 από της καθής, η τελευταία της γνωστοποίησε (ανακόπτουσα) το από 356/9.11.2004 εξώδικο έγγραφό της περί επαναπροσδιορισμού τους ύψους της οφειλής της τε