4317/2006 ΜΠΑ-ΤΑΚΤΙΚΗ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ-ΕΦΑΡΜΟΓΗ §1

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

 

 

Αριθμός 4317/2006

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 

----------- -----------

Συγκροτήθηκε από τον κο Καρακωνσταντή Παναγιώτη, Πρωτοδίκη, που όρισε ο Πρόεδρος Πρωτοδικών και από την Γραμματέα, Μαριάνθη Μισαηλίδου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Σεπτεμβρίου του 2006, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγόντων:  α) Αντωνίου Πανάγου του Ανδρέα, β) Πανδώρας, συζ. Αντωνίου Πανάγου, αμφότεροι κάτοικοι Τολού Ναυπλίας, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Πάρι Αναστασάκου.

Της εναγομένης: Της Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος Νικολάου Παρασκευή-Μαρίνα.

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 28.2.2005 αγωγή τους που κατατέθηκε με γενικό αριθμό κατ. δικογρ. .............., και η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 28.09.2006.

Κατά την συζήτηση της υποθέσεως και την εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων ανέπτυξε προφορικά τους ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις του.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

     Επειδή με το άρθρο 30 παρ. 6 του ν. 2789/2000 Προσαρμογή Ελληνικού Δικαίου προς την οδηγία αριθμ. 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19.5.1998 σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού χρηματοπιστωτικών μέσων (ΦΕΚ Α της 11.2.2000) ορίζεται ότι: Τα πιστωτικά Ιδρύματα, με τους περιορισμούς των παραγράφων 1 και 5 αυτού, δύνανται να συμφωνούν με τους οφειλέτες τους όρους και τον τρόπο εξοφλήσεως των οφειλών που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2. Από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως έχουν τροποποιηθεί με το ν. 2912/2001 (άρθρο 42), προκύπτει ότι: α) ο νόμος αυτός ίδρυσε υποχρέωση των Πιστωτικών Ιδρυμάτων (Τραπεζών) για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν καταγγελθεί ή λήξει έως την 31.12.2000, έτσι ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει ορισμένα πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων, πολλαπλάσια που περιοριστικά καθορίζει ο ίδιος ο νόμος. Η ως άνω υποχρέωση επανακαθορισμού των Πιστωτικών Ιδρυμάτων επιβάλλεται ως γενικός όρος για την ικανοποίησή τους, χωρίς και να αποσκοπεί στον περιορισμό της ελευθερίας της ιδιωτικής βούλησης που διαγράφεται από το άρθρο 361 ΑΚ και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού διαφορετικά θα πειθανάγκαζε το δανειστή (πιστωτικό ίδρυμα) να καταρτίσει με τον οφειλέτη συμφωνία που δεν ήθελε. Άρα ο νόμος αυτός έχει ως αυτονόητη προϋπόθεση την ελεύθερη βούληση των αντιδικούντων μερών, δηλ. της δανείστριας τράπεζας και του οφειλέτη αυτής, καθορίζει δε τα πλαίσια εντός των οποίων οι δανείστριες τράπεζες και οι οφειλέτες τους πρέπει να διαμορφώσουν τη συμφωνία, εφόσον βέβαια καταλήξουν να την καταρτίσουν, και να επαναπροσδιορίσουν την τμηματική, κατά δόσεις, έντοκη εξόφληση της συνολικής οφειλής, ιδία δε το ύψος των                

               2ο φύλλο της υπ' αριθ. 4317/2006 απόφασης

                  του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

απαιτητών τόκων ή τόκων τόκου, έτσι ώστε να μην υπερβαίνουν τα ανώτατα από το νόμο καθοριζόμενα όρια. Εάν τα μέρη δεν στέρξουν σε κατάρτιση συμφωνίας, εξ ουδεμίας διατάξεως συνάγεται ότι η απαίτηση καθίσταται αβέβαιη, γιατί έχει προστεθεί αίρεση, προθεσμία ή όρος από το νόμο για την επιδίωξη της είσπραξης αυτής και με αναγκαστική εκτέλεση.

     Άλλωστε, γι' αυτό οι διατάξεις του νόμου αυτού έθεσαν δυνατότητα επανακαθορισμού χρεών, ένα χρονικό όριο, την 31.12.2000, σε συνάρτηση με χρέη που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, καθ' οιονδήποτε τρόπο μέχρι του χρόνου αυτού, συνάμα δε με το ν. 2192/2001 απαγορεύθηκε η αναγκαστική εκποίηση (ο πλειστηριασμός δηλαδή) περιουσιακών στοιχείων των οφειλετών (δανειοληπτών) προς ικανοποίηση των κατ' αυτών αξιώσεων των Τραπεζών κατά το χρονικό διάστημα Φεβρουαρίου 2000 έως 31 Δεκεμβρίου 2001. Συνεπώς, αδιαμφισβήτητα συνάγεται ότι με τις προδιαληφθείσες διατάξεις δεν θίγονται οι διατάξεις των άρθρων 904 ΚΠολΔ, 40 επ. του ν.δ. 17 Ιουλ./13 Αυγούστου 1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών και 915 ΚΠολΔ περί εκτελεστών τίτλων και περί βεβαιότητας της απαιτήσεως, ιδιαίτερα όταν αυτή έχει αναγνωρισθεί εγγράφως από τον οφειλέτη (871 ΑΚ) και ούτε οι εν λόγω διατάξεις καθιστούν ανεκκαθάριστη την απαίτηση (916 ΚΠολΔ) του οφειλέτη και ιδία εκείνου που η οφειλή του έγινε απαιτητή μετά την άνω προθεσμία (31.12.2000), αφού αυτές (ως άνω διατάξεις) ουδεμία αίρεση, προθεσμία ή όρο προσθέτουν στην εκ της συμβάσεως που έληξε οφειλή προς την Τράπεζα και δεν θα μπορούσε να γίνει αυτό χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ, 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και να δίδεται έτσι η δυνατότητα στον οφειλέτη της Τράπεζας να επιβάλει αυτός μόνον, μονομερώς, όρους στη δανείστρια Τράπεζα, αρνούμενος τελικά στην τελευταία να επιδιώξει την είσπραξη της απαιτήσεώς της με αναγκαστική εκτέλεση, αν αυτή για οποιονδήποτε λόγο δεν στέργει να συμμορφωθεί στους όρους που αυτός επιβάλλει. Αντίθετη ερμηνεία θα κατέληγε μόνον στην ενθάρρυνση άρνησης καταβολής του οφειλομένου χρέους προς το πιστωτικό ίδρυμα, επιφέροντας ανεπίτρεπτη επέμβαση στις περί ενοχής διατάξεις (287, 361 ΑΚ) και διασάλευση των συναλλαγών και της ελευθερίας διαπραγματεύσεως των όρων αυτών με πρωτοβουλία των συναλλασσομένων, εντός βέβαια των ορίων που επιτρέπει ο νόμος. Εξάλλου, όπως ο νόμος αυτός δεν ρυθμίζει την κατάρτιση και την εξέλιξη της δανειακής συμβάσεως, έτσι δεν νοείται να επεμβαίνει και ρυθμίζει τη διαδικασία είσπραξης της προκύψασας από τη σύμβαση αυτήν οφειλής, χωρίς τούτο να το θέλουν και τα δύο μέρη, δανείστρια Τράπεζα και δανειολήπτης οφειλέτης αυτής. Περαιτέρω, οι νόμοι 2789/2000 και 2912/2001 απαγόρευσαν και ανέστειλαν τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης με τις προϋποθέσεις και τα χρονικά όρια που εκείνοι όρισαν (βλ. ανωτέρω εκτεθέντα), αυτοδικαίως. Ειδικότερα δε κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 Ν. 2912/01, η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβεί το παρακάτω αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαίτησης, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί (προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών) κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος αυτών. Προκειμένου για οφειλές από συμβάσεις δανείων στη βάση υπολογισμού του προηγουμένου εδαφίου δεν περιλαμβάνονται τόκοι από ανατοκισμό.

     Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 Ν. 3259/04 η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων κεφαλαίων περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. Σύμφωνα δε με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου, ενώ οφείλουν

                 3ο φύλλο της υπ' αριθ. 4317/2006 απόφασης

                   του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

επίσης να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη των απαιτήσεών τους, ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31 Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες και οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Τέλος, κατά την παράγραφο 3, η παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες της αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 30 του ν. 2789/2000 και 42 ν. 2912/2001, προκύπτει ότι αντικείμενο αναπροσδιορισμού δεν αποτελούν όλες ανεξαιρέτως οι οφειλές προς τα πιστωτικά ιδρύματα, αλλά μόνον εκείνες οι οποίες : α) προέρχονται από κάθε είδους συμβάσεις δανείων (στεγαστικών, καταναλωτικών κλπ) ή πιστώσεων (αλληλόχρεου λογαριασμού, πιστωτικών καρτών που αντιμετωπίζονται ως συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού, εγγυητικών επιστολών, εφόσον αντλείται κάλυμμα από αλληλόχρεο λογαριασμό), β) έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (4-8-2004) είτε λόγω συμπληρώσεως της συνολικής διάρκειάς τους, είτε λόγω καταγγελίας των συμβάσεων, είτε σε περίπτωση αλληλόχρεου λογαριασμού λόγω οριστικού κλεισίματος αυτού, και γ) υπερβαίνουν το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού. Εξ αντιδιαστολής λοιπόν, προς το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, δεν επαναπροσδιορίζονται οφειλές που είτε προέρχονται από διαφορετική πλην των κατονομαζομένων αιτία, είτε δεν έχουν ακόμη καταστεί ληξιπρόθεσμες, είτε τέλος, δεν υπερβαίνουν το τριπλάσιο των συνολικώς χορηγηθέντων κεφαλαίων ή πιστώσεων. Το άρθρο 30 του ν. 2789/2000, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του ν. 2873/2000 και με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, εγκαθίδρυσε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για την επαναρύθμιση των προς αυτά οφειλών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν καταγγελθεί ή λήξει έως και την 31/12/2000, ώστε η εκάστοτε προς αυτά συνολική οφειλή να μην υπερβαίνει ορισμένα πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος των κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων, πολλαπλάσια που περιοριστικά καθορίζει ο ίδιος ο νόμος (άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 2989/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001). Ο νομοθέτης προκειμένου να επέλθει οριστική επίλυση της υποχρέωσης των οφειλετών από συσσωρευμένους τόκους και ανατοκισμούς με τις ως άνω διατάξεις κατέστρωσε και καθιέρωσε ένα σύστημα αυτόματου και υποχρεωτικού για τις δανείστριες τράπεζες, περιορισμού των ληξιπρόθεσμων (έως την 31/12/2000) και απαιτητών προς τα πιστωτικά ιδρύματα οφειλών από συνομολογημένα δάνεια και πιστώσεις και συγκεκριμένα με λήψη προς τούτο τριών σταθερών, βέβαιων και εκκαθαρισμένων συντελεστών : Α.1) του ποσού του καταβληθέντος στον οφειλέτη κεφαλαίου του δανείου ή της πίστωσης, 2) της προσαύξησης του για συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) μέχρι ποσοστό κατ' ανώτατο όριο 50% και 3) πολλαπλασιασμού του προκύπτοντος, μετά την εν λόγω προσαύξηση, ποσού Χ4 ή Χ3 ή Χ2, ανάλογα με το χρόνο που η οφειλή έχει γίνει ληξιπρόθεσμη και Β) αφαίρεση από το προκύπτον ποσό των οποτεδήποτε και από οποιονδήποτε γενομένων καταβολών.

     Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες, με την υπό κρίση αγωγή τους, εκθέτουν ότι ο πρώτος εξ αυτών σύναψε με την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία σύμβαση πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό στην οποία εγγυήθηκε η δεύτερη. Η εν λόγω πίστωση αυξήθηκε τελικά με διαδοχικές συμβάσεις στο ποσόν των 58.694,06 ευρώ. Ότι η εναγόμενη προέβαινε σε ανατοκισμό των τόκων και των τόκων υπερημερίας της οφειλής και παρά τις τμηματικές καταβολές των εναγόντων παρουσιαζόταν υπόλοιπο 27.254,38 ευρώ την 5η-2-2003 και

               4ο φύλλο της υπ' αριθ. 4317/2006 απόφασης

                  του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

53.357,71 ευρώ την 4η-8-2004. Ότι οι τελευταίοι όχι μόνο έχουν εξοφλήσει ολοσχερώς τις υποχρεώσεις τους έναντι της Τράπεζας, αλλά                   και βάσει των ευεργετικών ρυθμίσεων του ν. 3259/2004 έχουν λαμβάνειν από αυτήν πιστωτικό υπόλοιπο ύψους 42.692,43 ευρώ το οποίο αρνείται να τους καταβάλει. Ζητούν δε, όπως παραδεκτά μετέτρεψαν το καταψηφιστικό τους αίτημα σε αναγνωριστικό με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά αλλά και στις προτάσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 223 του ΚΠολΔ, α) να αναγνωρισθεί ότι υφίσταται πιστωτικό υπόλοιπο υπέρ των εναγόντων ύψους 42.692,43 ευρώ, β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να τους καταβάλει το ποσόν των 42.692,43 ευρώ ως αχρεωστήτως καταβληθέν κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με τον νόμιμο τόκο από της εκδόσεως του ν. 3259/2004, άλλως από της επιδόσεως και γ) να καταδικασθεί η τελευταία στην δικαστική τους δαπάνη.

     Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (βλ. άρθρα 7,9,14 παρ.2, 25 παρ. 2 του ΚΠολΔ) κατά την τακτική διαδικασία  και είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη. Στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 345, 346, 904 του ΑΚ, 30 παρ. 1 και 2 του ν. 2789/2000, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, 70, 176 του ΚΠολΔ, πλην του αιτήματός της για την καταβολή νόμιμου τόκου από την 4η-8-2004 οπότε και εξεδόθη ο σχετικός νόμος καθόσον δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα όχληση της εναγομένης (βλ. άρθρα 340 και 341 του ΑΚ). Πρέπει συνεπώς η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη να ερευνηθεί περαιτέρω και στην ουσία της.

     Από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από όσα συνομολογούνται και γενικά από όλη την διαδικασία αποδεικνύονται κατά την κρίση του δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ο πρώτος ενάγων Αντώνιος Πανάγος του Ανδρέα, σύναψε στις 30-7-1990 με την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος», την υπ' αριθμ. 1982/30-7-1990 σύμβαση πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό, με αρχικό πιστωτικό όριο 1.300.000 δραχμές (3.815,11 ευρώ). Με τις υπ' αριθμ. 1982/27-6-1991, 1982/29-1-1992 και 1982/28-1-1993 συμβάσεις αύξησης της πιστώσεως, το πιστωτικό όριο της συμβάσεως αυξήθηκε σε 2.500.000 δρχ. (7336,76 ευρώ), 3.500.000 δρχ (10.271,46 ευρώ) και 20.000.000 δρχ. (58.694,06 ευρώ) αντίστοιχα. Στην ως άνω σύμβαση πίστωσης υπέγραψε ως εγγυήτρια η δεύτερη ενάγουσα Πανδώρα, σύζυγος Αντωνίου Πανάγου η οποία και ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφληθεί εμπρόθεσμα και ολοσχερώς κάθε χρεωστικό υπόλοιπο που θα προέκυπτε από την κίνηση του ως άνω αλληλόχρεου λογαριασμού. Ο λογαριασμός αυτός έκλεισε με μέριμνα της τράπεζας στις 30-6-1995, η οποία και κοινοποίησε εξώδικη δήλωση προς τους ενάγοντες (στις 20-12-2002) με την οποία τους γνωστοποιούσε ότι κατά την ημερομηνία αυτή η οφειλή τους ανήρχετο στο ποσόν των 27.254,38 ευρώ, για το οποίο εξεδόθη η υπ' αριθμ. 19/2003 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Περαιτέρω, η εναγομένη εμφάνισε στις 4-8-2004 το χρεωστικό υπόλοιπο στο ποσόν των 53.357,71 ευρώ. Εν όψει του προαναφερθέντος νόμου 3259/2004 οι ενάγοντες υπέβαλαν σχετική αίτηση ζητώντας τον επαναπροσδιορισμό της οφειλής τους σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 2912/01 και του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 που το τροποποίησε. Στην συνέχεια η εναγομένη με την υπ' αριθμ. 611/9-12-2004 έγγραφη απάντηση- επιταγή και υπολογισμό οφειλής γνωστοποίησε σε αυτούς ότι το ύψος της οφειλής τους ανερχόταν στις 4-8-2004 στο ποσόν των 10.917,61 ευρώ. Πλην όμως οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο εν λόγω επανυπολογισμός δεν έγινε όπως ορίζουν οι προαναφερόμενες διατάξεις, δηλαδή χωρίς ανατοκισμό τόκων και λοιπές επιβαρύνσεις εξόδων αφού στην διαμορφωθείσα οφειλή του αλληλόχρεου λογαριασμού συμπεριλαμβάνονται τόκοι από ανατοκισμό και έξοδα (εισφορά ΕΦΤΕ, προμήθειες και άλλες επιβαρύνσεις), ενώ αν γινόταν με τον επιβαλλόμενο από τις παραπάνω διατάξεις τρόπο θα κατέληγε σε πιστωτικό υπέρ τους υπόλοιπο ύψους 42.692,43 ευρώ. Ωστόσο, εν όψει των ισχυρισμών των εναγόντων, της αμφισβήτησης των

               5ο φύλλο της υπ' αριθ. 4317/2006 απόφασης

                  του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

 

κονδυλίων της αγωγής από την εναγομένη και του γεγονότος ότι από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό και κατά την μελέτη του, προκύπτουν θέματα για τα οποία το δικαστήριο δεν μπόρεσε να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση και έτσι να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση περί του εάν, κατόπιν υπολογισμού της ένδικης οφειλής των εναγόντων προς την εναγομένη σύμφωνα με τα όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 30 παρ.1 και 2 του ν. 2789/2000, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την διάταξη του άρθρου 42 του ν. 2912/2001 υφίσταται ή όχι η οφειλή των εναγόντων προς την εναγομένη, ή τυχόν πιστωτικό υπόλοιπο της τελευταίας προς αυτούς και ποιο είναι το ύψος αυτών, αφού για την κατανόηση του ανωτέρω θέματος απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης (λογιστικής). Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης του παρόντος δικαστηρίου και να διαταχθεί η