1821/2007 ΠΠΑ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ-ΕΦΑΡΜΟΓΗ §1

  • Καθιερώνεται υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για επαναπρσδιορισμό των απαιτήσεών τους, δυνάμει του άρθρου 39 του ν.3259/2004.
  • Στον επαναπρσδιορισμό των οφειλών ΔΕΝ προστίθενται τέλη, φόροι, έξοδα ή εισφορά. Ratio του νόμου - Πνεύμα του νομοθέτη
  • Το δικαίωμα της υπαγωγής στις διατάξεις του άρθρου 39 και του επαναπροσδιορισμού της οφειλής ΔΕΝ επηρρεάζεται από τυχόν τελεσιδικία του εκτελεστού τίτλου,

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός 1821/2007

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 

----------- -----------

Αποτελούμενο από τους Δικαστές, Παναγιώτη Γιαννούλη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Κυριακή Κατσιβέλη, Πρωτοδίκη - Εισηγήτριας, Χαράλαμπο Κωτουλόπουλο, Πρωτοδίκη και από τον Γραμματέα, Μιλτιάδη Ψυλλάκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην 1-11-2006, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγόντων : 1) της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία « ΑΦΟΙ ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΠΑΜΑΝΩΛΗ Ε.Ε.», που εδρεύει στα Ν. Μουδανιά Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) του Χαράλαμπου Παπαμανώλη του Ανδρέα, 3) του Κωνσταντίνου Παπαμανώλη του Ανδρέα, 4) του Ανδρέα Παπαμανώλη του Κωνσταντίνου, όλοι κάτοικοι Δήμου Μουδανιών Χαλκιδικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο τους Πάρι Αναστασάκο.  

Της εναγομένης : ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία « ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Ανώνυμος Εταιρεία» (πρώην «ALPHA Τράπεζα Πίστεως Α.Ε.»), με διακριτικό τίτλο «ALPHA BANK», που εδρεύει στην Αθήνα (Σταδίου 40) και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της Νικόλαο Κανελλιά.

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 20.10.2005 αγωγή τους που κατατέθηκε με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 9731/2005 (αρ. πιν. ΣΤ 2-28) και η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 1.11.2006.

Κατά την συζήτηση της υποθέσεως και την εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων ανέπτυξε προφορικά τους ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις του.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 Ν. 3259/4-8-2004: « 1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (δάνεια άνω των 2.201.000 ευρώ έως 31.12.1999 και δάνεια αρχικού κεφαλαίου άνω των 400.000 ευρώ ή δάνεια αγροτών). 2. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 3. Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω. Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης..... 12. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει». Περαιτέρω, το άρθρο 30 του ν. 2789/2000 (προσαρμογή του ελληνικού δικαίου με την οδηγία 98/26/ΕΚ της 19.5.1998), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του νόμου 2873/2000 και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 του νόμου 2912/2001, εγκαθίδρυσε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλετών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν καταγγελθεί ή λήξει μέχρι τις 31/12/2000, ώστε η εκάστοτε προς αυτά συνολική οφειλή, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί, είτε με βάση τις ισχύουσες συμφωνίες, είτε με βάση τελεσίδικες αποφάσεις, να μην υπερβαίνει ορισμένα πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων, που περιοριστικά καθορίζει ο ίδιος ο νόμος. Με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001 ορίζονται τα εξής: « Κατ΄ εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, ...................». Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων (αρθρ. 30 Ν. 2789/2000 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 42 του Ν. 2912/2001 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 39 Ν. 3259/2004 (ΦΕΚ 149/4.8.2004), εγκαθιδρύθηκε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του τελευταίου από τους προαναφερόμενους νόμους, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή, να μην υπερβαίνει τα περιοριστικά αναφερόμενα στο νόμο αυτό πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα έτος μετά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού. Σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές, ρυθμιζόμενες με τις διατάξεις του άρθρου 39 του νόμου αυτού αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Από τις παραπάνω διατάξεις καθίσταται επίσης σαφές ότι στην τελική οφειλή δεν είναι δυνατό να προστεθεί οποιαδήποτε επιπλέον επιβάρυνση και ειδικότερα οποιοδήποτε τέλος, φόρος, εισφορά ή έξοδα. Τούτο σαφώς συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση, τόσο του ως άνω άρθρου 42 Ν. 2912/2001, όσο και την αντίστοιχη του άρθρου 39 Ν. 3259/2004, όπου ορίζεται ρητά ότι «... η συνολική οφειλή.... δεν δύναται να υπερβεί....», η οποία διαφοροποιείται από την προηγούμενη του άρθρου 30 Ν. 2789/2000, όπου οριζόταν ότι « η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση... δεν μπορεί να υπερβεί.» Στην αντικατασταθείσα, δηλαδή, διάταξη προσδιοριζόταν ως συνολική οφειλή αυτή που περιελάμβανε μόνο τόκους, ενώ στη νέα διάταξη αναφέρεται μόνο η φράση « συνολική οφειλή», χωρίς να προσδιορίζεται ειδικότερα καμία άλλη επιβάρυνση. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε και με βάση τη ratio του νέου νόμου και το πνεύμα του νομοθέτη που θέλησε να απαλλάξει το δανειολήπτη από την υπέρμετρη επιβάρυνσή του, εκ μέρους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, με υψηλά επιτόκια και επαναλαμβανόμενους ανατοκισμούς που τα τελευταία χρόνια οδήγησαν σε απόγνωση και χρεοκοπία μεγάλο αριθμό οφειλετών δημιουργώντας μείζον κοινωνικό πρόβλημα. Εξάλλου, εάν ο νομοθέτης ήθελε να προστίθενται στην διαμορφούμενη κατά τα ανωτέρω, τελική οφειλή και άλλες επιβαρύνσεις από φόρους, τέλη κλπ., θα το όριζε ρητά όπως έκανε αναφορικά με τα έξοδα στο νόμο 2789/2000, το άρθρο 30 παρ. 2 εδ. α΄ του οποίου ρητά προέβλεπε την προαφαίρεσή τους από τις καταβολές, ρύθμιση όμως που δεν επαναλαμβάνεται στο νέο νόμο. Εξάλλου η από την ανωτέρω διάταξη (του άρθρου 42 του Ν. 2912/2001), καθιερούμενη απαγόρευση στα πιστωτικά ιδρύματα να καταλογίζουν έξοδα σε βάρος των δανειοληπτών τους- έστω και αν περιέχεται στις κατ΄ ιδίαν συμβάσεις τους αντίθετος ρητός συμβατικός όρος- ούτε στο άρθρο 5, ούτε στο άρθρο 106 παρ. 2 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 1 του προσθέτου (πρώτου) πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αντίκειται, αλλ΄ απεναντίας συμπλέει και προς το σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας κατ΄ άρθρο 25 παρ. 1 εδαφ. β΄ του Συντάγματος, καθώς επίσης και στο άρθρο 5 αυτού (βλ. και Ολ.ΑΠ 2/1997-10/2003 Δ/νη 44, 405-40/1998 Δ/νη 40, 46 και Εφ. Αθ. 4110/2004 αδημ. στο νομικό τύπο). Περαιτέρω, η διαλαμβανόμενη στην αρχή του άρθρου 42 του νόμου 2912/2001 φράση : « κατ΄ εξαίρεση των κειμένων διατάξεων», αναμφισβήτητα υποδηλώνει την επιθυμία του νομοθέτη να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της υπέρμετρης και επικίνδυνης για τους οφειλέτες διόγκωσης των υποχρεώσεών τους προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ενόψει των υψηλών επιτοκίων και των υπέρμετρων ανατοκισμών που επιβάλλονταν, ως γενικοί όροι συναλλαγών, στους δανειολήπτες από αυτά. Πρέπει, επίσης, να αναφερθεί ότι το νομοθετικό καθεστώς, το οποίο επέτρεπε τον εκτοκισμό των τόκων που οφείλονταν στα πιστωτικά ιδρύματα (άρθρο 8 παρ. 6 ν. 1083/1980 και 289/1980 απόφαση της ΝΕ) και το οποίο οδήγησε στην υπέρμετρη διόγκωση των οφειλών των δανειοληπτών, έχει ήδη καταργηθεί και δεν ισχύει για τις νέες τραπεζικές συμβάσεις (άρθρο 12 νόμου 2601/1998), ο δε ΕΦΤΕ καταργήθηκε ήδη οριστικά με το άρθρο 33 παρ. 1 του νόμου 2873/2000 από 1/1/2001. Επομένως οι πιο πάνω επιβαρύνσεις, και ανεξαρτήτως του αν αυτές βαρύνουν τον δανειολήπτη απευθείας από το νόμο (π.χ. ΕΦΤΕ) ή από το πιστωτικό ίδρυμα (π.χ. εισφορά του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 128/1975), το οποίο τους μετακυλύει και τους επιβάλλει, ως γενικούς όρους συναλλαγών, στον δανειολήπτη, δεν μπορούν να προστεθούν στην ως άνω συνολική οφειλή. Έτσι, με τη ρύθμιση αυτή καθιερώνεται διαδικασία υποβολής των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων σε αναπροσαρμογή ή «επαναρρύθμιση», διαδικασία που κινείται με την υποβολή σχετικής αίτησης, από τον εκάστοτε οφειλέτη και λήγει με τη γνωστοποίηση από το πιστωτικό ίδρυμα του ύψους της επανακαθορισθείσας οφειλής κατά κεφάλαιο και τόκους, όπως αυτή θα διαμορφωθεί με την εφαρμογή των προλεχθέντων διατάξεων. Σύμφωνα με το γράμμα αλλά και το σκοπό των διατάξεων αυτών, η υποχρέωση επανακαθορισμού των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων επιβάλλεται ως γενικός όρος για την ικανοποίηση τους, ενώ οι εξαιρέσεις από τη διαδικασία προβλέπονται περιοριστικά και ως τέτοιες πρέπει να ερμηνεύονται στενά (βλ. σχετ. ΕφΑθ 7129/2006, 5139/2005, 423/2005 αδημ., Ψυχομάνη, Τραπεζικό Δίκαιο, 2001, σελ. 120,121). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες ...... , να υποχρεωθεί η τελευταία να υπαγάγει την ως άνω οφειλή στη ρύθμιση του άρθρου 39 Ν. 3259/2004 και να εφαρμόσει όλες τις ευνοϊκές διατάξεις της ως προς τον τρόπο αποπληρωμής της οφειλής .... Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αγωγή, για το αντικείμενο της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου, αρμόδια καθ΄  ύλη και κατά τόπο φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 14 παρ. 2, 18 παρ. 1 και 25 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και κρίνεται νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις καθώς και σ΄ εκείνες των άρθρων 70, 176 Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, εφόσον για το παραδεκτό της συζήτησης της προηγήθηκε απόπειρα για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς κατ΄ άρθρο 214 Α΄ Κ.Πολ.Δ., η οποία, όμως, απέβη άκαρπη (βλ. σχετ. την από 4.7.2006 δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων Σέφη Αναστασάκου).Η εναγομένη με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της για την αντίκρουση της αγωγής ισχυρίζεται ότι : α) το κατάλοιπο του επίδικου αλληλόχρεου λογαριασμού δεν δύναται πλέον να αμφισβητηθεί, καθόσον η εκδοθείσα κατά των εναγόντων 26/2001 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, τους επιδόθηκε για δεύτερη φορά, χωρίς να ασκηθεί από τους τελευταίους ανακοπή μέσα στην προθεσμία του άρθρου 633 παρ. 2  Κ.Πολ.Δ., κατά συνέπεια, έχει καταστεί τελεσίδικη. Τα ίδια δε πραγματικά περιστατικά επικαλείται η εναγομένη για να θεμελιώσει ισχυρισμό καταχρηστικής άσκησης του Ωστόσο, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί πρέπεi να απορριφθούν ως μη νόμιμοι, καθόσον, ακόμα και αληθή υποτιθέμενα όσα εκθέτει η εναγομένη, ότι δηλαδή οι ενάγοντες δεν άσκησαν ανακοπή κατά της προαναφερόμενης εκδοθείσας σε βάρος τους διαταγή πληρωμής, οπότε αυτή έχει καταστεί τελεσίδικη και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η με αυτή βεβαιούμενη απαίτηση ούτε με την ανακοπή του άρθρ. 933 Κ.Πολ.Δ. (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 30/1987), δεν οδηγούν σε απόρριψη της κρινόμενης αγωγής, ούτε καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος που ασκείται με αυτή, για τους παρακάτω λόγους : Σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 42 του ν. 2912/2001 προστέθηκε στην παρ. 8 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 εδάφιο κατά το οποίο : « σε όσες από τις παραπάνω περιπτώσεις, εκτός εκείνων που ρυθμίστηκαν με διατάξεις νόμου, υφίσταται ανεξόφλητο υπόλοιπο μετά τις 31/12/2000 και τα ποσά που καταβλήθηκαν ή πρόκειται να καταβληθούν κατά τις ισχύουσες συμφωνίες ή με βάση τελεσίδικες αποφάσεις υπερβαίνουν το ποσό της συνολικής οφειλής με βάση τον υπολογισμό της παρ. 1 του παρόντος, από το ανεξόφλητο αυτό υπόλοιπο διαγράφεται το υπερβάλλον». Επομένως, κατά ρητή επιταγή του νομοθέτη, ακόμα και στις περιπτώσεις που έχουν εκδοθεί τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις (στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται τέτοια απόφαση, αφού η διαταγή πληρωμής δεν αποτελεί καν απόφαση), οι οφειλέτες απαλλάσσονται από την καταβολή του υπερβάλλοντος ποσού της συνολικής οφειλής με βάση τον, επιβαλλόμενο από το νόμο, υποχρεωτικό επανυπολογισμό της. Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση, με νεότερη νομοθετική ρύθμιση προβλέπεται ο ανακαθορισμός των χρεών των δανειοληπτών προς τις τράπεζες, με ευνοϊκότερους υπέρ αυτών όρους, αφού πολλά από αυτά είχαν υπερδεκαπλασιασθεί με τις διάφορες υπέρμετρες επιβαρύνσεις, κυρίως λόγω ανατοκισμού των τόκων υπέρ των τραπεζών και οι δανειολήπτες είχαν περιέλθει σε ιδιαιτέρως δυσχερή θέση (βλ. σχετ. ΕφΑθ 423/2005 αδημ.), β) ότι η αγωγή είναι αόριστη, καθόσον οι ενάγοντες επικαλούνται καταβολές που έγιναν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού, ύψους 243.000.000 δρχ., χωρίς να τις προσδιορίζουν, ενώ κατά τον υπολογισμό του ποσού της οφειλής τους αυθαίρετα και παράνομα χρησιμοποιούν τον συντελεστή (2). Ο εν λόγω ισχυρισμός της εναγομένης είναι απορριπτέος, αφού τα επικαλούμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά ανάγονται στην ουσιαστική βασιμότητα της υπόθεσης (ύψος οφειλής εναγόντων) και όχι στα στοιχεία του παραδεκτού του κρινόμενου δικογράφου (έναρξη, λήξη έννομης σχέσης με εναγόμενη, υπαγωγή ή μη από την τελευταία του αλληλόχρεου λογαριασμού στις διατάξεις του άρθρ. 39 Ν. 3259/2004), γ) ότι η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί διότι, αφενός οι ενάγοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον για την άσκησή της, αφετέρου διότι με αυτή επιδιώκεται η αναγνώριση υπαγωγής της επίδικης οφειλής στις διατάξεις του άρθρου 39 Ν. 3259/2004, αντικείμενο που δεν ασκείται παραδεκτά με αναγνωριστική αγωγή. Σχετικά, πρέπει να σημειωθεί ότι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής μπορεί να είναι ορισμένη έννομη σχέση, όπου ως έννομη σχέση νοείται κάθε βιοτική σχέση προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή αγαθό, η οποία ρυθμίζεται από την έννομη τάξη ή έννομη συνέπεια καθεαυτή (βλ. σχετ. ΑΠ 640/2003 ΝοΒ 52,33, ΑΠ 851/2002 ΕλΔνη 44, 1271). Αίτημα δε της κρινόμενης αγωγής είναι να αναγνωρισθεί ότι ο επίδικος αλληλόχρεος λογαριασμός έχει συγκεκριμένο κατάλοιπο, δηλαδή η έννομη συνέπεια (ύψος οφειλής) από την εφαρμογή των κανόνων δικαίου που διέπουν την έννομη σχέση των εναγόντων με την εναγομένη (αλληλόχρεος λογαριασμός) και να υποχρεωθεί η εναγομένη να υπαγάγει την έννομη σχέση που τη συνδέει με τους ενάγοντες στο ορθό νομικό καθεστώς. Το δε έννομο συμφέρον των εναγόντων για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής είναι πρόδηλο, αφού η εναγομένη με την συμπεριφορά της αμφισβητεί το ύψος της οφειλής των εναγόντων, γεγονός από το οποίο απειλείται οικονομική βλάβη στα συμφέροντά τους (αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας των εναγόντων), για την αποτροπή της οποίας, η απόφαση που θα εκδοθεί αποτελεί πρόσφορο μέσο. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης είναι νομικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, και τέλος δ) ότι η ρύθμιση του άρθρου 30 παρ. 1 του Ν. 2789/2000 (προφανώς εκ παραδρομής αναφέρεται στις προτάσεις της εναγομένης ως άρθρ. 30 Ν. 2989/2000) όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 42 Ν. 2912/2001, δεν καταλαμβάνει την επίδικη περίπτωση, καθόσον θέτει χρονικό περιορισμό ως προς την καταγγελία των συμβάσεων την 31.12.2000, ενώ ο επίδικος λογαριασμός έκλεισε την 1.2.2001. Και αυτός ο ισχυρισμός της εναγομένης είναι νομικά αβάσιμος και απορριπτέος, αφού μετά τις προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις, όπου πράγματι ως προϋπόθεση εφαρμογής τους είχε τεθεί το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης κατά την 31.12.2000, ψηφίσθηκε και τέθηκε σε εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, η οποία καταλαμβάνει όλες τις ληξιπρόθεσμες οφειλές που συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν την έναρξη της ισχύος του. Μοναδική δε προϋπόθεση για την υπαγωγή μίας έννομης σχέσης στις ρυθμίσεις της, προβλέπεται η υποβολή στα πιστωτικά ιδρύματα αίτησης από τους ενδιαφερόμενους έως 31.10.2004, η οποία, όπως προαναφέρθηκε έχει υποβληθεί από τους ενάγοντες. Από τα νομίμως προσαγόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, όσα από τα οποία δεν παρέχουν άμεση απόδειξη, λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης : ........ Ενόψει της έκδοσης, όμως, των παραπάνω νόμων 2912/2001 και 3259/2004, οι οποίοι καταλαμβάνουν και την περίπτωση των εναγόντων, η εναγομένη είχε υποχρέωση επανυπολογισμού της οφειλής τους στην οποία και πράγματι προέβη.