Νέα / Ανακοινώσεις

ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΕΡΙ ΑΟΡΙΣΤΙΑΣ ΤΗΣ ΠΡΟΒΛΗΘΕΙΣΑΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΔΟΛΙΑΣ ΠΕΡΙΕΛΕΥΣΗΣ

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το σκεπτικό της υπ' αριθ. 4819/2019 [τελεσίδικης] απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η προβληθείσα από τις πιστώτριες, ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμής, ως αορίστως προβληθείσα αλλά και ως ουσιαστικά αβάσιμη, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτή αίτηση υπαγωγής στο Νόμο Κατσέλη δανειολήπτη - πελάτη του γραφείου μας. Ακολουθεί κατωτέρω αναλυτικά το σκεπτικό της απόφασης.
ΠΑΡΙΣ Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΑΚΟΣ 


Απόφαση: - 4819/2019 ΜΠΑθηνών [β΄ βαθμός - ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΗ]: [«..Με τη διάταξη της §1 του άρθρου 1 του ν.3869/2010 ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν.3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμοί χρηματικών οφειλών του. Ο ν.3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27§1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της §1 εδάφ.α΄ του άρθρου 1 του ν.3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της §1 του άρθρου 1 του ν.3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάστασή αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 515/2018, ΑΠ 73/2017). Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της §1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν.3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ. άρθρο 262§1 ΚΠολΔ), και να τον αποδείξει (ΑΠ 153/2017, ΑΠ 286/2017). Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των προς αυτήν ληξιπρόθεσμων οφειλών από ενδεχόμενο δόλο με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού πιστωτικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει: α) τα τραπεζικά προϊόντα, που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και το τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών του ή τις ευλόγως αναμενόμενες οικονομικές του δυνατότητες και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα προέβλεπε ότι ο υπερδανεισμός θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας των πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 515/2018). ....
.... Περαιτέρω, η ένσταση την οποία προβάλλουν οι εφεσίβλητες ότι οι εκκαλούντες περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων και τους από δική τους υπαιτιότητα με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθώς προέβλεψαν το αποτέλεσμα αυτό, ήτοι της αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους και αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα και ειδικότερα ότι έλαβαν πιστωτικά προϊόντα ύψους 246.574,38 € ο πρώτος εκκαλών και 244.344,31 € η δεύτερη, ότι το ποσό που απαιτείτο για την κάλυψη των δανειακών τους υποχρεώσεων ανέρχονταν στο ποσό των 1.600 €, τα οικογενειακά εισοδήματά τους κατά τα έτη 2009 και 2010 ανέρχονταν το ποσό των 2.710 € και 2.159 € μηνιαίως αντίστοιχα και ως εκ τούτου δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις, με δεδομένο ότι το ποσό που απαιτείτο για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσης τους ανέρχονταν στο ποσό των 1.000 € μηνιαίως, εκτός από το ότι είναι αόριστη, καθώς οι εφεσίβλητες δεν αναφέρουν το χρόνο, που καταρτίστηκαν οι δανειακές συμβάσεις και τα εισοδήματα των εκκαλούντων κατά τον κρίσιμο χρόνο, στοιχεία απαραίτητα για να είναι ορισμένη η ως άνω ένσταση, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, είναι και ουσιαστικά αβάσιμη, διότι όπως προκύπτει από την αναλυτική παράθεση των εισοδημάτων των εκκαλούντων, κατά τα έτη 2005 έως και 2009, ότε και καταρτίστηκαν οι δανειακές συμβάσεις, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες και δεν αμφισβητούν οι εφεσίβλητες το οικογενειακό μηνιαίο εισόδημα τους ανέρχονταν στο ποσό των 2,700 € κατά μέσο όρο, ποσό το οποίο ήταν επαρκές για την εξυπηρέτηση των ως άνω δανειακών συμβάσεων, για την οποία απαιτείτο το ποσό των 1.600 € μηνιαίως και για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης τους ύψους 1.100 € περίπου, δεδομένου ότι δεν είχε γεννηθεί ακόμη το δεύτερο τέκνο τους..... »]