5.392/2007 ΠΠΑ - ΤΑΚΤΙΚΗ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ - ΕΦΑΡΜΟΓΗ §1

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός 5.392/2007

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 

----------- -----------

Αποτελούμενο από τους Δικαστές, Ειρήνη Δρόσου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Μιχαήλ - Άγγελο Γιαννακάκο, Πρωτοδίκη - Εισηγητή, Αθανάσιο Παπαπαναγιώτου, Πρωτοδίκη και από την Γραμματέα, Αγγελική Καπίρη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην 17-1-2007, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των εναγόντων: ...., εκ των οποίων η πρώτη, δεύτερος και τρίτος εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρο τους, Πάρι Αναστασάκου, οι δε τέταρτος και πέμπτος εμφανίστηκαν μετά του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου τους.  Της εναγομένης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία ......... η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ...............

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 Ν.3259/4-8-2004: «1) H συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου έκαστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (δάνεια άνω των 2.201.000 ευρώ έως 31-12-1999 και δάνεια αρχικού κεφαλαίου άνω των 400.000 ευρώ ή δάνεια αγροτών). 2) Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 3) Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέρα των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω. Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη μέρα καθυστέρησης.... 12) Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.2789/2000, όπως ισχύει». Περαιτέρω το άρθρο 30 του Ν.2789/2000 (προσαρμογή του ελληνικού δικαίου με την οδηγία 98/26/ΕΚ της 19.5.1998) όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του νόμου 2873/2000 και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 του νόμου 2912/2001, εγκαθίδρυσε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν καταγγελθεί ή λήξει μέχρι τις 31-12-2000, ώστε η εκάστοτε προς αυτό συνολική οφειλή, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί είτε με βάση τις ισχύουσες συμφωνίες, είτε με βάση τελεσίδικες αποφάσεις, να μην υπερβαίνει ορισμένα πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων, που περιοριστικά καθορίζει ο ίδιος ο νόμος. Με το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001 ορίζονται τα εξής: «Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή από τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31-12-2000, δεν δύναται να υπερβεί το παρακάτω πολλαπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης του ποσού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31-12-1985 ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρις τις 31-12-1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν, μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-2000. Σε κάθε περίπτωση στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος». Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων (αρθρ. 30 Ν.2789/2000 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν.2912/2001 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 39 Ν. 3259/2004 (ΦΕΚ 149/4-8-2004) εγκαθιδρύθηκε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του τελευταίου από τους προαναφερόμενου νόμους, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει τα περιοριστικά αναφερόμενα στο νόμο αυτό πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα έτος μετά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού. Σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 39 του Ν.3259/2004, όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις διατάξεις του άρθρου 39 του νόμου αυτού αφαιρούνται από τα συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Από τις παραπάνω διατάξεις καθίσταται επίσης σαφές ότι στην τελική οφειλή δεν είναι δυνατό να προστεθεί οποιαδήποτε επιπλέον επιβάρυνση και ειδικότερα οποιοδήποτε τέλος, φόρος, εισφορά ή έξοδα. Τούτο σαφώς συνάγεται από την γραμματική διατύπωση, τόσο του ως άνω άρθρου 42 Ν.2912/2001, όσο και την αντίστοιχη του άρθρου 39 Ν.3259/2004, όπου ορίζεται ρητά ότι «....η συνολική οφειλή ... δεν δύναται να υπερβεί ...», η οποία διαφοροποιείται από την προηγούμενη του άρθρου 30 Ν.2789/2000, όπου οριζόταν ότι «η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση ... δεν μπορεί να υπερβεί». Στην αντικατασταθείσα, δηλαδή, διάταξη προσδιοριζόταν ως συνολική οφειλή αυτή που περιλάμβανε μόνον τόκους, ενώ στη νέα διάταξη αναφέρεται μόνο η φράση «συνολική οφειλή», χωρίς να προσδιορίζεται ειδικότερα καμία άλλη επιβάρυνση. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε και με βάση τη ratio του νέου νόμου και το πνεύμα του νομοθέτη που θέλησε να απαλλάξει το δανειολήπτη από την υπέρμετρη επιβάρυνσή του, εκ μέρους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, με υψηλά επιτόκια και επαναλαμβανόμενους ανατοκισμούς που τα τελευταία χρόνια οδήγησαν σε απόγνωση και χρεοκοπία μεγάλο αριθμό οφειλετών δημιουργώντας μείζον κοινωνικό πρόβλημα. Εξάλλου, εάν ο νομοθέτης ήθελε να προστίθενται στη διαμορφούμενη κατά τα ανωτέρω, τελική οφειλή και άλλες επιβαρύνσεις από φόρους, τέλη, κλπ., θα το όριζε ρητά, όπως έκανε αναφορικά με τα έξοδα στο νόμο 2789/2000, το άρθρο 30 παρ. 2 εδ. α' του οποίου ρητά προέβλεπε την προαφαίρεσή τους από τις καταβολές, ρύθμιση όμως που δεν επαναλαμβάνεται στο νέο νόμο. Εξάλλου η από την ανωτέρω διάταξη (του άρθρου 42 του Ν.2912/2001), καθιερούμενη απαγόρευση στα πιστωτικά ιδρύματα να καταλογίζουν έξοδα σε βάρος των δανειοληπτών τους - έστω και αν περιέχεται στις κατ' ιδίαν συμβάσεις τους αντίθετος συμβατικός όρος - ούτε στο άρθρο 5, ούτε στο άρθρο 106 παρ. 2  του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 1 του προσθέτου (πρώτου) πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αντίκειται, αλλ' απεναντίας συμπλέει και προς το σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας κατ' άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, καθώς επίσης και στο άρθρο 5 αυτού (βλ. και Ολ. ΑΠ 2/1997, 10/2003 Δ/νη 44, 405 - 40/1998 Δ/νη 40, 46 και Εφ.Αθ 4110/2004 αδημ. στο νομικό τύπο). Περαιτέρω, η διαλαμβανόμενη στην αρχή του άρθρου 42 του νόμου 2912/2001 φράση: «κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων», αναμφισβήτητα υποδηλώνει την επιθυμία του νομοθέτη να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της υπέρμετρης και επικίνδυνης για τους οφειλέτες διόγκωσης των υποχρεώσεών τους προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ενόψει των υψηλών επιτοκίων και των υπέρμετρων ανατοκισμών που επιβάλλονταν, ως γενικοί όροι συναλλαγών, στους δανειολήπτες από αυτά. Πρέπει, επίσης, να αναφερθεί ότι το νομοθετικό καθεστώς, το οποίο επέτρεπε τον εκτοκισμό των τόκων, που οφείλονταν στα πιστωτικά ιδρύματα (άρθρο 8 παρ. 6 Ν.1083/1980 και 289/1980 απόφαση της ΝΕ) και το οποίο οδήγησε στην υπέρμετρη διόγκωση των οφειλών των δανειοληπτών, έχει ήδη καταργηθεί και δεν ισχύει για τις νέες τραπεζικές συμβάσεις (άρθρο 12 νόμου 2601/1998), ο δε ΕΦΤΕ καταργήθηκε ήδη οριστικά με το άρθρο 33 παρ. 1 του νόμου 2873/2000 από 1-1-2001. Επομένως οι πιο πάνω επιβαρύνσεις και ανεξαρτήτως του αν αυτές βαρύνουν το δανειολήπτη απευθείας από το νόμο (π.χ. ΕΦΤΕ) ή από το πιστωτικό ίδρυμα (π.χ. εισφορά του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του Ν.128/1975), το οποίο τους μετακυλύει και τους επιβάλλει, ως γενικούς όρους συναλλαγών στο δανειολήπτη, δεν μπορούν να προστεθούν στην ως άνω συνολική οφειλή. Έτσι με τη ρύθμιση αυτή καθιερώνεται διαδικασία υποβολής των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων σε αναπροσαρμογή ή «επαναρρύθμιση», διαδικασία που κινείται με την υποβολή σχετικής αίτησης, από τον εκάστοτε οφειλέτη και λήγει με τη γνωστοποίηση από το πιστωτικό ίδρυμα του ύψους της επανακαθορισθείσας οφειλής κατά κεφάλαιο και τόκους, όπως αυτή θα διαμορφωθεί με την εφαρμογή των προλεχθέντων διατάξεων. Σύμφωνα με το γράμμα, αλλά και το σκοπό των διατάξεων αυτών, η υποχρέωση επανακαθορισμού των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων επιβάλλεται ως γενικός όρος για την ικανοποίησή τους, ενώ οι εξαιρέσεις από τη διαδικασία προβλέπονται περιοριστικά και ως τέτοιες πρέπει να ερμηνεύονται στενά (βλ. σχετ. Εφ.Αθ. 7129/2006, 5139/2005, 423/2005 Π.Πρ.Αθ. 1821/2007 αδημ. Ψυχομάνη, Τραπεζικό Δίκαιο, 2001, σελ. 120, 121). Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες με την κρινόμενη αγωγή τους εκθέτουν ότι ......  στις 3-9-2004 υπέβαλαν στην εναγομένη αίτηση επανακαθορισμού του ύψους της οφειλής τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 Ν.3259/2004,  Ότι με τη διάταξη του άρθρου 39 του ν.3259/2004, με την οποία τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 του ν.2912/2001, που είχε αντικαταστήσει τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.1 του νόμου 2789/2000, ρυθμίστηκε η συνολική οφειλή από τις συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, με σκοπό τη ρύθμιση των οφειλόμενων και ανείσπρακτων ακόμα από τις Τράπεζες ποσών, η οποία πρέπει να είναι απαλλαγμένη από ανατοκισμούς τόκων και λοιπές επιβαρύνσεις. Ότι σύμφωνα με το ως άνω άρθρο και εφόσον προκύπτει χρεωστικό υπόλοιπο υπέρ της δανείστριας Τράπεζας, αυτό (το υπόλοιπο) πολλαπλασιάζεται με τον εκάστοτε συντελεστή, με κριτήριο την ημερομηνία της τελευταίας εκταμίευσης. Ότι εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η τελευταία εκταμίευση έγινε στις 26-6-1995, ήτοι μετά το 1990, το χρεωστικό αυτό υπόλοιπο πρέπει να πολλαπλασιασθεί με το συντελεστή δύο (2) και όχι με το συντελεστή τρία (3), όπως εσφαλμένα έπραξε η Τράπεζα. Ζητούν επίσης να υποχρεωθεί η εναγομένη να υπαγάγει την ως άνω οφειλή τους στη ρύθμιση του εδ. δ΄ της § 2 του άρθρου 39 Ν.3259/2004, ήτοι να ορισθεί η αποπληρωμή σε διάρκεια επτά (7) ετών εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος, καθοριζομένων και των ισόποσων περιοδικών δόσεων, οι οποίες θα είναι έντοκες με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις.  

Η εναγομένη όμως στην ως άνω απαντητική επιστολή της δεν διευκρινίζει αν για τον υπολογισμό της βάσης οφειλής συνυπολόγισε ανατοκισμό τόκων υπερημερίας και επιβαρύνσεις εξόδων, κάτι που όπως προεκτέθηκε δεν επιτρέπεται πλέον, ούτε αιτιολογεί και διευκρινίζει πως και με ποιες επιμέρους πράξεις και ποια κονδύλια προσέθεσε, ώστε να καταλήξει στη βάση της οφειλής, που αναφέρει στην απαντητική της επιστολή. Περαιτέρω οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο πιο πάνω υπολογισμός δεν έγινε όπως ορίζουν οι νέες διατάξεις και συγκεκριμένα, ότι κατά τον υπολογισμό της βάσης της οφειλής η εναγομένη συνυπολόγισε παράνομα ανατοκισμό τόκων υπερημερίας και επιβαρύνσεις εξόδων, που χρεώνονταν από την ίδια σε όλη τη διάρκεια της κίνησης του λογαριασμού, καθώς και ότι παρόλο που η τελευταία εκταμίευση (χορήγηση) έγινε στις 26-6-1995, η εναγομένη χρησιμοποίησε συντελεστή (3) αντί του ορθού (2) και ότι αν οι υπολογισμοί γίνονταν από τους ενάγοντες με τον επιβαλλόμενο από τις εν λόγω διατάξεις τρόπο, θα κατέληγε σε χρεωστικό σε βάρος των εναγόντων υπόλοιπο ύψους 111.671,12 ευρώ.