4733/2007 ΠΠΑ-ΤΑΚΤΙΚΗ:ΕΡΜΗΝΕΙΑ-ΕΦΑΡΜΟΓΗ §5-ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΙΔΙΟΤΗΤΑ

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

 

 

Αριθμός 4733/2007

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 

----------- -----------

Αποτελούμενο από τους Δικαστές, Παναγιώτη Γιαννούλη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Κυριακή Κατσιβέλη, Πρωτοδίκη, Χαράλαμπο Κωτουλόπουλο, που ασκεί χρέη Πρωτοδίκη - Εισηγητή, και από τον Γραμματέα, Ιωάννη Βαμβακά.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην 7-3-2007, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγόντων : 1) της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «ΦΥΤΑ ΠΟΡΟΥ Ε.Π.Ε.», που εδρεύει στον Πόρο Τροιζηνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Φωτίου Γιαννάκη του Γεωργίου, κατοίκου Σκαπετίου Πόρου, για τον εαυτό του ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος, 3) Μαρίνας, συζ. Φωτίου Γιαννάκη, το γένος Παναγιώτη Λιώση, κατοίκου Σκαπετίου Πόρου, από τους οποίους ο μεν δεύτερος εμφανίσθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρου του Ευανθία Στεφανέα, οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την αυτήν ως άνω πληρεξουσία δικηγόρο.

Της εναγομένης : Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Ζαχαράκη.

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από ................2005 αγωγή τους που κατατέθηκε με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ..../06 (αρ. πιν. ΣΤ..............) και η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 7.3.2007.

Κατά την συζήτηση της υποθέσεως και την εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, η πληρεξούσια δικηγόρος των εναγόντων ανέπτυξε προφορικά τους ισχυρισμούς της και ζήτησε να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις της.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

•1.      Στην παρ. 1 του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000 ορίζεται ότι κατ'  εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων, δεν δύναται να υπερβεί το εν συνεχεία στη διάταξη αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαίτησης. Περαιτέρω, στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι καταβολές που έχουν γίνει υπό των οφειλετών, αφαιρούνται από την εκ τόκων οφειλή, προαφαιρουμένων από αυτές (καταβολές) των εξόδων που έχουν πράγματι εκταμιευθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα. Η ως άνω νομοθετική ρύθμιση αναφέρεται στον προσδιορισμό της  συνολικής εκ τόκων οφειλής δανειακών συμβάσεων. Με τον ακολουθήσαντα Ν. 2912/2001 γίνεται σε νέα βάση ρύθμιση η οποία αφορά πλέον τη συνολική εκ κεφαλαίου και τόκων οφειλή των δανειοληπτών. Ειδικότερα με το άρθρο 42 αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του προΐσχύσαντος άρθρου 30 του Ν. 2789/2000 και ορίσθηκε ότι, κατ'  εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβεί το εν συνεχεία στη διάταξη αναφερόμενο πολλαπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου, προσαυξημένου του ποσού αυτού με συμβατικούς μόνο τόκους μέχρι 50 % του ληφθέντος κεφαλαίου κατ'  ανώτατο όριο. Περαιτέρω, με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου 42 αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, η οποία για τον προσδιορισμό των τόκων επέβαλε την προαφαίρεση των εξόδων από τις γενόμενες καταβολές των δανειοληπτών και ορίζεται πλέον ότι όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε, εξαιρούνται από τη συνολική οφειλή όπως αυτή θα προσδιοριστεί σύμφωνα με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δηλαδή στο πολλαπλάσιο του κεφαλαίου προσαυξημένου, μέχρι ποσοστού 50 % για συμβατικούς τόκους, επί του ληφθέντος κεφαλαίου. Με τη νέα ρύθμιση η μη επανάληψη των σχετικών με προαφαίρεση των εξόδων από τις γενόμενες καταβολές, για τον προσδιορισμό της συνολικής οφειλής δεν συνιστά εξ αβλεψίας νομοθετικό κενό. Αντίθετα, από την αντιπαραβολή των άνω διατάξεων σαφέστατα προκύπτει ότι με τη ρύθμιση του άρθρου 42 ρητώς σκοπήθηκε η κατά τον κρίσιμο χρόνο προσδιορισμού της οφειλής της ανακόπτουσας για την οποία γίνεται λόγος κατωτέρω, ήτοι την 9.5.2001, αποστέρηση των τραπεζών του δικαιώματος να καταλογίσουν σε βάρος των δανειοληπτών τα μέχρι του χρόνου εκείνου έξοδα, στην επιδίωξη περιορισμού της συνολικής εκ πάσης αιτίας οφειλής τους, σκοπός ο οποίος εναρμονίζεται και με το ποσοτικό περιορισμό μόνο των συμβατικών τόκων σε ποσοστό 50 % του κεφαλαίου. Το ότι αυτή υπήρξε η νομοθετική βούληση προκύπτει και από το γεγονός ότι, ενώ στο σχέδιο της διατάξεως του άρθρου 42 επαναλαμβανόταν η προηγούμενη ρύθμιση σχετικώς με την προαφαίρεση των εξόδων από τις καταβολές, κατά τη συζήτηση σχετικής τροπολογίας στο Κοινοβούλιο (βλ. πρακτικά συνεδριάσεως της Βουλής 4.4.2001), η ρύθμιση αυτή δεν περιλήφθηκε τελικώς στη ψηφισθείσα διάταξη, με τη σκέψη ότι η αφαίρεση των εξόδων από τις γενόμενες καταβολές και ο μη καταλογισμός στην οφειλή, είναι μέτρο υπέρ των δανειοληπτών και περιορίζει την έκταση της οφειλής (βλ. τις προσκομιζόμενες ΕφΑθ 7129/2006, 5139/2005 αδημ., ΕφΑθ 423/2005 ΔΕΕ 2005.828, ΕφΑθ 1431 και 4110/2004 αδημ.).

•2.      Κατά τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 Ν. 3259/4-8-2004 : « 1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 3. παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω. Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης...........». Από τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, προκύπτει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου, επιπλέον να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση των διαδικασιών που ήδη έχουν αρχίσει μέχρι 31-12-2004, ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Δεν γίνεται δηλαδή ειδική μνεία στο νόμο περί αποκλεισμού εκείνων των οφειλών, οι οποίες στο σύνολό τους δεν υπερβαίνουν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου, ούτε και σκοπός του νομοθέτη ήταν να αποκλειστούν εκείνες από τις περιπτώσεις που δεν υπερβαίνουν στο σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου και με τον τρόπο αυτό να αποκλειστούν των ευεργετικών διατάξεων του νόμου για την αναστολή των διαδικασιών της εκτελέσεως. Εξάλλου με τη διαδικασία επανακαθορισμού των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων και αναπροσαρμογής αυτών σε ορισμένα ποιοτικά και ποσοτικά όρια, οι απαιτήσεις αυτές κατέστησαν ex lege απαιτήσεις υπό όρο, εξαρτώμενες από τη διαδικασία επανακαθορισμού. Κατά νομική ακριβολογία, η ρύθμιση αυτή καθιέρωσε έναν οιονεί όρο του ενεργού των τραπεζικών δανειακών συμβάσεων, με την έννοια ότι εξάρτησε την ενέργειά τους ως δικαιοπραξιών από την πραγματοποίηση γεγονότος - τη διαδικασία επανακαθορισμού - που επιβάλλεται να συντρέξει μετά την έναρξη της ισχύος τους. Η εξάρτηση από αυτού του είδους τα γεγονότα, όπως γίνεται θεωρητικά δεκτό, κατά το χρόνο που εκκρεμεί η πλήρωση του όρου, θεωρείται ότι καθιστούν την ισχύ της δικαιοπραξίας μετέωρη, ενώ οι όροι του ενεργού που προβλέπονται από το νόμο, από την άποψη της λειτουργίας τους αντιμετωπίζονται ως αιρέσεις, το βάρος της αποδείξεως της πληρώσεως των οποίων φέρει εκείνος που επικαλείται την ενέργεια της δικαιοπραξίας. Αποτέλεσμα επομένως της εξαρτήσεως των τραπεζικών δανειακών συμβάσεων από τον όρο του επανακαθορισμού τους είναι οι απαιτήσεις που από αυτές απορρέουν κατέστησαν ήδη απαιτήσεις μη βέβαιες, ως απαιτήσεις εξαρτώμενες από την πραγματοποίηση όρου (βλ. ΕφΚερκ 171/2005 επίσης σχετικά με τα όσα υποστηρίχθηκαν και υπό το ανάλογο καθεστώς του άρθρου 30 ν. 2789/2000, σε Π. Γέσιου- Φαλτσή, Ζητήματα από την εφαρμογή του άρθρου 30 ν. 2789/2000 για τον επανακαθορισμό των προς τα πιστωτικά ιδρύματα οφειλών και προϋποθέσεις αναγκαστικής εκτελέσεως με βάση το ν. δ. του 1923, ΕλλΔνη 44. 102 επ. και ιδίως σελ. 109, Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, έκδ. 1997, παρ. 28, αριθμ. 22, σελ. 275, Καράση, Εγχειρίδιο Γενικών Αρχών Αστικού Δικαίου, έκδ. 1996, σελ. 13 επ.).

•3.      Με βάση την παρ. 1 άρθρο 1 ν. 2520/1997, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 8 άρθρο 13 Ν. 2601/1998, « Ως αγρότες θεωρούνται οι ασχολούμενοι με την γεωργία, κτηνοτροφία, πτηνοτροφία, μελισσοκομία, σηροτροφία, αλιεία και δασοπονία.-Επίσης και όσοι από αυτούς ασχολούνται συμπληρωματικά και με τον αγροτουρισμό, αγροτοβιομηχανία, παραδοσιακή βιοτεχνία και προστασία του φυσικού χώρου εφόσον οι δραστηριότητες αυτές ασκούνται στα όρια της αγροτικής εκμετάλλευσης και στα πλαίσια του εγκεκριμένου προγράμματος του Υπουργείου Γεωργίας». Επίσης σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 337410/23-10-1998 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β 1108/23-10-1998) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημ. Διοίκησης και Αποκέντρωσης, οικονομικών και Γεωργίας «Για την εφαρμογή του Ν. 2520/1997 που τροποποιήθηκε με το άρθρο 70 του ν. 2538/1997 και άρθρο 13 του ν. 2601/1998, ως Αγροτική εκμετάλλευση νοείται η μονάδα παραγωγής προς πώληση ενός ή περισσοτέρων προϊόντων των κλάδων του αγροτικού τομέα, υπό ενιαία διοίκηση και διαχείριση. Στις δραστηριότητες της αγροτικής εκμετάλλευσης (αγροτικές δραστηριότητες) εκτός από τις δραστηριότητες της πρωτογενούς παραγωγής περιλαμβάνονται και οι εξής δραστηριότητες αα) η διακίνηση, μεταφορά, τυποποίηση, συσκευασία, μεταποίηση, αποθήκευση μέχρι του σταδίου της χονδρικής πώλησης αποκλειστικά των προϊόντων που παράγει η εκμετάλλευση, ββ) οι αγροτουριστικές, αγροτοβιοτεχνικές, δασικές δραστηριότητες και οι δραστηριότητες παραδοσιακής βιοτεχνίας και διατήρησης του φυσικού χώρου, γγ) η λιανική και χονδρική πώληση των προϊόντων της πρωτογενούς παραγωγής και της πρώτης μεταποίησης. Εν συνεχεία ως Κλάδοι του αγροτικού τομέα βάσει της ως άνω Κ.Υ.Α. νοούνται: αα) Η γεωργία, και ως γεωργία νοείται: η φυτική παραγωγή, η ζωΐκή  παραγωγή η οποία περιλαμβάνει την κτηνοτροφία κ.λ.π.), η υδατοκαλλιέργεια σε δεξαμενές ξηράς, εφόσον ασκείται από αγρότες στα όρια της αγροτικής εκμετάλλευσης, ββ) η δασοπονία, γγ) η αλιεία που διακρίνεται σε : συλλεκτική αλιεία (θαλάσσια, πλην υπερπόντιας, εσωτερικών υδάτων και σπογγαλιεία), υδατοκαλλιέργεια, (ιχθυοκαλλιέργεια, οστρακοκαλλιέργεια κλπ. γλυκών και αλμυρών νερών), κλπ. Εξάλλου και σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 451/394927/5332/5-9-2001 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Γεωργίας, με θέμα τα «Καθεστώτα ενισχύσεων του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης 2000-2006 για επενδύσεις στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις» και στο Παράρτημα Ι αυτής, ο Γεωργός κατά κύρια απασχόληση προσδιορίζεται ως εξής : «Α. Φυσικό Πρόσωπο : Το φυσικό πρόσωπο νοείται ότι έχει την ιδιότητα του κατά απασχόληση γεωργού, εφόσον αντλεί τουλάχιστον το 50 % του ατομικού εισοδήματος από γεωργικές δραστηριότητες που ασκούνται στα όρια της γεωργικής του εκμετάλλευσης και αφιερώνει ετησίως για τις δραστηριότητες εκτός της εκμετάλλευσης λιγότερο από το ήμισυ του διαθέσιμου χρόνου του........Β. Νομικό πρόσωπο: Το νομικό πρόσωπο νοείται ότι έχει την ιδιότητα του κατά κύρια απασχόληση γεωργού εφόσον       οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) από την συστατική πράξη προκύπτει ότι η κύρια δραστηριότητα είναι η άσκηση της γεωργίας, β) είναι κάτοχος γεωργικής εκμετάλλευσης με νομική προσωπικότητα από την άσκηση των δραστηριοτήτων της οποίας αντλεί το 50 % των συνολικών εισοδημάτων, γ) Η πλειοψηφία του μετοχικού εταιρικού κεφαλαίου ανήκει σε κατά κύριο απασχόληση γεωργούς...».