7183/2007 ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ - ΕΦΑΡΜΟΓΗ §1 - ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ (2) - ΧΡΟΝΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ

 

Η από 5-3-2007 έφεση της καθ' ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας κατά της 203/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια διαδικασία (άρθρο 533 § 1 Κ.Πολ.Δ.).

Με την από 27-10-2005 (αριθ. καταθ. 624/13399/ΤΚΜ/2005) ανακοπή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών και για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους οι ανακόπτοντες και ήδη εφεσίβλητοι ζήτησαν να κηρυχθεί άκυρη η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, την οποία επέσπευσε η καθ' ης με την από 30-09-2005 επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο πρώτου απογράφου εκτελεστού της 201/1999 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 203/2006 οριστική του απόφαση έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν βάσιμος ο πρώτος λόγος της ανακοπής, κατά τον οποίο η καθ' ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα τράπεζα επέσπευσε με την προσβαλλόμενη πράξη εκτελέσεως αναγκαστικό πλειστηριασμό σε βάρος των ανακοπτόντων κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 39 § 2 του ν.3259/2004, μολονότι οι τελευταίοι είχαν υποβάλλει εμπρόθεσμα αίτηση για ρύθμιση της προερχόμενης από σύμβαση πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού οφειλής τους. Κατά της παραπάνω αποφάσεως παραπονείται τώρα η εκκαλούσα και ζητεί την εξαφάνισή της και την απόρριψη της ανακοπής για τους αναφερόμενους στην έφεσή της λόγους, που συνίστανται σε κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.

Με την παράγραφο 1 του άρθρου 30 του ν.2789/2000 «προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς την οδηγία 98/26/ΕΚ του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου κλπ», όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 του ν.2912/2001, ορίστηκαν τα ακόλουθα: «κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31-12-2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή, προκειμένου αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών τούτων με συμβατικούς τόκους μέχρι του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι 31-12-1988 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως του δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα ανωτέρω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι την 31-12-1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι 31-12-2000. Σε κάθε περίπτωση στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού». Με τη διάταξη αυτή θεσπίστηκε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών, από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν καταγγελθεί ή λήξει μέχρι τις 31-12-2000, ώστε η εκάστοτε προς αυτά συνολική οφειλή να μην υπερβαίνει ορισμένα πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων, πολλαπλάσια που περιοριστικά καθορίζει ο νόμος για την αντιμετώπιση του φαινομένου της υπέρμετρης και επικίνδυνης για τις επιχειρήσεις διογκώσεως των προς τα πιστωτικά ιδρύματα οφειλών τους (βλ. ΑΠ 1127/2005 Ελ. Δ/νη 48. 859, ΑΠ 117/2005 Ελ. Δ/νη 46. 1711, ΕΑ 423/2005 ΔΕΕ 2005. 828 και τις προσκομιζόμενες Ε.Α. 7129/2006, 5139/2005 και 4110/2004). Περαιτέρω, στην παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι «καταβολές που έχουν γίνει υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, μετά την ημερομηνία της προηγούμενης παραγράφου, αφαιρούνται από την εκ τόκων οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος, προαφαιρουμένων από αυτές των εξόδων που έχουν πράγματι εκταμιευτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα...». Η παραπάνω νομοθετική ρύθμιση, όπως με σαφήνεια προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, αναφέρεται στον προσδιορισμό, κατά την έννοια αυτών, της συνολικής από τόκους οφειλής των προαναφερομένων δανειακών συμβάσεων (Ε.Α. 7129/2006, Ε.Α. 5139/2005). Περαιτέρω, με την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 42 αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, η οποία για τον προσδιορισμό των τόκων επέβαλε την προαφαίρεση των εξόδων από τις γενόμενες καταβολές των δανειοληπτών και ορίζεται πλέον ότι όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε, εξαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί σύμφωνα με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δηλαδή στο πολλαπλάσιο του κεφαλαίου προσαυξημένου, μέχρι ποσοστού 50% για συμβατικούς τόκους, επί του ληφθέντος κεφαλαίου. Με τη νέα ρύθμιση η μη επανάληψη των σχετικών με προαφαίρεση των εξόδων από τις γενόμενες καταβολές, για τον προσδιορισμό της συνολικής οφειλής δεν συνιστά εξ αβλεψίας νομοθετικό κενό. Αντίθετα, από την αντιπαραβολή των άνω διατάξεων σαφέστατα προκύπτει ότι με τη ρύθμιση του άρθρου 42 ρητώς σκοπήθηκε η κατά τον κρίσιμο χρόνο προσδιορισμού της οφειλής αποστέρηση των τραπεζών του δικαιώματος να καταλογίσουν σε βάρος των δανειοληπτών τα μέχρι του χρόνου εκείνα έξοδα, στην επιδίωξη περιορισμού της συνολικής εκ πάσης αιτίας οφειλής τους, σκοπός ο οποίος εναρμονίζεται και με το ποσοτικό περιορισμό μόνο των συμβατικών τόκων σε ποσοστό 50% του κεφαλαίου. Το ότι αυτή υπήρξε η νομοθετική βούληση προκύπτει και από το γεγονός ότι, ενώ στο σχέδιο της διατάξεως του άρθρου 42 επαναλαμβανόταν η προηγούμενη ρύθμιση σχετικώς με τη προαφαίρεση των εξόδων από τις καταβολές, κατά τη συζήτηση σχετικής τροπολογίας στο Κοινοβούλιο (βλ. πρακτικά συνεδριάσεως της Βουλής 4.4.2001), η ρύθμιση αυτή δεν περιλήφθηκε τελικώς στη ψηφισθείσα διάταξη, με τη σκέψη ότι η αφαίρεση των εξόδων από τις γενόμενες καταβολές και μη καταλογισμός στην οφειλή, είναι μέτρο υπέρ των δανειοληπτών και περιορίζει την έκταση της οφειλής (βλ. τις προσκομιζόμενες ΕφΑθ 7129/2006, 5139/2005 αδημ., ΕφΑθ 423/2005 ΔΕΕ 2005. 828, ΕφΑθ 1431 και 4110/2004 αδημ.).

Εξάλλου, με το άρθρο 39 § 1 του ν.3259/2004 ορίζονται τα ακόλουθα: 1.Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου έκαστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 3. Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω. Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης ......"  Από τη διατύπωση της παραγράφου 1 της πιο πάνω διάταξης, σε συνδυασμό με αυτήν της παραγράφου 12 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία "κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.2789/2000, όπως ισχύει", συνάγεται ότι το πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με το άρθρο 42 παρ.1 και 2 του ν.2912/2001, περιορίστηκε με το άρθρο 39 παρ. 1 του Ν.3259/2004 μόνο ως προς τα ανώτατα όρια, ήτοι του τετραπλάσιου της απαιτήσεως που οριζόταν με τον παραπάνω νόμο και δεν καταργήθηκαν οι διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού. Αντίθετη ερμηνεία θα ήταν πέρα από τη βούληση του νομοθέτη, που ήταν η διαμόρφωση ευνοϊκότερων υπολοίπων οφειλών και η διευκόλυνση των οφειλετών στην αποπληρωμή των προκυπτόντων υπολοίπων.

Περαιτέρω, από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 39 του Ν.3259/2004, προκύπτει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου, επιπλέον να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση των διαδικασιών που ήδη έχουν αρχίσει μέχρι 31-12-2004, ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Δεν γίνεται δηλαδή ειδική μνεία στο νόμο περί αποκλεισμού εκείνων των οφειλών, οι οποίες στο σύνολό τους δεν υπερβαίνουν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου, ούτε και σκοπός του νομοθέτη ήταν να αποκλειστούν εκείνες από τις περιπτώσεις που δεν υπερβαίνουν στο σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου και με τον τρόπο αυτό να αποκλειστούν των ευεργετικών διατάξεων του νόμου για την αναστολή των διαδικασιών της εκτέλεσης.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τα πρακτικά της Βουλής κατά τη συζήτηση για τη ψήφιση του παραπάνω νόμου στη συνεδρίαση της 29-7-2004, όπου, μεταξύ άλλων, ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Γ. Αλογοσκούφης ανέφερε «... ο δανειολήπτης αποκτά το δικαίωμα της αποπληρωμής της τελικής οφειλής εντός χρονικής περιόδου πέντε έως επτά ετών και υπάρχει και διετής περίοδος χάριτος. Οι πλειστηριασμοί αναστέλλονται μέχρι τις 31-12-2004 ή μέχρις ότου προχωρήσει η ρύθμιση, αν η ρύθμιση δεν προχωρά με υπαιτιότητα της τράπεζας. Είναι ρητή η ποινή για την τράπεζα. Έχει κάθε κίνητρο η τράπεζα να προχωρήσει στη ρύθμιση, αλλιώς δεν μπορεί να κάνει πλειστηριασμούς ... Στην ουσία εξαιρούμε λοιπόν από τις διατάξεις αυτές δάνεια που είχαν αρχικό κεφάλαιο πάνω από 400 χιλιάδες ευρώ ή δάνεια που είχαν διαμορφωθεί με τους τόκους και τις λοιπές επιβαρύνσεις στα 2.201 εκατομμύρια ευρώ ...». Άλλωστε, όπως προκύπτει από τη ρητή αναφορά της αιτιολογικής έκθεσης του ν.3259/2004, ο νέος νόμος επιδιώκει τους ίδιους σκοπούς με τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 30 του ν.2789/2000 και 42 του ν.2912/2001, στους οποίους περιλαμβάνεται και η ρητώς εκφρασμένη βούληση του νομοθέτη να μην ευνοήσει με τις παρεμβάσεις του στο ύψος των οφειλών τους λεγόμενους «μεγαλοοφειλέτες», αλλά να ωφεληθούν από το νέο νόμο μόνο οι οφειλέτες «μεσαίων επιχειρήσεων» ή οφειλέτες που ήταν αρχικά συνεπείς στις υποχρεώσεις τους και δεν άφησαν τα χρέη τους να διογκωθούν χωρίς καταβολές εκ μέρους τους.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την επανεκτίμηση όλων των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: Με την 1789/7-6-1995 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις από 7-6-1995, 24-11-1995 και 24-4-1996 πρόσθετες πράξεις αυτής, η καθ' ης η ανακοπή "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. " χορήγησε στην πρώτη από τους ανακόπτοντες πίστωση μέχρι του ποσού των 35.000.000 δραχμών ή 102.714,60 ευρώ. Την τήρηση των όρων τόσο της αρχικής όσο και των πρόσθετων πράξεων της κύριας σύμβασης εγγυήθηκε εγγράφως υπέρ της πιστούχου ο δεύτερος των ανακοπτόντων. Η πιστούχος έκανε χρήση της πίστωσης και για το σκοπό αυτό ανοίχθηκαν οι 177514-6 και 177510-3 λογαριασμοί, οι οποίοι έκλεισαν οριστικά με καταγγελία της καθ' ης στις 2-11-99, με συνολικό χρεοστικό κατάλοιπο 22.586.627 δρχ. ή 66.285,03 ευρώ και μεταφέρθηκαν στους (213014-9) και (213015-7) λογαριασμούς καθυστέρησης αντίστοιχα. Για την πιο πάνω απαίτησή της η καθ' ης ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της με αριθμό 201/1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών για οφειλούμενο υπόλοιπο 22.586.627 δρχ. ή 66.285,03 ευρώ, η οποία κοινοποιήθηκε εκ νέου στους ανακόπτοντες με την ανακοπτόμενη από 30-9-05 επιταγή προς πληρωμή με την οποία οι τελευταίοι επιτάσσονταν να καταβάλουν στην καθ' ης το πιο πάνω ποσό εντόκως από 2-11-99 πλέον ΕΦΤΕ και δικαστικής δαπάνης. Ειδικότερα την 5-10-05 τους κοινοποιήθηκε η από 30-9-05 επιταγή παρά πόδας αντιγράφου πρώτου απογράφου εκτελεστού της πιο πάνω διαταγής πληρωμής με την οποία επιτάσσονταν οι ανακόπτοντες να καταβάλουν τα εξής ποσά: 1) το ποσό των 63.554,42 ευρώ για υπόλοιπο του επιδικασθέντος κεφαλαίου (αφαιρεθέντος του ήδη καταβληθέντος ποσού έναντι αυτού από 2.730,62 ευρώ) εντόκως με το ανώτατο τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας. 2) το ποσό των 49.967,66 ευρώ για υπόλοιπο επιδικασθέντων τόκων από 51.297,56 ευρώ του ως άνω κεφαλαίου μέχρι 30-6-05 (αφαιρεθέντος του ήδη καταβληθέντος ποσού έναντι αυτών από 4.389,90 ευρώ). 3) το ποσό των 3.572,96 ευρώ για υπόλοιπο δικαστικών εξόδων, ήτοι επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης 2.089,64 ευρώ, λοιπών εξόδων 4.669,03 ευρώ, πλέον τόκων εξόδων μέχρι 30-6-2005 από 851,64 ευρώ (αφαιρεθέντος του ήδη καταβληθέντος ποσού έναντι αυτών από 4.031,35 ευρώ). 4) Το ποσό των 100 ευρώ για αντίγραφα, απόγραφα, σύνταξη και επίδοση της πιο πάνω επιταγής. Ήτοι συνολικά το ποσό των 114.135,04 ευρώ με το νόμιμο τόκο πλην του ποσού των τόκων από 1-7-2005 μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Οι ανακόπτοντες στις 24-9-2004 υπέβαλαν εμπρόθεσμα στην καθ' ης αίτηση για επαναπροσδιορισμό της οφειλής τους και ρύθμιση αυτής με βάση τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν.3259/2004. Η τελευταία όμως με το από 30-11-2004 έγγραφό της, που επέδωσε στους ανακόπτοντες αρνήθηκε να προβεί σε επαναπροσδιορισμό της οφειλής τους και στη ρύθμιση αυτής με βάση τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, ισχυριζόμενη ότι η συνολική οφειλή τους στις 4-8-2004 αναμορφώνεται στο ποσό των 179.376,60 ευρώ και δεν μπορεί να υπαχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του άρθρου 39 του ν.3259/2004, γιατί δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου (πίστωσης). Στη συνέχεια προχώρησε με την παραπάνω προσβαλλόμενη πράξη εκτελέσεως σε επίσπευση της αναγκαστικής εκτελέσεως, με αποτέλεσμα οι ανακόπτοντες να απωλέσουν το δικαίωμά τους να υπαχθούν στις ευνοϊκές γι' αυτούς ρυθμίσεις του ν.3259/2004, σε συνδυασμό με αυτές των ν.2789/2000 και 2912/2001. Η άρνηση όμως της καθ' ης να αναπροσαρμόσει το ύψος της οφειλής των ανακοπτόντων και στη συνέχεια να προχωρήσει στη ρύθμιση αυτής, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν.3259/2004, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 30 § 1 του ν.2789/2000 και 42 § 1 του ν.2912/2001, ήταν μη νόμιμη, όπως βάσιμα υποστήριξαν οι ανακόπτοντες με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, αφού, με βάση όσα προαναφέρθηκαν, δεν προκύπτει από το περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 39 §§ 1 και 2 του ν.3259/2004, ότι αποκλείονται από την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις αυτές οι οφειλές από συμβάσεις δανείου ή πιστώσεων από ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, οι οποίες στο σύνολό τους δεν υπερβαίνουν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου ή της πίστωσης, ούτε σκοπός του νομοθέτη ήταν να αποκλειστούν εκείνες από τις περιπτώσεις που δεν υπερβαίνουν στο σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών το τριπλάσιο του ληφθέντος ποσού και με τον τρόπο αυτό να μην εφαρμοστούν και γι' αυτές οι ευεργετικές διατάξεις του νόμου για τη ρύθμισή τους και για την αναστολή των διαδικασιών της αναγκαστικής εκτελέσεως.

Δεν έσφαλε συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω νομικών διατάξεων, καθώς επίσης και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε τη διαδικασία της επισπευδόμενης σε βάρος των ανακοπτόντων αναγκαστικής εκτελέσεως με βάση την ως άνω από 30-9-2005 επιταγή προς πληρωμή της καθ' ης.

Είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η τελευταία με την έφεσή της, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επίσης, η εκκαλούσα, επειδή ηττάται στη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει με παρόντες τους διαδίκους.

Δέχεται τυπικά την έφεση και την απορρίπτει κατ' ουσίαν.

Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας που ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2007 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Οκτωβρίου 2007, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΕΦΕΤΗΣ                                              Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ