Νέα / Ανακοινώσεις

ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΝΤΑΞΗΣ ΣΤΟ Ν.ΚΑΤΣΕΛΗ ΟΦΕΙΛΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΦΚΑ

Με την υπ' αριθμ. 1762/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών επί αιτήσεως υπαγωγής δανειολήπτη - πελάτη μας στο Νόμο Κατσέλη, το Δικαστήριο διέγραψε οφειλές ύψους 65.493,39 €, σε σύνολο 77.103,39 €, προερχόμενες από δάνεια και από οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση και τον ασφαλιστικό του φορέα.

 

Πρόκειται για μία απόφαση με τεράστιο νομολογιακό ενδιαφέρον καθόσον αντιμετωπίζει ένα μείζωνος σημασίας νομικό ζήτημα ήτοι αυτό της ένταξης στη ρύθμιση του άρθρου 4§1 οφειλών προς το Δημόσιο και ειδικότερα οφειλών προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ. Παραθέτουμε κατωτέρω το σκεπτικό της απόφασης ως προς το νομικό αυτό ζήτημα.

 

ΠΑΡΙΣ Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΑΚΟΣ


 


Απόφαση: - 1762/2019 Ειρ. Αθηνών: [....ΙΙΙ. Με το ν.3869/2010 δόθηκε η δυνατότητα σε υπερχρεωμένους πολίτες που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, να ρυθμίσουν την εξόφλησή τους με ευνοϊκότερους όρους και να απαλλαγούν από αυτά, εφόσον εξυπηρετήσουν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα με βάση το εισόδημά τους ένα μέρος των χρεών τους. Η δυνατότητα ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά βρίσκει τη νομιμοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία, άλλωστε, και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος. Μια τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει, όμως, να εξυπηρετεί ευρύτερα και το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες επανακτούν ουσιαστικά μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα (βλ. αιτιολογική έκθεση ν.3869/2010)
Η δυνατότητα υπαγωγής πλέον των οφειλών προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίες αρχικά δεν υπάγονταν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, κρίθηκε επιβεβλημένη από το νομοθέτη, προκειμένου να επιτευχθεί ο Προστατευτικός σκοπός των ρυθμίσεων του ν.3869/2010, που είναι η απαλλαγή του οφειλέτη - υπό προϋποθέσεις - από τα χρέη του και η επάνοδος στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου, καθώς τυχόν απαλλαγή από τα χρέη προς ιδιώτες με διατήρηση των μέχρι πρότινος εξαιρούμενων χρεών (εν προκειμένω και έναντι των φορέων κοινωνικής ασφάλισης) θα καθιστούσε άνευ ουσιαστικού αποτελέσματος ενδεχόμενη απαλλαγή του οφειλέτη, ο οποίος θα εξακολουθούσε να βαρύνεται με τα εξαιρούμενα χρέη. Η δε εξαίρεση συγκεκριμένων απαιτήσεων από το πεδίο εφαρμογής του ν.3869/2010 είχε ως συνέπεια τη δημιουργία δανειστών δύο ταχυτήτων, καθώς οι πιστωτές που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι των υπολοίπων, διατηρώντας στο ακέραιο τις απαιτήσεις τους. Μάλιστα, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, και κατ' εξαίρεση της αρχής της καθολικότητας, δίδεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να επιλέξει τη ρύθμιση που θα ακολουθήσει ως προς τις εν λόγω οφειλές, καθώς ο οφειλέτης που έχει ρυθμίσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τις ανωτέρω οφειλές κάνοντας χρήση ενός άλλου θεσμικού πλαισίου θα πρέπει να εγκαταλείψει την εν λόγω ρύθμιση, εφόσον επιθυμεί να υπαχθεί στις διατάξεις του ν.3869/2010, όπως τροποποιήθηκαν, καλούμενος ο ίδιος να σταθμίσει τυχόν επιπτώσεις που συνεπάγεται η μη προσήκουσα καταβολή των υποχρεώσεων αυτών (ειδικά όσον αφορά στις απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, πιθανότητα απώλειας συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και περίθαλψης). Ο τρίτος των καθ' ων φορέας κοινωνικής ασφάλισης ισχυρίζεται με τις προτάσεις του ότι η ανωτέρω διάταξη του ν.3869/2010 είναι αντισυνταγματική ως αντίθετη με τις διατάξεις των άρθρων 22§5 & 4§1. Στο άρθρο 22§5 του Συντάγματος ορίζεται ότι «το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει». Η συγκεκριμένη διάταξη αποτελεί πράγματι ειδικό συνταγματικό θεμέλιο του κοινωνικού κράτους, θέτει δε την κοινωνική ασφάλιση υπό την εγγύηση του κράτους, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που νόμος ορίζει, όπως προκύπτει από τη ρητή επιφύλαξη που η ίδια η διάταξη εμπεριέχει. Από τα ανωτέρω, ωστόσο, ουδόλως συνάγεται ότι η συγκεκριμένη διάταξη ή το συγκεκριμένο δικαίωμα υπερέχει των λοιπών συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και ελευθεριών, τα οποία έχουν την ίδια τυπική ισχύ (δεν μπορεί δηλαδή να γίνει λόγος για «υπερέχοντα» και «υποδεέστερα» από νομικής απόψεως δικαιώματα), τυχόν δε σύγκρουσή τους δεν μπορεί να λυθεί με την αναφορά σε ιεραρχική κλίμακα ισχύος. Ακόμα δε λιγότερο θεμιτή είναι η αόριστη επίκληση του γενικού ή του δημοσίου συμφέροντος, χωρίς αυτό να αναφέρεται στην εκάστοτε συνταγματική διάταξη ως περιορισμός του εμπεριεχόμενου σε αυτήν δικαιώματος. Ούτε φυσικά είναι θεμιτή η αφηρημένη στάθμιση των ατομικών δικαιωμάτων ανεξάρτητα και πέρα από τη συνταγματική αλληλουχία τους. Η λύση πρέπει πάντοτε να αναζητείται στις συνταγματικά θεμελιωμένες αρχές, ιδίως στην αρχή της αναλογικότητας, με σκοπό την πρακτική εναρμόνιση των ατομικών δικαιωμάτων στη συγκεκριμένη εφαρμογή τους. Εν προκειμένω, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι η ανωτέρω διάταξη του ν.3869/2010 θέτει σε κίνδυνο την βιωσιμότητα των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, ισχυρισμός που σε κάθε περίπτωση αμφισβητείται, θα μπορούσε κανείς να κάνει λόγο για «σύγκρουση» μεταξύ του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση (άρθρο 22§5 Συντ) και στο δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας (άρθρο 5§1) υπό την έκφανση της συμμετοχής στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας, το οποίο ακριβώς έρχεται να προστατεύσει ο νομοθέτης με την συμπερίληψη των οφειλών έναντι των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης στις διατάξεις του ν.3869/2010. Σε αυτή τη σύγκρουση δεν είναι δυνατό να αποφανθεί κανείς υπέρ της μίας ή της άλλης διάταξης, καθώς σκοπός του συνταγματικού νομοθέτη και αποστολή του ερμηνευτή του δικαίου είναι η πλήρης εναρμόνισή τους, κατά τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται η μέγιστη δυνατή προστασία αμφοτέρων. Η δε κήρυξη της αντισυνταγματικότητας μιας διάταξης που αποσκοπεί στην προστασία της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και έχει τεθεί ακριβώς προς κατοχύρωση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος δεν δύναται να αποτελεί τη λύση σε κάθε τέτοιου είδους σύγκρουση, ιδίως όταν ακόμα κι αν αυτή καταφαθεί, καθίσταται και πάλι επισφαλής η κατοχύρωση του έτερου δικαιώματος. Δεδομένου, μάλιστα, ότι οι όροι και οι προϋποθέσεις της κοινωνικής ασφάλισης επαφίενται από το Σύνταγμα στην πλήρη αρμοδιότητα του κοινού νομοθέτη, η αρχή της αναλογικότητας και υπό τις τρεις εκφάνσεις της, ήτοι της αναγκαιότητας, της προσφορότητας και της σκοπιμότητας, επιβάλλει τη λήψη μέτρων για την οικονομική και κοινωνική επανένταξη των οικονομικά εξαθλιωμένων πολιτών, καθίσταται δε πλέον υποχρέωση του νομοθέτη η διάρθρωση του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης κατά τρόπο τέτοιο ώστε να μην καθίσταται επισφαλής η κατοχύρωση του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί εκ των προτέρων και ανενδοίαστα να γίνει δεκτό ότι θίγεται με την εισαγωγή της ανωτέρω διάταξης η εγγύηση του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης, όπως εξειδικεύεται στην αρχή της προστασίας του ασφαλιστικού κεφαλαίου και της οικονομικής βιωσιμότητας των φορέων κοινωνικής ασφάλισης με τη δημιουργία εντονότατων προβλημάτων στην οικονομική τους βιωσιμότητα, καθώς η είσπραξη των εν λόγω οφειλών είναι λίαν επισφαλής, αν όχι αδύνατη, και οι φορείς δε δύνανται να στηρίζουν σε αυτές τη βιωσιμότητά τους. Η περικοπή οφειλών υπερχρεωμένων ήδη πολιτών δε στερεί τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από αναγκαίους πόρους, όταν η αβεβαιότητα είσπραξης σε σχέση με τη δυνατότητα εξοφλήσεως είναι ιδιαίτερα υψηλή. Άλλωστε, ο υπερχρεωμένος οφειλέτης ακριβώς λόγω της ιδιότητάς του δε θα μπορούσε να αντεπεξέλθει ούτως ή άλλως στις υποχρεώσεις του έναντι αυτών, συνεπώς θα οδηγείτο στο ίδιο αποτέλεσμα, ήτοι τη συσσώρευση μη δυνάμενων να εισπραχθούν οφειλών και την απώλεια παροχών. Άλλωστε, η ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη και η ενδεχόμενη απαλλαγή του από αυτά δεν επέρχεται αμέσως συνεπεία της αιτήσεώς του, αλλά τίθεται σειρά προϋποθέσεων, με συμμετοχή στη διαδικασία και των πιστωτών, η δε απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη συνιστά την απόληξη μιας διαδικασίας, συνδυαζόμενη ενδεχομένως με τη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, από την οποία και οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης θα ικανοποιήσουν μέρος των απαιτήσεών τους.
Πέραν των ανωτέρω, επισημαίνεται ότι απαλλαγή του οφειλέτη από χρέη συμπεριλαμβανομένων και των οφειλών έναντι των φορέων κοινωνικής ασφάλισης είναι ήδη γνωστή στο δικαιϊκό μας σύστημα, καθώς και στο θεσμό της πτώχευσης επέρχεται υπό προϋποθέσεις τέτοια απαλλαγή (ά. 170§5 ν.3588/2007). Επιπροσθέτως, το επιχείρημα του τρίτου καθ' ου περί προϋφιστάμενου νόμου, ο οποίος επέφερε γενναίες περικοπές στις εν λόγω οφειλές, επιρρώνει τη θέση υπέρ της σύμφωνης με το Σύνταγμα επιλογής του νομοθέτη για υπαγωγή και των ανωτέρω οφειλών στις διατάξεις του ν.3869/2010. Εξάλλου, και σε άλλα δικαιίκά συστήματα τα εν λόγω χρέη υπάγονται στις ρυθμίσεις για την απαλλαγή των υπερχρεωμένων οφειλετών από τα χρέη τους (έτσι και στο γερμανικό δίκαιο, § 302, 304 - 314 Insolvenzordnung). Τέλος, ως προς τον ισχυρισμό του καθ' ου περί αντίθεσης της ανωτέρω ρύθμισης στη διάταξη του ά. 4 του Συντάγματος περί ισότητας, επισημαίνεται ότι το Σύνταγμα με την εν λόγω διάταξη απαιτεί από το νομοθέτη να είναι δίκαιος και επομένως να επιδιώκει την ίση μεταχείριση όμοιων και την άνιση μεταχείριση ανόμοιων περιπτώσεων. Υπό αυτή την παραδοχή, ο ανωτέρω ισχυρισμός του καθ' ου αλυσιτελώς προβάλλεται, αφενός γιατί ουδόλως αποκλείεται η ειδική μεταχείριση συγκεκριμένης κατηγορίας πολιτών με σκοπό την προστασία της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους και αφετέρου, γιατί, ακόμα και ενδεχόμενη θετική κρίση του παρόντος Δικαστηρίου περί αντισυνταγματικότητας για τους λόγους που αναφέρει το καθ' ου, ουδόλως θα οδηγούσε στην εξαίρεση των υπαγόμενων πλέον στη ρύθμιση του ν.3869/2010 οφειλών έναντι των ασφαλιστικών ταμείων, παρά ενδεχομένως στην αποδοχή εφαρμογής της ρύθμισης και για οφειλέτες για τους οποίους δεν πληρούται η προϋπόθεση του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του ά. 1 ν.3869/2010, υπό την εκδοχή της παράβασης της αρχής της ισότητας δια της παραλείψεως του νομοθέτη. Επισημαίνεται ότι τόσο το Συμβούλιο της Επικράτειας (ΣτΕ Ολ. 1030/1983) όσο και ο Άρειος Πάγος (ΑΠ Ολ 5/1988) ήδη από τη δεκαετία του 1980 διεύρυναν τη δέσμευση του νομοθέτη από τη αρχή της ισότητας, δεχόμενοι ότι και η παράλειψη του νομοθέτη μπορεί να αποτελέσει παράβαση της ισότητας. Ειδικά ο Άρειος Πάγος με την με αριθμό.5/1988 απόφαση της Ολομέλειάς του δέχθηκε ότι «αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι αντισυνταγματική. Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοστεί και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση». Παρά δε τη ρητή συνταγματική απαγόρευση επιβαρύνσεως του κρατικού προϋπολογισμού χωρίς νόμο και βάσει της συνταγματικής υποχρεώσεως των δικαστηρίων να ελέγχουν την συνταγματικότητα των νόμων, ο Άρειος Πάγος δέχεται ότι «μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα, η οποία θα παρέμενε, με αποτέλεσμα να είναι χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία, αν το δικαστήριο περιοριζόταν σε μόνη την κήρυξη της αντισυνταγματικότητας της διάταξης που καθιερώνει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να εφαρμόσει περαιτέρω την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου εις βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση». Ως εκ τούτου, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη η ένσταση αντισυνταγματικότητας που προέβαλε το τρίτο των καθ' ων.......]