3286/2006 ΜΠΑ - ΤΑΚΤΙΚΗ:ΕΡΜΗΝΕΙΑ-ΕΦΑΡΜΟΓΗ §1

  • Δυνάμει της τελευταίας (§12) παραγράφου του άρθρου 39 του ν.3259/2004, ισχύουν κατά τα λοιπά οι διατάξεις του άρθρου 30 ν.2789/2000 ως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 42 του ν.2912/2001.

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ  ΑΘΗΝΩΝ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

Αριθμός 3.286/2006

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

----------- ----------

Συγκροτήθηκε από την κα.Χριστίνα Πουρνάρα, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα, Σταυρούλα Γαλάνη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 14 Μαρτίου 2006, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

Του ανακόπτοντος: Ιωάννη Τραμπέλη του Δημητρίου, κατοίκου Καισαριανής Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του, Πάρι Αναστασάκου.

Της καθ' ης η ανακοπή: Ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK - ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», πρώην «ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΕ», πρωτύτερα «ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε.» και προγενέστερα «ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.», με τον διακριτικό τίτλο «EUROBANK - ERGASIAS», που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, Αντώνιος Χονδρόπουλος.

Ο ανακόπτων ζήτησε να γίνει δεκτή η από 26.4.2005 ανακοπή του, που κατατέθηκε με αύξοντα αριθμό 3554/05 κατά της καθ' ης, τακτικής διαδικασίας, η οποία προσδιορίστηκε για την σημερινή δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά την συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση ανακοπή, ο ανακόπτων ζητά για όσους λόγους αναφέρονται σ' αυτήν να ακυρωθεί η 405/4.4.2005 Γ΄ Επαναληπτική Περίληψη της 252/16.5.2002 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Νικολάου Σταυρόπουλου.

Η ανακοπή η οποία έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ.934§1β Κ.Πολ.Δ.) παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρο 933§§1,2 Κ.Πολ.Δ.), για να συζητηθεί κατά τις διατάξεις της τακτικής διαδικασίας και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

Κατά το σύστημα του Κ.Πολ.Δ. (άρθρα 915, 916) για να πραγματοποιηθεί η αναγκαστική εκτέλεση δεν αρκεί να υπάρχει τίτλος εκτελεστός. Πρέπει επιπλέον ο τίτλος αυτός να ενσαρκώνει αξίωση βέβαιη και εκκαθαρισμένη. Η ύπαρξη μίας τέτοιας αξιώσεως αποτελεί συνεπώς ιδιαίτερη και βασική προϋπόθεση της αναγκαστικής εκτέλεσης, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στη διαγνωστική δίκη, όπου υπό προϋποθέσεις υπάρχει η δυνατότητα να χορηγείται η έννομη προστασία και προληπτικά (άρθρο 69 Κ.Πολ.Δ). Σύμφωνα με τη λογική του νόμου η επέμβαση των δημοσίων οργάνων στην προσωπική και περιουσιακή σφαίρα του οφειλέτη δεν είναι επιτρεπτό να επιχειρείται πρόωρα όταν η απαίτηση δεν είναι βέβαιη (ΑΠ 753/1994 Δνη 36.841, ΕφΠειρ 332/1994 Δνη 36.1302). Αναγκαστική εκτέλεση με τίτλο από τον οποίο δεν προκύπτει απαίτηση βέβαιη και εκκαθαρισμένη είναι άκυρη, χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύεται βλάβη (άρθρο 159 αρ. 1)

Περαιτέρω, το άρθρο 30 του ν. 2789/2000 όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 ν. 2873/2000, το άρθρο 42 του ν. 2912/2001 και με το άρθρο 39 Ν.3259/2004 (ΦΕΚ 149/4.8.2004),

2ο φύλλο της υπ' αριθ. 3.286/2006 απόφασης του

Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία)

 

εγκαθίδρυσε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του τελευταίου από τους προαναφερόμενους νόμους, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή, να μην υπερβαίνει τα περιοριστικά αναφερόμενα στο νόμο αυτό πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού. Σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 39 του ν.3259/2004, όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές, ρυθμιζόμενες με τις διατάξεις του άρθρου 39 του νόμου αυτού αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Έτσι, με τη ρύθμιση αυτή καθιερώνεται διαδικασία υποβολής των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων σε αναπροσαρμογή ή «επαναρρύθμιση», διαδικασία που κινείται με την υποβολή σχετικής αίτησης, από τον εκάστοτε οφειλέτη και λήγει με τη γνωστοποίηση από το πιστωτικό ίδρυμα του ύψους της επανακαθορισθείσας οφειλής κατά κεφάλαιο και τόκους, όπως αυτή θα διαμορφωθεί με την εφαρμογή των προλεχθέντων διατάξεων. Σύμφωνα με το γράμμα αλλά και το σκοπό των διατάξεων αυτών, η υποχρέωση επανακαθορισμού των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων επιβάλλεται ως γενικός όρος για την ικανοποίηση τους, ενώ οι εξαιρέσεις από τη διαδικασία προβλέπονται περιοριστικά και ως τέτοιες πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Με την παραπάνω ρύθμιση όμως αναιρέθηκε το βέβαιο των τραπεζικών απαιτήσεων ορισμένων χρονικών περιόδων, υπό την έννοια της προϋποθέσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως του άρθρου 915 Κ.Πολ.Δ. Οι απαιτήσεις αυτές εφεξής κατέστησαν ex lege απαιτήσεις υπό όρο, εξαρτώμενες από τη διαδικασία του επανακαθορισμού τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις του άρθρου 30 ν.2789/2000, όπως τροποποιήθηκε. Από άποψη αναγκαστικής εκτελέσεως αυτό σημαίνει ότι η επισπεύδουσα Τράπεζα δεν μπορεί να επισπεύσει έγκυρη αναγκαστική εκτέλεση αν δεν προαποδείξει τη βεβαιότητα της εκτελούμενης απαιτήσεως της με έγγραφο, όπως επιτάσσει το άρθρο 915 και αν δεν συγκοινοποιήσει  με την επιταγή της το έγγραφο αυτό (άρθρο 924 Κ.Πολ.Δ). Έτσι, σε περίπτωση που η Τράπεζα επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση με τον υπονοούμενο ισχυρισμό ότι η απαίτηση της δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 ν. 2789/2000, όπως ισχύει τροποποιημένο, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως για τον επανακαθορισμό της από τον καθ' ου η εκτέλεση και μετά από απόκρουση αυτής της αιτήσεως, η επισπεύδουσα Τράπεζα πολύ περισσότερο ευθύνεται πλέον με την προαπόδειξη της βεβαιότητας της εκτελούμενης απαιτήσεως σύμφωνα με το άρθρο 915 Κ.Πολ.Δ. Η προαπόδειξη αυτής της βασικής προϋπόθεσης της αναγκαστικής εκτελέσεως της βεβαιότητας της απαιτήσεως θα μπορεί στην περίπτωση αυτή να επιχειρείται ιδίως με αναγνωριστική δικαστική απόφαση, η οποία θα προσφέρει αυθεντική διάγνωση σχετικά με την ύπαρξη βέβαιης απαίτησης. Οι πράξεις εκτελέσεως που επιχειρούνται χωρίς την προαπόδειξη αυτή και χωρίς να συγκοινοποιείται το σχετικό έγγραφο με την επιταγή (άρθρο 924 Κ.Πολ.Δ.) είναι άκυρες ανεξάρτητα από την επίκληση δικονομικής βλάβης. Επιπλέον, με την ίδια ως άνω τροποποιημένη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 οι απαιτήσεις αυτές όχι μόνο κατέστησαν εξαρτημένες από όρο με την έννοια του άρθρου 915, αλλά καθώς ο όρος που επιβλήθηκε συνδέθηκε κατ' αποτέλεσμα με το ύψος των προς τα πιστωτικά ιδρύματα οφειλών, ανέτρεψε συγχρόνως και το εκκαθαρισμένο των απαιτήσεων αυτών, με την έννοια του άρθρου 916 Κ.Πολ.Δ. (Βλ. Γνωμοδότηση  Πελαγίας Γέσιου-Φαλτσή Ελ.Δ/νη 44, τεύχος πρώτο, σελ.102, ΕφΑθ 117/2004 αδημ., ΜΠΠειρ 289/2003 αδημ., ΜΠΑθ, 285/2004 αδημ)

Στην προκειμένη περίπτωση ο ανακόπτων με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του κατά της προσβαλλόμενης περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου ισχυρίζεται ότι η καθ' ης παρανόμως επισπεύδει σε

3ο φύλλο της υπ' αριθ. 3.286/2006 απόφασης του

Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία)

 

βάρος του αναγκαστική εκτέλεση, αφού η απαίτησή της για την οποία επισπεύδει την προαναφερόμενη αναγκαστική εκτέλεση υπόκειται σε επανακαθορισμό με αποτέλεσμα, αφού εξαρτάται από την διαδικασία του επανακαθορισμού της να έχει καταστεί απαίτηση υπό όρο. Ο λόγος αυτός που αφορά την προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και την απαίτηση προβάλλεται παραδεκτά και εμπρόθεσμα κατ' άρθρο 934§1β Κ.Πολ.Δ., είναι νόμιμος στηριζόμενος στις προαναφερθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την 740/19.2.1993 σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις όμοιες αυτής αυξητικές που καταρτίστηκαν μεταξύ της Τράπεζας Εργασίας, της οποίας καθολική διάδοχος είναι πλέον η καθ' ης και της εταιρίας με την επωνυμία «Ηλίας Τραμπέλης και Σια ΟΕ», χορηγήθηκε στην ως άνω πιστούχο πίστωση αρχικού ποσού 13.000.000 δρχ. και μετά τις πρόσθετες πράξεις μέχρι του ποσού των 250.000.000 δρχ. προς εξυπηρέτηση των οποίων τηρήθηκαν οι 037/60742 - 00100/18 και 037/60742 - 00101/16 λογαριασμοί, οι οποίοι έκλεισαν στις 10.1.2002 με χρεωστικό κατάλοιπο σε βάρος της πιστούχου 265.115,54 ευρώ. Την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση παντός χρεωστικού υπολοίπου από τις ως άνω συμβάσεις εγγυήθηκε ο ανακόπτων. Ακολούθως, και δυνάμει της 1.531/2002 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Δικαστηρίου τούτου, υποχρεώθηκε ο ανακόπτων μαζί με την πιστούχο να καταβάλλει εις ολόκληρον το ποσό των 265.115,54 ευρώ εντόκως και με εξάμηνο ανατοκισμό πλέον εξόδων. Στη συνέχεια η καθ' ης, αφού επέδωσε επιταγή προς πληρωμή επέβαλε κατάσχεση στο ακίνητο του ανακοπτόντα, δυνάμει της 252/2002 κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Νικολάου Σταυρόπουλου, με βάση την οποία εκδόθηκε η 253/2002 περίληψη αυτής. Λόγω αναστολής πλειστηριασμού εκδόθηκε η 290/2003 Α΄ Επαναληπτική Περίληψη κατασχετήριας Έκθεσης με την οποία ορίστηκε ο πλειστηριασμός στις 26.2.2003, οπότε δεν πραγματοποιήθηκε, ανασταλείς δυνάμει της 1.390/2003 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου. Για τον λόγο αυτό και λόγω διορθώσεως της τιμής πρώτης προσφοράς του εκπλειστηριαζομένου ακινήτου εκδόθηκε η Β΄ Επαναληπτική Περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, μετά δε και νέα ματαίωση του ορισθέντος με αυτή πλειστηριασμού εκδόθηκε η προσβαλλομένη Γ' Επαναληπτική Περίληψη κατασχετήριας Έκθεσης. Μετά την ισχύ του ν.3259/2004, με το άρθρο 39 του οποίου τροποποιήθηκε το άρθρο 42 του ν.2912/2001 και σε απάντηση της από 14.9.2004 αιτήσεως της ως άνω πρωτοφειλέτιδας, η καθ' ης γνωστοποίησε στην τελευταία με την από 25.11.2004 επιστολή της, ότι η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή, υπολογιζόμενη με βάση τους όρους της συμβάσεως πιστώσεως ανέρχεται στις 4.8.2004 στο συνολικό ποσό των 332.269,66 ευρώ και παραμένει ως έχει διότι η ίδια οφειλή υπολογιζόμενη με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο 39 του ν.3259/2004 ανέρχεται στο ποσό των 349.574,12 ευρώ. Συνεπώς, η υφιστάμενη οφειλή παραμένει ως ήταν πριν την ισχύ του ανωτέρω νόμου. Από τη συγκεκριμένη γνωστοποίηση δεν προκύπτει εάν για τον υπολογισμό της οφειλής, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραπάνω νόμου και προκειμένου να κριθεί αν αυτή υπάγεται στην εν λόγω ρύθμιση, έχουν συνυπολογιστεί και τόκοι εξ ανατοκισμού παρά την αντίθετη ρύθμιση του άρθρου 42 του ν.2912/2001 (εδαφ.4 της πρώτης παραγράφου), η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ με την παρ.12 του άρθρου 39 του ν.3259/2004 (αφού ορίζει ότι κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει, ο οποίος όμως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 42 του ν.2912/2001) (βλ.ΕφΑθ 5139/2005 αδημ)

Σύμφωνα όμως και με την αρχική σκέψη η ένδικη απαίτηση υπάγεται στη ρύθμιση του ως άνω νόμου, εξαρτάται από τη διαδικασία του επανακαθορισμού της, ο δε επανακαθορισμός της δεν έγινε με αναγνωριστική δικαστική απόφαση ή με έγγραφο εκδόσεως της ιδίας της οφειλέτριας, αλλά έγινε με μονομερή πράξη υπολογισμού της ιδίας

4ο φύλλο της υπ' αριθ. 3.286/2006 απόφασης του

Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία)

 

της δανείστριας - καθ' ης, δηλ. με ιδιωτικό έγγραφο που έχει εκδοθεί από την ίδια την επισπεύδουσα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να έχει αποδεικτική δύναμη απέναντι στον καθ' ου η εκτέλεση - ανακόπτοντα, η δε οφειλέτρια - πιστούχος αμφισβήτησε τον ως άνω επαναπροσδιορισμό με την 3768/2005 αναγνωριστική αγωγή.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ο ως άνω λόγος της ανακοπής ως και ουσιαστικά βάσιμος και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της ανακοπής, πρέπει να γίνει αυτή δεκτή στην ουσία της και να κηρυχθεί άκυρη η αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται σε βάρος του ανακόπτοντος με την ανακοπτόμενη περίληψη κατασχετήριας έκθεσης.       

Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων λόγω του ότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ.)

Για τους λόγους αυτούς

-Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

-Δέχεται την ανακοπή.

-Ακυρώνει την αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται σε βάρος του ανακόπτοντος με την υπ' αριθ. 405/4.4.2005 περίληψη της 252/16.5.2002 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Νικολάου Σταυρόπουλου.

-Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

-Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 8 Αυγούστου 2006.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ